“Δεν ξέρω γιατί το σύμπαν συνωμοτεί εναντίον μου!” ξεφύσηξε με όλη του τη δύναμη και έπιασε το κόκκαλο της μύτης του. Χωρίς να σηκώσει το βλέμμα, πρότεινε: “Εφόσον οι βάρδιες για τον υπόλοιπο χρόνο θα είναι κοινές και για τους δύο μας, μάλλον θα πρέπει να κάνουμε ανακωχή”.
Η Άσπα κοιτούσε μια εκείνον, μια την υπεύθυνη βάρδιας και ένιωθε το σώμα της να παγώνει. “Μου κάνετε πλάκα κυρία Χρύσα… Δεν γίνεται… Με τον Βασίλη… Δεν γίνεται!”. Η τελευταία της λέξη βγήκε με λίγη μεγαλύτερη ένταση από το κανονικό, κάτι που έκανε τα κεφάλια των επισκεπτών τριγύρω να γυρίσουν με μάτια κουρασμένα και να την κοιτάξουν κάπως επιθετικά. Ήταν εκεί αγωνιώντας για τους ανθρώπους τους. Δεν χρειάζονταν και τα προβλήματα των νοσοκόμων στο κεφάλι τους!
“Είστε ενήλικες. Έχετε υπ’ ευθύνη σας ζωές ασθενών. Είστε οι καλύτεροι, άρα οι καταλληλότεροι για την νυχτερινή βάρδια που έχει τα πιο δύσκολα περιστατικά και λιγότερο προσωπικό. Βρείτε τα.”, είπε σε ευθύ τόνο η Χρύσα και έφυγε με γρήγορο βήμα, αφήνοντας την Άσπα με το χαρτί των ωρών εργασίας της στα χέρια και τον Βασίλη απέναντί της να την κοιτάζει με βλέμμα που πέταγε σπίθες.
Δεν την άντεχε! Κάθε φορά που βρίσκονταν στον ίδιο χώρο ο ένας με τον άλλον πετούσαν σπόντες, ήταν εριστικοί και κοιτάζονταν με υποτιμητικό ύφος. Όλοι ήξεραν ότι οι δύο τους μισιούνται παράφορα και παράλληλα όλοι ήθελαν τα περιστατικά που αναλαμβάνουν να είναι συνοδεία ενός από τους δύο, διότι είχαν τόσες πολλές γνώσεις που μερικές φορές ξεπερνούσαν κι αυτές των γιατρών.
Μετά από μερικά δευτερόλεπτα που έμειναν μαρμαρωμένοι ο ένας απέναντι από τον άλλον, να κοιτάζονται μέσα στα μάτια, διεξάγοντας έναν άτυπο αγώνα του ποιος θα λυγίσει πρώτος, τον λόγο πήρε ο Βασίλης. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του, ξερόβηξε και είπε: “Είναι κάτι που δυστυχώς δεν περνάει από το χέρι μου. Πολύ θα ήθελα να ξεφορτωθώ κι εσένα και το υφάκι σου, αλλά έτσι όπως μας τα έκανε η Χρύσα, θα πρέπει να επιστρατεύσω τη λογική και να σου υπενθυμίσω ότι πάνω από όλα είναι η υγεία των ανθρώπων που έρχονται στα επείγοντα. Εμείς είμαστε η ‘πρώτη γραμμή μάχης’ και οφείλουμε να τους παρέχουμε την καλύτερη δυνατή περίθαλψη. Μπορείς, τουλάχιστον, όταν μας συμπίπτει βαρύ περιστατικό να μιλάς κόσμια και να θυμάσαι τη θέση σου”.
Η Άσπα κάγχασε: “Τη θέση μου την ξέρω πολύ καλά!”.
Ο Βασίλης γύρισε τα μάτια προς τα πάνω. “Καλά, καλά, οφείλω να παραδεχτώ ότι δεν υπάρχει άλλη λύση. Για χάρη των μελλοντικών ασθενών μας”, είπε η Άσπα και άπλωσε το χέρι της. Ο Βασίλης το έσφιξε με όλη του τη δύναμη, αλλά εκείνη δεν του έκανε τη χάρη να δείξει ότι πόνεσε. Το τράβηξε απότομα, το έσφιξε σε μπουνιά, γύρισε την πλάτη της και έφυγε.
Οι επόμενες βδομάδες πέρασαν πολύ ήπια. Φρόντιζαν να μην μιλάνε μεταξύ τους, παρά μόνο όταν ήταν αναγκαίο και να κρατούν τους τύπους μπροστά στους ασθενείς. Όλο το προσωπικό ευγνωμονούσε την Χρύσα για την απόφασή της να τους αναγκάσει να δουλέψουν μαζί, γιατί επιτέλους οι τσακωμοί στους διαδρόμους είχαν σταματήσει.
“Τρέχα!”, της φώναξε και της τράβηξε την κοτσίδα, όσο εκείνη συμπλήρωνε χαρτιά ασθενών στην ρεσεψιόν. Το κεφάλι της Άσπας τραντάχτηκε και γύρισε όλο μένος να τον βρίσει, αλλά εκείνη ακριβώς τη στιγμή τον είδε να τρέχει μαζί με τον χειρούργο, σπρώχνοντας ένα φορείο. Στο θέαμα, κατάλαβε.
Πέταξε το στυλό και άρχισε να βάζει γάντια, ποδιά και μάσκα προκειμένου να μπει στο χειρουργείο μαζί τους. Μετά από δύο λεπτά ακολουθούσε κατά γράμμα τις οδηγίες του γιατρού και συνεργαζόταν άψογα με τον Βασίλη. Όλα φαίνονταν να βαίνουν καλώς, μέχρι που οι παλμοί της νεαρής τραυματία έπεσαν απότομα.
“Δεν θα τα καταφέρει. Έχει χάσει πολύ αίμα. Τα θραύσματα από την σύγκρουση είναι σε όλο της το σώμα. Λαβίδα!”, πρόσταξε ο γιατρός και η Άσπα πέρασε το εργαλείο στον Βασίλη, ο οποίος, μαζί με τον χειρούργο, αφαιρούσε με απόλυτη ακρίβεια τα ‘ξένα σώματα’ από το κορμί της νεαρής που κείτονταν στο χειρουργικό κρεβάτι αναίσθητη. Στη συνέχεια σκούπισε τον ιδρώτα από τα μέτωπα και των δύο. Για ώρα έκαναν κάθε υπεράνθρωπη προσπάθεια μέχρι που ακούστηκε ο μοναδικός ήχος που μπορούσε να κάνει τα αυτιά όλων να βουίζουν. Το παρατεταμένο ‘μπιπ’ που συνόδευε την ίσια πράσινη γραμμή.
“Ώρα θανάτου 02:48”, είπε με τρεμάμενη φωνή ο γιατρός και σκέπασε το κεφάλι της κοπέλας με το σεντόνι. Έβγαλε τα γάντια και τη ρόμπα του, έπλυνε τα χέρια του και απευθύνθηκε στην Άσπα και τον Βασίλη: “Θα έρθετε μαζί μου για να το ανακοινώσουμε στους γονείς”. Είχαν ξαναζήσει παρόμοια περιστατικά, αλλά όταν επρόκειτο για νέα παιδιά που έφευγαν με τέτοιον τρόπο, δεν άντεχαν τις αντιδράσεις των γονιών. Παρόλα αυτά κούνησαν ταυτόχρονα καταφατικά το κεφάλι και αφού ακολούθησαν το πρωτόκολλο περί θανούντων ασθενών, βγήκαν με τον γιατρό από το χειρουργείο, περπάτησαν τον μεγάλο διάδρομο και έφτασαν μπροστά από μια μεγάλη μπλε πόρτα.
Το μικρό τρίξιμο κατά το σπρώξιμο, έκανε την Άσπα να δαγκώσει τόσο έντονα το εσωτερικό του μάγουλού της που δεν το ένιωθε πια και τον Βασίλη να νιώσει ένα κάψιμο στα μάτια. Οι γονείς της άτυχης κοπέλας πετάχτηκαν όρθιοι μόλις οι τρεις τους τούς πλησίασαν. Η μητέρα της τους κοίταζε με κόκκινα μάτια και ο πατέρας με ένα χαμένο βλέμμα.
“Λυπάμαι πολύ. Κάναμε ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό”.
“Το παιδί μου!”, ούρλιαξε η μάνα και ο πατέρας προσπαθώντας να την κρατήσει όρθια, θρηνούσε βουβά.
Ο γιατρός έφυγε και άφησε τους δύο νοσοκόμους να υποστούν όλο το δράμα, μέχρι να καταλαγιάσει, ώστε να τους ενημερώσουν ότι θα έπρεπε να μιλήσουν με την γραμματεία για τα γραφειοκρατικά.
Μετά από περίπου 45 λεπτά, που όλα τελείωσαν, η Άσπα και ο Βασίλης κοιτάχτηκαν. Καυτά δάκρυα άρχισαν να τρέχουν στα μάγουλα της Άσπας και ο Βασίλης, για πρώτη φορά, έφερε με το χέρι του το κεφάλι της στο στήθος του και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Ένιωθε τους σπασμούς που έκανε το σώμα της με κάθε λυγμό. Την αγκάλιασε πιο σφιχτά και ακούμπησε το σαγόνι του στο κεφάλι της.
Έμειναν έτσι για αρκετά λεπτά. Η Άσπα τραβήχτηκε απότομα από την αγκαλιά του και σκούπισε τα μάτια της και τη μύτη της με την εξωτερική μεριά της παλάμης της. Τον κοίταξε με πρησμένα μάτια και του είπε: “Δεν σημαίνει ότι σε μισώ λιγότερο τώρα”.
Μια υποψία χαμόγελου εμφανίστηκε στα χείλη του Βασίλη. Δεν είπαν κάτι άλλο. Ξαναγύρισαν στη δουλειά τους και έβγαλαν όλη την υπόλοιπη βάρδια χώρια, αναλαμβάνοντας ο καθένας διαφορετικό περιστατικό. Όταν έφτασε οκτώ η ώρα και τελείωσε η βάρδια τους, πρώτη μπήκε στον χώρο που άλλαζαν η Άσπα. Έπιασε με τα χέρια της την γαλάζια μπλούζα και μόλις την ξεπέρασε από το κεφάλι και τα μαύρα πυκνά μαλλιά της έπεσαν στο πρόσωπό της, ένιωσε έντονη μια μυρωδιά από πράσινο σαπούνι και αχλάδι. Προσπάθησε να εισπνεύσει όσο περισσότερη μπορούσε και μετά φόρεσε τα ρούχα της. Της φαινόταν τόσο οικεία και παράλληλα τόσο άγνωστη. Τη στιγμή που έβαλε και τα παπούτσια της, άνοιξε την πόρτα ο Βασίλης. Κοιτάχτηκαν με το ίδιο απηυδισμένο ύφος και αφού η Άσπα άρπαξε τη τσάντα της, τον προσπέρασε και βγήκε από τον χώρο. Ο Βασίλης αισθάνθηκε έντονη τη μυρωδιά της κανέλας και των μπαχαρικών στον αέρα. Έτσι ακριβώς μύριζαν και τα μαλλιά της Άσπας όταν την πήρε αγκαλιά.
Μόλις εκείνη βρόντηξε την πόρτα κοντοστάθηκε. “Αποκλείεται αυτή η μυρωδιά να είναι του Βασίλη και να μου αρέσει κιόλας! Άσπα, σύνελθε! Είχες δύσκολη μέρα!”, είπε μουρμουρίζοντας και έφυγε με μεγάλα βήματα. Στην πίσω πλευρά της πόρτας, ο Βασίλης σκεφτόταν ακριβώς το ίδιο: “Πώς γίνεται να μην την αντέχω δίπλα μου και να έχω εθιστεί στη μυρωδιά της;”.
Αγγελική Ανδριοπούλου
Συνεχίζεται…

One response to “Εχθροί – Μέρος 1ο”
[…] Προηγούμενο […]