Μους και μυστικά

Μπήκε μέσα στην αίθουσα με αργά, προσεχτικά κι όσο πιο αθόρυβα βήματα μπορούσε. Είχε αργήσει αρκετά και δεν ήθελε να δώσει δικαιώματα απ’ την πρώτη μέρα, μια απρόσεχτη όμως κίνηση, την πρόδωσε. Στραβοπάτησε, σκόνταψε κι έπεσε πάνω σε μια ηλικιωμένη κυρία που στεκόταν όρθια μπροστά της και περίμενε, όχι και τόσο υπομονετικά, ν’ ακούσει και τις τελευταίες οδηγίες του υπευθύνου της φιλανθρωπικής δράσης. “Στραβομάρα!” φώναξε δυνατά, κάνοντας όλους τους παρευρισκόμενους να γυρίσουν προς το μέρος τους. Η Λίνα δαγκώθηκε, βλέποντας τόσα βλέμματα στραμμένα πάνω της. “Ήρθατε που ήρθατε με τόση καθυστέρηση κυρία μου, δεν είναι ανάγκη να κάνετε και τόσο σαματά!”, της είπε με ειρωνικό ύφος ο άντρας που μέχρι εκείνη τη στιγμή έκανε το συντονισμό.  Τα μάγουλά της κοκκίνισαν από ντροπή, αλλά και εκνευρισμό. ‘Ωραίος τρόπος! Πόσο αγενής!’, σκέφτηκε, αλλά δεν είπε λέξη, παρά μόνο στριμώχτηκε ανάμεσα στους υπολοίπους για να ακούσει πώς θα γίνουν τα πράγματα.

Λίγη ώρα αργότερα, κι αφού είχε συμφωνηθεί το πλάνο κι είχαν χωριστεί και οι ομάδες, όλοι αποχώρησαν. Η Λίνα έφυγε απ’ το χώρο με ανάμεικτα συναισθήματα, απ’ τη μια ήταν χαρούμενη που θα μπορούσε να είναι μέρος αυτής της τεράστιας φιλανθρωπικής προσπάθειας κι απ’ την άλλη, έχοντας κατά νου πως υπεύθυνος της δικής της ομάδας θα ήταν ο Σπύρος Αναστασίου, ο πασίγνωστος ζαχαροπλάστης (ο αγενής συντονιστής), σφίχτηκε το στομάχι της. Ήταν εμφανές πως ήταν απόλυτος, τελειομανής και επαρμένος και φοβόταν πως αυτή η συνεργασία δεν θα πήγαινε καθόλου, μα καθόλου καλά!

Ήταν η πρώτη φορά που θα γινόταν μια τόσο συντονισμένη φιλανθρωπική δράση στην πόλη. Αφορούσε την τροφοδότηση των ορφανοτροφείων και άλλων παιδικών δομών της περιοχής για τις μέρες των γιορτών. Θα έφτιαχναν χριστουγεννιάτικα γλυκά και φαγητά και θα τα μοίραζαν ανήμερα των Χριστουγέννων. Ο Σπύρος Αναστασίου, θα ήταν ένας απ’ τους τρεις διάσημους σεφ που θα συμμετείχαν αφιλοκερδώς και με ειδίκευση στα γλυκά, ως ζαχαροπλάστης, θα ήταν συντονιστής αυτού του τομέα. Του τομέα στον οποίο θα συμμετείχε κι η Λίνα.

Οι προετοιμασίες στις τεράστιες κουζίνες που στήθηκαν σ’ ένα μόνο βράδυ, ήταν πυρετώδεις. Ο Αναστασίου είχε αποφασίσει πως θα έφτιαχναν μελομακάρονα, κουραμπιέδες και… σοκολατένια domes -ήταν πασίγνωστα τα domes του Αναστασίου σε όλη την Ελλάδα. ‘Σιγά μη χάσει την ευκαιρία η ψωνάρα να διαφημιστεί! Τάχα φιλανθρωπική οργάνωση, τάχα αφιλοκερδώς, αλλά τα πασίγνωστα-domes-του-Αναστασίου θα φτιάξουμε, λέει!’, σκεφτόταν η Λίνα όσο τον άκουγε να εξηγεί με απίστευτη λεπτομέρεια για το πώς θα φτιαχτούν τα κέικ, πώς θα καραμελώσουν τα φρούτα και πώς θα φτιαχτεί το γλάσο. “Τις μους θα τις φτιάξω εγώ!”, είπε στο τέλος και η Λίνα δεν κρατήθηκε, παρά έκανε μια γκριμάτσα αποδοκιμασίας. ‘Είμαστε σε φιλανθρωπική εκδήλωση, όχι σε διαγωνισμό ζαχαροπλαστικής! Κανείς δεν θέλει να μάθει τις μυστικές συνταγές των μους σου, φαντασμένε!’ σκέφτηκε. Αντί όμως να ξεστομίσει αυτά που ήρθαν στο μυαλό της, σήκωσε αυθόρμητα το χέρι και χωρίς να της δώσει κανείς το λόγο, ρώτησε δυνατά: “Οι ποσότητες που έχουμε να φτιάξουμε είναι τεράστιες. Αφού δεν θέλετε να βοηθήσει κανείς με τις μους, πιθανότατα να μην προλάβετε μόνος σας. Μήπως θα ήταν καλύτερα να φτιάχναμε κάτι πιο απλό για τα παιδάκια και να κρατήσετε τα domes για άλλη φορά;”. Τα μάτια του Αναστασίου γυάλισαν και σούσουρο απλώθηκε ανάμεσα στους παρευρισκόμενους. Την κοίταξε βαθιά στα μάτια και για μια στιγμή η Λίνα ένιωσε να της κόβονται τα γόνατα, θα την έβριζε σίγουρα, το ένιωθε. “Έχεις δίκιο…”, απάντησε τελικά. “Μόνος μου δεν θα είναι εύκολο να προλάβω, θα με βοηθήσεις εσύ!”. Η Λίνα στραβοκατάπιε, έδειχνε τόσο γλυκιά η φράση του, όμως το έβλεπε, το ένιωθε, τον είχε κάνει έξαλλο που τον είχε φέρει σ’ αυτή τη θέση μπροστά σε όλους. Και θα το πλήρωνε…

Ο χώρος στον οποίο θα ετοίμαζαν τις μους ήταν μικρός και κλειστός (αντίθετα απ’ τους υπολοίπους, που θα μαγείρευαν όλοι μαζί σε μεγαλύτερη αίθουσα). Η Λίνα όλως παραδόξως είχε φτάσει εκεί νωρίτερα, είχε φορέσει την ποδιά της και καθισμένη σ’ ένα σκαμπό, περίμενε την… αυτού μεγαλειότης να εμφανιστεί. Τον είδε να μπαίνει στις οκτώ ακριβώς, όπως είχαν πει κι είδε μια έκπληξη στο βλέμμα του όταν την αντίκρυσε εκεί. “Δεν περίμενα να σας βρω εδώ, δεσποινίς”, είπε αυστηρά και κατευθύνθηκε στο μικρό νιπτήρα για να πλύνει τα χέρια του. “Χέρια και μαλλιά!”, τη διέταξε σχεδόν, χωρίς καν να γυρίσει να την κοιτάξει. Η Λίνα ξεφύσηξε και σηκώθηκε, μάζεψε τα μαλλιά της σε αυστηρό κότσο και πήγε στο νιπτήρα να πλύνει και τα δικά της χέρια. Της έδειξε με το βλέμμα ένα σκουφάκι που υπήρχε εκεί. “Τα μάζεψα σφιχτά!”, διαμαρτυρήθηκε, μα το δολοφονικό του βλέμμα την έκανε να φορέσει το σκουφάκι χωρίς άλλα λόγια.

Τον έβλεπε να ζυγίζει με προσοχή τα υλικά και να τα προσθέτει στα σκεύη. Ήταν εμφανές πόσο προσεχτικός και σχολαστικός ήταν, αλλά και πόσο κρυψίνους… έκρυβε επιμελώς με το σώμα του τη ζυγαριά, μη και αποτυπώσει η Λίνα τις ποσότητες και του κλέψει τη συνταγή. Τα έβλεπε, αλλά δεν έλεγε κάτι, δεν ήθελε να έρθει σε αντιπαράθεση μαζί του, αφού η μοίρα τα είχε φέρει να είναι στο ίδιο πόστο, ας προσπαθούσε να το αφήσει να κυλήσει όσο πιο… αναίμακτα γινόταν.

Της έδινε σαφείς και αυστηρές οδηγίες κι εκείνη σαν καλοκουρδισμένο ρομποτάκι ακολουθούσε τα πάντα κατά γράμμα. Έκανε ό,τι καλύτερο μπορούσε, παρόλα αυτά οι παρατηρήσεις του δεν έλειπαν. “Δεν έσφιξε ακόμη το μίγμα, χτυπήστε το κι άλλο!”, “Ξαναβάλτε το στο ψυγείο, δεν έπηξε σωστά!”, “Τρία λεπτά σας είπα! Πέρασε μόλις ένα!”. Η Λίνα προσπαθούσε απεγνωσμένα να διατηρήσει την ψυχραιμία της και να μην κάνει λάθη, αλλά κάποιες ώρες μετά, δεν κατάφερε κανένα απ’ τα δύο…

Ήταν ένα τεράστιο δοχείο, γεμάτο με μους φράουλα. Εντελώς γεμάτο! Δηλαδή, πιο γεμάτο… πεθαίνεις. Κι είχε εντολή να το πάει στο ψυγείο για να πήξει. Φαινόταν ότι με το ζόρι μπορούσε να το σηκώσει, αλλά ο… απαίσιος, δεν έκανε καμία προσπάθεια να τη βοηθήσει, αντιθέτως την άφησε να το σηκώσει μόνη και… λίγα δευτερόλεπτα αργότερα, να το προσγειώσει με ορμή πάνω σε μία στοίβα από άλλα μεταλλικά δοχεία, γεμάτα με κρέμες, μους και γκανάζ. Ο ήχος απ’ τα μεταλλικά δοχεία, που έπεσαν σαν πύργος από τραπουλόχαρτα, έκανε αντίλαλο μέσα στο μικρό κλειστό δωμάτιο κι όλα γρήγορα έγιναν… ροζ! Το ψυγείο, οι τοίχοι, το ταβάνι και φυσικά η Λίνα, που πια έμοιαζε περισσότερο με… ζωντανό milkshake φράουλα, παρά με βοηθός ζαχαροπλάστη.

Σαν να έγιναν όλα σε αργή κίνηση… η Λίνα γύρισε και κοίταξε τον Αναστασίου, ο Αναστασίου γύρισε και κοίταξε τη Λίνα, τα μάτια του άρχισαν σιγά σιγά να γουρλώνουν, έτοιμα να πεταχτούν απ’ τις κόγχες, τα μάτια της άρχισαν να βουρκώνουν, έτοιμα να ξεπλύνουν όλο το χώρο με τα δάκρυά της. Και σιωπή. Μια παγερή σιωπή, που μόνο το τελευταίο μεταλλικό μπολ που ακόμη χοροπηδούσε στο πάτωμα, έσπαγε.

– Τι κάνατε; τη ρώτησε με την αγανάκτηση ζωγραφισμένη στα γαλάζια μάτια του

– Ήταν ατύχημα… ψέλλισε εκείνη, με τον τρόμο ζωγραφισμένο στα καστανά δικά της

Πιθανότατα αν δύο εθελοντές που άκουσαν τη φασαρία δεν έμπαιναν στο χώρο, δεν θα γλίτωνε απ’ τα χέρια του. Ευτυχώς επενέβησαν και την βοήθησαν να καθαριστεί λίγο και τακτοποίησαν σχολαστικά το χώρο μέχρι η Λίνα να γυρίσει από το σπίτι της, που είχε πάει για να αλλάξει ρούχα. Όταν επέστρεψε, τα βρήκε όλα στη θέση τους και τον Αναστασίου να δουλεύει πυρετωδώς.

– Δεν χρειαζόταν να επιστρέψετε. Αύριο ξεκινάμε στήσιμο. της είπε ψυχρά, χωρίς καν να γυρίσει να την κοιτάξει

Ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Δεν μπορούσε να της το πει νωρίτερα; Έπρεπε να την αφήσει να κάνει μιάμιση ώρα διαδρομή με λεωφορείο και μετρό για να της πει μετά ότι δεν την χρειαζόταν άλλο;

– Τι ώρα να έρθω αύριο; του είπε χωρίς να δώσει καθόλου χρώμα στη φωνή της

Σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. ‘Να μην ξανάρθεις ποτέ!’, έλεγε το βλέμμα του. “Κατά τις οκτώ”, είπαν απρόθυμα τα χείλη του. Η Λίνα έκανε μεταβολή και βγήκε απ’ το κτίριο. Ήθελε τόσο πολύ να ουρλιάξει! Να του πει ότι είναι κομπλεξικός και ειρωνικός κι αχώνευτος, αλλά κάτι τέτοιο θα ταίριαζε περισσότερο σε παιδάκι δημοτικού, οπότε προσπάθησε να καταπιεί το θυμό της και να επιστρέψει στο σπίτι της.

Την επόμενη μέρα το πρωί, μπαίνοντας στο χώρο, διαπίστωσε πως εκείνος είχε ξεκινήσει το στήσιμο των γλυκών και οριακά κόντευε να τελειώσει.

– Οκτώ δε μου είπατε; ρώτησε διστακτικά, κοιτώντας με απορία γύρω της

– Οκτώ είπα, δεσποινίς. Οκτώ. Και είναι οκτώ και τέσσερα. της είπε χωρίς να σηκώσει καν το βλέμμα να την κοιτάξει

– Και θέλετε να μου πείτε πως κάνατε όλα αυτά σε τέσσερα λεπτά; του αντιμίλησε για πρώτη φορά, σηκώνοντας εμφανώς τον τόνο της φωνής της

– Για την ακρίβεια δεν έφυγα καθόλου. Έμεινα εδώ όλο το βράδυ για να ξαναφτιάξω απ’ την αρχή όλα αυτά που διαλύσατε χτες με την απροσεξία σας! της είπε και την κεραυνοβόλησε με το βλέμμα του

– Αφού θα μένατε όλο το βράδυ, γιατί με διώξατε; Θα μπορούσα να μείνω να βοηθήσω!

– Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορούσατε να κάνετε… τόνισε λίγο παραπάνω απ’ όσο έπρεπε τη λέξη “μπορούσατε”

– Μάλλον φοβόσουν μη σου κλέψω τη συνταγή! Αλλά να σου πω κάτι; Αδιαφορώ πλήρως για τις μυστικές συνταγές σου και τα περίεργα γλυκά σου! Ήρθα εδώ απλά για να βοηθήσω! Ήρθα εδώ απλά για δώσω λίγη χαρά σε παιδάκια που την έχουν ανάγκη! Αφού φοβάσαι τόσο, κάν’ τα μόνος σου λοιπόν! Θα πάω δίπλα να βοηθήσω να συσκευάσουν τα υπόλοιπα και κάτσε εσύ εδώ με τις μους και την ξινίλα σου!

Έβγαλε με νευρικές κινήσεις το σκουφάκι που είχε ήδη φορέσει και το άφησε με δύναμη στον πάγκο δίπλα της. Γυρνώντας να φύγει, έκανε και μια κίνηση τύπου “τινάζω-μαλλί-κι-αποχωρώ-με-αξιοπρέπεια”, που όμως ήταν τελικά εντελώς αποτυχημένη, γιατί τα σφιχτά σε κότσο μαλλιά της δεν κουνήθηκαν καν.

Δεν τον ξαναείδε τις επόμενες μέρες. Σαν να είχε ανοίξει η γη και να τον είχε καταπιεί. Κάποια στιγμή είδε μόνο ανθρώπους να βγάζουν μέσα απ’ το μικρό χώρο που έφτιαχνε τις μους, κούτες. Ήταν όλες σφραγισμένες κι έτσι δεν της δόθηκε η δυνατότητα να δει αν θα τα είχε όντως να καταφέρει με τις… domes του.

***

Η διανομή είχε μοιραστεί σε ομάδες. Κάποιοι θα πήγαιναν στο μεγάλο ορφανοτροφείο της πόλης -εκεί όπου είχαν φτάσει ήδη τηλεοπτικά συνεργεία και φωτογράφοι- κι άλλοι, σε μικρότερες παιδικές δομές. Η Λίνα διάλεξε το δεύτερο. Ποτέ δεν της άρεσαν τα φώτα, μόνο τα φωτεινά πρόσωπα κι αυτά ήθελε να δει.

Βρέθηκε μαζί με μια άλλη εθελόντρια, σ’ ένα παλιό πέτρινο σπίτι στα προάστια, που φιλοξενούσε καμιά δεκαριά παιδιά. Στο μεγάλο τραπέζι της τραπεζαρίας, είχαν ήδη στοιβαχτεί πολύχρωμα κουτιά με φαγητά, παιχνίδια και φυσικά τα γλυκά του… ξινού. Κοιτώντας τα, τον θυμήθηκε κι έκανε μια γκριμάτσα στη σκέψη πως αυτή την ώρα θα βρισκόταν μπροστά στις κάμερες και τα μικρόφωνα και θα διατυμπανούσε την… φιλανθρωπία του. Προσπάθησε να διώξει τις κακές σκέψεις κι επικεντρώθηκε στο να κοιτάει τα παιδιά, που ντυμένα γιορτινά, έτρεχαν κι έπαιζαν ανέμελα στο χώρο. ‘Πόσο γλυκά πλάσματα… ποιος ξέρει τι έχει περάσει το καθένα κι όμως μπορούν και χαμογελούν…’, σκέφτηκε.

– Σας ευχαριστούμε πολύ για όσα κάνατε! διέκοψε τις σκέψεις της μια φωνή δίπλα της

Η Λίνα γύρισε και την κοίταξε. Ήταν η υπεύθυνη της δομής, μια ηλικιωμένη γυναίκα με ήρεμο πρόσωπο και μεγάλα καλοσυνάτα μάτια.

– Χαρά μας… μακάρι να μπορούσαμε περισσότερα!

– Είναι κι ο Σπυράκος μαζί σας;

– Ο… ποιος; η Λίνα την κοίταξε απορημένη

– Α… συγνώμη, δεν γνωρίζετε τον κύριο Αναστασίου; Τον υπεύθυνο της φιλανθρωπικής εκδήλωσης.

– Εννοείτε τον μεγάλο ζαχαροπλάστη; ρώτησε η Λίνα με μια ελαφριά δόση ειρωνείας στη φωνή του

– Ναι, ναι, αυτόν εννοώ. γέλασε η ηλικιωμένη γυναίκα.

Τον ξέρετε;

– Το Σπυράκο; Εγώ τον μεγάλωσα. Στις κουζίνες τον κυνηγούσα, που άρπαζε ζάχαρες κι αλεύρια για να ‘μαγειρέψει για τα παιδάκια’, έτσι έλεγε. Είμαι τόσο περήφανη γι’ αυτό το παιδί! είπε συγκινημένη. Ποτέ δεν μας ξέχασε… Χρόνια ολόκληρα εκείνος συντηρεί αυτή τη δομή, βοηθάει στις επαγγελματική αποκατάσταση των μεγαλύτερων παιδιών, στις σπουδές τους… Άγγελος επί γης. Βέβαια, δεν του αρέσει να τα λέω αυτά, αν μ’ άκουγε τώρα… Δεν θέλει να το μάθει κανείς! Δεν πιστεύω να είσαι δημοσιογράφος! συμπλήρωσε τρομαγμένη

– Εγώ; Όχι, όχι! είπε η Λίνα και σήκωσε τα χέρια της αμυντικά

– Λίνα, πρέπει να φύγουμε! διέκοψε το διάλογο η Άννα, η άλλη εθελόντρια

Χαιρέτησαν την υπεύθυνη της δομής, ένα ένα τα παιδάκια και βγήκαν απ’ το σπίτι. Η Άννα έφυγε πρώτη, να βάλει μπροστά το φορτηγάκι, η Λίνα έμεινε λίγο πίσω, να δώσει λίγες ακόμη αγκαλιές στη Θάλεια, το ξανθό κοριτσάκι με τα τεράστια μάτια, που είχε απ’ την αρχή γαντζωθεί πάνω της, διεκδικώντας αγάπη, προσοχή κι ίσως λίγες παραπάνω καραμέλες. Πόσο την είχαν αγγίξει όλα αυτά που έζησε τις τελευταίες μέρες… με το μυαλό της χαμένο στις σκέψεις της, βγήκε βιαστική απ’ την πόρτα και… κουτούλησε σε κάτι σκληρό. Σήκωσε απότομα το βλέμμα κι είδε έναν άντρα να πισωπατά απ’ τη σύγκρουση και να προσπαθεί -ανεπιτυχώς- να παραμείνει όρθιος, χωρίς να του πέσουν τα πολύχρωμα κουτιά που κρατούσε. Τον είδε να πέφτει φαρδύς πλατύς στο χώμα και τα κουτιά να προσγειώνονται στο κεφάλι του.

– Με συγχωρείτε! φώναξε η Λίνα κι έκανε να τον βοηθήσει να σηκωθεί

– Για όνομα του Θεού, δεσποινίς! Έχετε βαλθεί να με σκοτώσετε; άκουσε μια γνώριμη φωνή κάτω από ένα πράσινο κουτί

– Εγώ… δηλαδή… ήταν λάθος…

– Κάνετε και τίποτα σωστά; είπε εκνευρισμένος και σηκώθηκε τινάζοντας τα ρούχα του

Η Λίνα ένιωσε το αίμα να της ανεβαίνει στο κεφάλι. Της την έδινε στα νεύρα αυτή η μόνιμη ειρωνεία του.

– Τι κάνεις εδώ; Γιατί δεν είσαι στις κάμερες; τον ρώτησε βάζοντας τα χέρια στη μέση του και κοιτώντας τον επιθετικά

– Ποιες κάμερες; την κοίταξε απορημένος

– Τις κάμερες! Στο ορφανοτροφείο! Να μιλήσεις και για τα domes σου και για τις κρυφές σου μους!

– Δεν κατάλαβα το ύφος σας, δεσποινίς! της είπε και τα μάτια του πετούσαν φλόγες

– Γιατί δεν είσαι στο ορφανοτροφείο να λάβεις τα χειροκροτήματα που σου αναλογούν, ρωτάω!

– Δεν το έκανα για… έσφιξε τα χείλη του. Δεν σας αφορά αυτό! άλλαξε το ύφος του και την κάρφωσε στα μάτια

– Να διαφημίσεις το όνομά σου και τα περίφημα “domes by Anastasiou”, αυτό δεν ήθελες; συνέχισε την ειρωνεία της

Δεν της απάντησε, μόνο έσκυψε κι άρχισε να μαζεύει ένα ένα τα πολύχρωμα κουτιά απ’ το χώμα.

– Πρόλαβες να τα ολοκληρώσεις όμως, παρά τις γκάφες μου, σωστά; Δεν χάλασες τη φήμη του καλύτερου ζαχαροπλάστη της Ελλάδας! Είμαι σίγουρη ότι ανέβασες τις μετοχές σου! Και την φήμη των domes! Αυτό εξάλλου ήταν το θέμα, όχι να βοηθήσεις! Αν ήθελες απλά να προσφέρεις, δεν θα χρειαζόταν να κάνεις domes κι αηδίες! Θα…

– Εγώ τα ζήτησα! ακούστηκε η φωνή της μικρής Θάλειας που στη θέα του Αναστασίου, έτρεξε στην αγκαλιά του. Είναι τα πιο αγαπημένα μου! Για μένα τα φτιάχνει κάθε χρόνο! είπε περήφανα, κουλουριασμένη ήδη στην αγκαλιά του

– Καλύτερα να πηγαίνετε, δεσποινίς! της είπε αυστηρά

– Όχι! Να μη φύγει Σπυράκο! Είναι καλή! Λίγο απρόσεχτη, αλλά καλή! τον κοίταξε η Θάλεια ικετευτικά

Δεν μίλησε κανείς τους. Μπήκαν στο σπίτι με τα πολύχρωμα κουτιά στα χέρια και τη μικρή Θάλεια ανάμεσά τους. Έφαγαν με τα παιδιά, έπαιξαν μαζί τους κι έμειναν στη δομή μέχρι αργά. Το μεταξύ τους κλίμα είχε αλλάξει, φαινόταν στα βλέμματα που αντάλλασσαν, χωρίς να έχουν πει λέξη.

***********

– Ήταν απ’ τα πιο όμορφα Χριστούγεννα που έχω περάσει ποτέ… του είπε ψιθυριστά όπως έβγαιναν απ’ το σπίτι

– Δεν τελείωσε ακόμη η μέρα, δεσποινίς. της είπε αυστηρά

– Τι…;

– Θα πάμε στο εργαστήριό μου, να σας δείξω τη “μυστική” συνταγή των μους μου. Για να μη με λέτε κρυψίνους και στριμμένο, δηλαδή.

– Νομίζω πως προτιμώ να μη τη μάθω. Νομίζω πως προτιμώ να μου τα φτιάχνεις εσύ, Σπυράκο μου…

Στάθηκε μπροστά της και την κοίταξε, κι εκεί, μέσα στο μισοσκόταδο, η Λίνα σηκώθηκε στις μύτες των ποδιών της κι ένωσε τα χείλη της με τα δικά του. Κι εκείνος ανταπέδωσε και την φίλησε τρυφερά. Και μετά κοιτάχτηκαν στα μάτια και χαμογέλασαν κι οι δυο.

– Δεν είσαι τόσο κακός τελικά! του χαμογέλασε πονηρά κι ακούμπησε το χέρι της στον τοίχο. Όχι όμως και με τόσο χάρη, γιατί δεν υπολόγισε καλά την απόσταση μέσα στο σκοτάδι και βρέθηκε φαρδιά πλατιά στο πάτωμα.

– Αλήθεια τώρα; Όχι πάλι, δεσποινίς! Δεν μπορεί, επίτηδες το κάνετε! άρχισε να μουρμουράει χαμηλόφωνα, την ώρα που τη σήκωνε από κάτω

– Μάλλον θα πρέπει να με έχεις από κοντά για να με προσέχεις, Σπυράκο μου! του είπε γλυκά ενώ την κρατούσε στην αγκαλιά του, δίνοντάς του ένα τρυφερό φιλί στα χείλη

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading