«Αλήθεια, Τάσο; Να τα ξαναβρούμε; Τι να βρούμε; Πέθανε το παιδί μας, με απάτησες και άφησες μια άλλη γυναίκα έγκυο. Αντίο!»
Η Αμαλία έκλεισε το τηλέφωνο και έβαλε τα κλάματα. Κόντευε να τρελαθεί. Ο άντρας της θα γινόταν ξανά πατέρας. Ούτε το διαζύγιο δεν είχε προλάβει να βγει. Ούτε να περάσει ένας χρόνος που έχασαν το κορίτσι τους, την Χαρά τους. Αυτός θα γινόταν ξανά πατέρας, μα εκείνη δεν θα γινόταν ποτέ ξανά μαμά. Το έχασαν το κορίτσι τους. Πέθανε στην εφηβεία. Μάνα και κόρη πάλεψαν πολύ σκληρά. Εκείνος πάντα απών ακόμα και τότε. Στην πιο δύσκολη στιγμή, τότε που τον χρειάζονταν περισσότερο από ποτέ.
Όσο η Αμαλία πενθούσε τον χαμό της κόρης τους, ο Τάσος είχε κάνει σχέση με μια άλλη. Και τώρα θα είχε ξανά ένα δικό του παιδί, ενώ η δική της αγκαλιά θα έμενε για πάντα άδεια. Πόσο άδικο! Αυτά σκεφτόταν και έβλεπε το τηλέφωνο να χτυπάει ξανά και ξανά χωρίς να απαντάει. Όλη μέρα την καλούσε και όλη μέρα του το έκλεινε στα μούτρα. Μα κάποια στιγμή το σήκωσε. Και τον άκουσε πάλι να της λέει ότι έκανε λάθος. Ότι την θέλει πίσω. Ότι δεν αγαπά την άλλη γυναίκα. Ότι δεν το θέλει το παιδί. Ότι του είναι βάρος.
«Βάρος; Αν σε είχα μπροστά μου θα σε βαρούσα εγώ, άκαρδε! Δεν καταλαβαίνεις πόσο τυχερός είσαι; Έχεις άλλη μια ευκαιρία! Άλλη μια ευκαιρία να μεγαλώσεις το παιδί σου, να το φροντίσεις, να το αγαπήσεις, να ζήσεις μαζί του. Ό,τι έχασες το έχεις ξανά πίσω! Ό,τι δεν έκανες πριν, μπορείς να το κάνεις τώρα!»
«Δεν θέλω όμως, Αμαλία! Νομίζεις ότι μόνο εσύ πόνεσες όταν πέθανε η Χαρά μας; Μόνο εσύ διαλύθηκες;»
«Ναι, φάνηκε. Φάνηκε όταν γυρνούσες στα καφενεία και στα μπαρ και…»
«Γυρνούσα, ναι. Έπινα, ναι. Για να ξεχάσω…»
«Τί να ξεχάσεις; Την κόρη μας;»
«Ότι πέθανε».
«Πώς γίνεται αυτό; Πώς μπορείς να το κάνεις αυτό; Σε έφαγαν οι τύψεις που έλιωνε στον πόνο και δεν ήσουν στο πλάι της. Γιατί αν εσύ δεν μπορείς να το παραδεχτείς, μπορώ εγώ!»
«Αμαλία. Θέλω να κάνω μια νέα αρχή. Εντελώς. Να τα αφήσω όλα πίσω μου. Να τα ξεχάσω όλα»
«Να ξεχάσεις ότι έχασες ένα παιδί και ένα άλλο έρχεται στην ζωή;»
«Θα την αφήσω στο λέω! Έλα να φύγουμε μαζί! Έχω αδειάσει τον λογαριασμό της, έχω όσα χρειάζονται»
«Την άφησες χωρίς λεφτά;»
«Αμαλία…»
«Τάσο. Τελευταία φορά θα στο πω. Άνοιξε τα αυτιά σου. Έχεις μια ακόμα ευκαιρία. Να διορθώσεις όσα έκανες, να επανορθώσεις για όσα δεν έκανες. Και ας είναι με μια άλλη γυναίκα, κι ας είναι με ένα άλλο παιδί. Δες την ζωή όπως πρέπει. Έχεις φάει τόσα χαστούκια. Αν δεν ξυπνήσεις ούτε τώρα, θα φταις εσύ και μόνο εσύ. Κανείς άλλος!»
Πέρασαν μέρες που δεν μπορούσε να ησυχάσει. Την είχε αφήσει άραγε ήδη; Είχε φύγει με όλα της τα λεφτά; Υπήρχε χρόνος να την προειδοποιήσει; Έπρεπε να την προειδοποιήσει; Το είχε καταλάβει ότι δεν υπήρχε φράγκο και ο πατέρας του παιδιού της είχε εξαφανιστεί; Μήπως το μετάνιωσε και έμεινε μαζί της; Μήπως κάτι από όλα όσα του είπε τον άγγιξαν; Τι να αγγίξουν άραγε τα λόγια, όταν δεν υπάρχει τίποτα μέσα στην καρδιά; Έτσι σκέφτηκε και πήρε την απόφασή της.
Ένα βράδυ, σηκώθηκε και βγήκε απότομα έξω από το σπίτι. Είχε αρχίσει να ψιχαλίζει και φορούσε μόνο μια λεπτή ζακέτα. Μπήκε στο αμάξι της. Θα πήγαινε να την βρει. Κι ας έκανε λάθος. Πήγε στο παλιό τους σπίτι. Εκεί από όπου έφυγε όταν έμαθε ότι ο άντρας της την είχε απατήσει. Εκεί όπου έμαθε πως μια άλλη γυναίκα περίμενε το παιδί του. Εκεί από όπου έβγαλε νεκρό το δικό της. Θα χτυπούσε την πόρτα και θα τον ξεμπρόστιαζε εκεί στην είσοδο του σπιτιού. Μπροστά της, να τα ακούσει όλα. Εκείνος σίγουρα θα την έβγαζε τρελή μα η υποψία θα είχε μπει στο μυαλό της. Ίσως έτσι κοιτούσε τον λογαριασμό της και θα τον έβρισκε άδειο. Τότε θα ήξερε πως της είχε πει την αλήθεια. Ίσως κατάφερνε να σώσει την ζημιά. Να προλάβει, να σχεδιάσει, να μην μείνει στο τίποτα. Να αποφασίσει τι θα κάνει. Μια γυναίκα ήταν και αυτή που θα γινόταν μάνα. Κι ας ήταν το παιδί του άντρα της.
Η Αμαλία σταμάτησε έξω από το σπίτι. Η βροχή είχε δυναμώσει και δεν μπορούσε πια να δει καλά έξω. Μια γυναίκα στεκόταν στο πεζοδρόμιο και κρατούσε την κοιλιά της. Έκλαιγε και κοιτούσε δεξιά και αριστερά σαν να περίμενε κάποιον.
«Είσαι η Κλαίρη;» κατέβασε το παράθυρο και της φώναξε να πλησιάσει.
«Εσύ ποια είσαι;» ρώτησε πριν βγάλει μια πνιγμένη κραυγή.
«Η Αμαλία»
«Τι στο καλό κάνεις εδώ;»
«Εσύ τι κάνεις έξω στην βροχή;»
«Περιμένω ταξί»
«Πού είναι ο χαμένος ο Τάσος;»
«Με παράτησε»
«Πονάς πολύ;»
«Έσπασαν τα νερά»
«Μα δεν είναι κάπως…»
«Νωρίς. Ναι. Κάτι δεν πάει καλά»
«Μπες μέσα!» έδωσε μια στην πόρτα και την άνοιξε.
«Όχι, ευχαριστώ. Περιμένω ταξί»
«Δεν έχεις γονείς, φίλους, συγγενείς, κάποιον;»
«Όχι, κανέναν»
«Κανέναν; Μπες μέσα μη βγω εγώ έξω και σε κουβαλήσω με τα ίδια μου τα χέρια!»
Η Αμαλία πήγαινε πάνω κάτω στον διάδρομο του νοσοκομείου. Τα νέα ήταν άσχημα. Οι ώρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Η μυρωδιά του κτηρίου της έκαιγε την μύτη. Τα πόδια της δεν την βαστούσαν άλλο. Άκουγε τα ουρλιαχτά των ανθρώπων. Θυμήθηκε όταν πήγε και αυτή μόνη της στο νοσοκομείο να γεννήσει. Οι γονείς της δεν της μιλούσαν. Δεν ενέκριναν τον Τάσο. Είχαν δίκιο τελικά. Μα χωρίς αυτόν δεν θα είχε την Χαρά. Και αυτό δεν θα το μετάνιωνε ποτέ. Τους γονείς της τους είδε μια ακόμη και τελευταία φορά στην κηδεία της Χαράς. Εκείνη τη στιγμή ήθελε τόσο πολύ να πάει κοντά και να τους αγκαλιάσει. Εκείνη τη στιγμή ήθελε όσο ποτέ τη μαμά της. Για αυτό ήταν στο νοσοκομείο με την Κλαίρη. Γιατί ήξερε πολύ καλά τι σημαίνει να είσαι μόνη. Και η ιστορία επαναλαμβάνεται. Όπως και τότε έτσι και τώρα, ο Τάσος δεν ήταν εκεί. Τις σκέψεις της διέκοψαν οι γιατροί που την φώναξαν μέσα στο δωμάτιο.
Η Αμαλία μπήκε διστακτικά γιατί δεν ήξερε τι θα αντικρίσει. Η Κλαίρη ήταν κάτασπρη και καταβεβλημένη από τους πόνους. Κοίταζε το ταβάνι. Μιλούσε αργά. Ζοριζόταν πολύ. Η Αμαλία πλησίασε πιο κοντά γιατί δεν άκουγε τι της έλεγε.
«Πάρε εσύ το παιδί»
«Τι λες; Τι είναι αυτά που λες; Όλα θα πάνε καλά. Θα δεις», γέλασε νευρικά. Τόσο που κατάλαβε πως όλοι την κοιτούσαν.
«Πάρε το εσύ. Θα έχεις ξανά το παιδί σου»
«Όχι, όχι, όχι, όχι… Δεν ξέρεις τι λες. Δεν γίνεται αυτό. Δεν μπορώ. Δεν….»
«Συγγνώμη, μπορείτε να υπογράψετε εδώ;» την διέκοψαν και της έδωσαν ένα χαρτί.
Το διάβασε βιαστικά και έπιασε τον άνθρωπο από το μανίκι. Τον πήρε στην άκρη να μην τους ακούσει η Κλαίρη.
«Τι γράφει εδώ;» τον ρώτησε και τα χέρια της άρχισαν να τρέμουν.
«Λέει ότι σε περίπτωση που…»
«Ξέρω να διαβάζω, καλέ μου άνθρωπε. Λέει ότι σε περίπτωση που δεν πάνε καλά τα πράγματα να αποφασίσω εγώ ποιος θα σωθεί, η γυναίκα ή το παιδί. Εγώ; Εγώ θα αποφασίσω;»
«Ακούστε. Θέλω να ηρεμήσετε. Είμαστε όλοι σε ένταση, η κατάσταση είναι πάρα πολύ κρίσιμη και πρέπει να ληφθεί μια απόφαση γρήγορα. Τώρα»
«Εσείς ακούστε. Ξέρω ότι δεν υπάρχουν γονείς και συγγενείς. Το ξέρω. Ο πατέρας του παιδιού είναι εξαφανισμένος. Την παράτησε. Το ξέρω και αυτό. Αυτό που δεν ξέρω είναι γιατί δεν μπορείτε εσείς οι γιατροί να αποφασίσετε;»
«Κυρία μου! Ζήτησε εσάς»
«Εμένα; Εμένα γιατί; Εγώ είμαι μια ξένη. Ένα λεπτό. Μην φεύγετε!»
«Ζήτησε εσάς», επανέλαβε αργά κάθε λέξη.
«Δώσε μου ένα λεπτό, σε παρακαλώ. Μείνε εδώ. Επιστρέφω αμέσως»
Η Αμαλία πήγε δίπλα στο κρεβάτι και γονάτισε στο πάτωμα. Η Κλαίρη είχε κλείσει τα μάτια της και ανέπνεε με δυσκολία. Της άγγιξε απαλά το χέρι για να καταλάβει ότι ήταν κοντά της.
«Κλαίρη. Ζήτησες να διαλέξω εγώ;» είπε απαλά.
«Ναι», μουρμούρισε εκείνη.
«Και τι θες να διαλέξω;» κάλυψε το στόμα της να μην ακουστεί ο λυγμός της.
«Το μωρό»
Η Αμαλία σηκώθηκε όρθια και σκούπισε τα μάτια της.
«Δώστε μου το χαρτί», τους είπε.
Όταν το χειρουργείο τελείωσε, η Κλαίρη είχε ήδη αφήσει την τελευταία της πνοή. Δεν πρόλαβε να γνωρίσει το παιδί της. Κάλεσαν την Αμαλία να πάει να το δει. Το κράτησε προσεχτικά στην αγκαλιά της. Το φίλησε απαλά στο κεφαλάκι του. Του υποσχέθηκε μυστικά ότι θα είναι για πάντα δίπλα του. Ότι θα κάνει ό,τι καλύτερο μπορεί. Ότι θα το φροντίσει και θα το αγαπήσει. Υποσχέθηκε ότι θα τα καταφέρουν.
Το κοριτσάκι άνοιξε τα μάτια του. Η Αμαλία την κοίταξε και της κόπηκε η ανάσα. Είχε τα μάτια του πατέρα της. Τα μάτια της Χαράς. Λένε ότι η αδερφή της Χαράς είναι η αγάπη. Έτσι πρέπει να είναι.
CC
