Εκείνος και εκείνη

– Μην κλαις άλλο ρε κορίτσι μου!
– Παρατήστε με! Βλέπετε να μπορώ να κάνω κάτι άλλο;
– Έχουν παπαριάσει τα μάτια σου! Θα πάθεις αφυδάτωση!
– Ναι ρε μανάρι μου! Κλαις τρεις ώρες σερί και με αναφιλητά. Σε παρακαλώ!
– Δεν έχω να κάνω κάτι άλλο. Εξαφανίστηκε λες και φταίω εγώ. Που ok, μπορεί να φταίω, αλλά γιατί δεν το συζήτησε; Γιατί δεν ενδιαφέρθηκε; Ωραίοι φίλοι!
– Θες να μας πεις;

Τις κοίταξε και τις δύο στα μάτια. Πώς να τους έλεγε την αλήθεια; Πώς να τους μιλούσε για τα πραγματικά συναισθήματά της για εκείνον; Θα την έβριζαν και θα είχαν και δίκιο.

Από την πρώτη πρώτη στιγμή της είχαν πει να μην μπλέξει μαζί του. Της είχαν πει ότι είναι εμφανώς ακατάλληλος, τόσο για εκείνη, όσο και για οποιαδήποτε άλλη και ανάθεμά τον, είχε και πολλές! Όσο όμως και να προσπάθησε να μείνει μακριά του, δεν τα κατάφερε.

Την πολιορκούσε καιρό και ενέδωσε. Τον ήθελε πολύ και το κρατούσε κρυφό από όλους. Μέρα με τη μέρα, μήνα με τον μήνα, γινόταν όλο και πιο δύσκολο να αντισταθεί, όμως το πάλευε. Όχι γιατί δεν ήθελε, αλλά γιατί φοβόταν.

Φοβόταν να αφεθεί σε αυτή την κινούμενη κόκκινη σημαία. Ήξερε ότι ήταν η μέρα με τη νύχτα. Το μαύρο και το άσπρο. Εκείνη φως και εκείνος έρεβος. Εκείνη ελπίδα και εκείνος λεπίδα που κομμάτιαζε κάθετί στο διάβα του. Πολλές γυναίκες θηράματά του. Καθαρόαιμο αρπακτικό.
Και μεταξύ μας, αυτόν την τρέλαινε σε εκείνον. Το χάος που δημιουργούσε στο μυαλό οποίας τύχαινε να πέσει στα δίχτυα του. Γιατί αν το μυαλό κατακτηθεί πρώτο, το κορμί υποκλίνεται αυτοβούλως.

Έτσι ήταν αυτός για εκείνη… Και όλο αυτό το βάφτισαν “φιλία” για τα μάτια του κόσμου. Στα δικά του μάτια όμως αυτή ήταν η πραγματικότητα. Στα δικά της μάτια… Ένα λάθος!

Αν πραγματικά μάθαιναν οι φίλες της τι ακριβώς συμβαίνει στο μυαλό, στο σώμα και στην καρδιά της εξαιτίας του, δεν θα την ξέπλενε τίποτα και κανένας. Τίποτα δεν πονάει περισσότερο από το “εμείς στα λέγαμε! Βούτηξες στα σκ@τα… Κολύμπα!”. Και αυτές ήταν αυστηροί κριτές γιατί την αγαπούσαν. Γιατί ήξεραν πως αν έμπλεκαν οι δυο τους, δεν θα υπάρξει γυρισμός…

– Σταμάτα βρε ψυχούλα μου να κλαις και πες μας! Καλά δεν ήμασταν στο τραπέζι; Τι σκ@τα έγινε;

Άφησαν μπροστά της ένα κουτί χαρτομάντιλα και μια κούπα ζεστό καφέ, με την ελπίδα ότι θα την αποσυντόνιζε, θα σταματούσε να έκλαιγε και θα τους έδινε κάποιες εξηγήσεις. Και το κατάφεραν…

– Δεν μου μιλάει! Δεν ξέρω γιατί. Είχα πολλά νεύρα και ίσως παρεξήγησα πολλά. Λίγο η αδιανόητη κούραση, λίγο το κρύωμα που με γυροφέρνει, λίγο η πεσμένη ψυχολογία λόγω περιόδου… Ε, δεν θέλει και πολύ ο άνθρωπος. Και πραγματικά ήμουν τόσο καλή. Τον κοιτούσα και έλιωνα…
– ΟΡΙΣΤΕ; (με μια φωνή)
– Γιατί ρε; Πρώτη φορά το ακούτε; Προφανώς τον κοιτάω και λιώνω. Τον έχετε δει να κινείται μέσα στον χώρο; Αερικό. Διακριτική μα τόσο ηχηρή παρουσία. Δεν το είπα για κακό, συγκεντρωθείτε!

– Αυτός; Αερικό; Καλά μας δουλεύεις!
– Ρε άστη να συνεχίσει… Είναι ικανή να αρχίσει να κλαίει πάλι. Θα το πιάσουμε το ‘αερικό’ ξανά όταν μας εξηγήσει!

– Συνεχίζω… Είπε πολλά. Με προσέβαλε αρκετές φορές μπροστά σε κόσμο. Δεν αντέδρασα άσχημα αλλά απάντησα. Και όσο συνέχιζε αυτή τη συμπεριφορά, τόσο αμυνόμουν. Θες να το παρεξήγησα όλο επειδή ψυχολογικά δεν ήμουν κομπλέ; Οkay μπορεί, αλλά… άνθρωπος είμαι! Ε κάποια στιγμή έφτασε ο κόμπος στο χτένι. Έσπασα. Θύμωσα πολύ. Το έκανα εμφανές… Το είδατε άλλωστε! Θύμωσε. Μούτρωσε. Σταμάτησε να μου μιλάει!

Πάλι κλάμα. Πολύ κλάμα. Αναπάντητα μηνύματα. Άκαρπες προσπάθειες επικοινωνίας. Αδιαφορία από μεριάς του. Λες και εκείνη δεν υπήρξε ποτέ στη ζωή του. Λες και δεν υπάρχει γενικότερα. Όσο το σκεφτόταν αυτό, τόσο έκλαιγε και όσο έκλαιγε, τόσο έσπαγε μέσα της. Τον ήθελε και δεν μπορούσε να το πει σε κανέναν και όσο δεν της μιλούσε, τόσο πνιγόταν.

– Ωραία! Και δεν μιλήσατε; Ενήλικες είστε!
– Προσπάθησα! Έκανε σαν να μην υπάρχω. Έστειλα μηνύματα. Αδιάβαστα και αναπάντητα. Τον θύμωσα ναι, με θύμωσε επίσης ναι. Δεν ενδιαφέρθηκε να μάθει τον λόγο. Δεν μου έδωσε μια ευκαιρία να δω αν παρεξήγησα κάτι. Απλά με πέταξε. Με έκανε έναν κόμπο και ψυχρά με πέταξε. Υποτίθεται ότι είμαστε φίλοι. Υποτίθεται ότι κάπως συμπαθιόμαστε. Είμαστε όλοι μια παρέα. Δεν ζήτησα τίποτα παράλογο. Ήθελα απλώς να μου μιλήσει…

Το κλάμα έγινε λυγμός. Οι ανάσες της έβγαιναν με δυσκολία. Τα κορίτσια την κοιτούσαν με απορία. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν προς τι όλο αυτό το ξέσπασμα. Έτσι ήταν. Ψυχρός και αδιάφορος για όλους. Κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν ξανά. Συνηθισμένο μοτίβο. Έτσι πίστευαν τα κορίτσια, όμως γιατί εκείνη είχε άλλη άποψη… Τον έχασε. Τον έχασε μέσα από τα χέρια της για μια μ@λαkia που ποτέ δεν συζητήθηκε. Για μια ευκαιρία που ποτέ δεν την έδωσε.

Πίστευε πως είχαν έναν μυστικό κώδικα επικοινωνίας οι δυο τους. Ότι επικοινωνούσαν σε άλλο επίπεδο, αλλά έκανε λάθος και αυτό τη διέλυε! Δεν ενδιαφέρθηκε καν να τη ρωτήσει ‘γιατί;’. Δεν τον ένοιαξε αν ήθελε να του εξηγήσει. Δεν της έδωσε ΜΙΑ ευκαιρία. Ήταν λες και αυτό ήθελε… Να την ξεφορτωθεί, μιας δεν είχε τον τρόπο να το κάνει μόνος του. Του τον έδωσε η ίδια απλόχερα. Μόνη της έπεσε στην παγίδα.

– Ωραία! Δεν σου μιλάει… Και;;; Θα τα βάψεις μαύρα για αυτό; Κάθεσαι και μουλιάζεις στον καναπέ μου για αυτόν; Εσύ; Για αυτόν;
– Κάτσε να δεις που κάτι μας κρύβει αυτή για να κάνει έτσι! Κάτσε να δεις που δεν μου αρέσει καθόλου ο λόγος πίσω από αυτό που βλέπω…

Τις κοίταξε μες στα μάτια. Δεν μπορούσε να πει την αλήθεια. Δεν θα του το έκανε αυτό. Μπορεί να μην της μιλούσε, αλλά ποτέ δεν θα αθετούσε τον λόγο της. Εκείνη για εκείνον και εκείνος για εκείνη και ας μην υπάρχει πια αυτό το ‘μαζί’.

– Όχι! Αυτός είναι ο λόγος. Ήθελα απλά να με ακούσει. Ήθελα απλά να το συζητήσουμε. Αν ήταν κάποια από τις δύο σας, θα κινούσε τον κόσμο όλο για να λύσει τα πάντα, ενώ εμένα… Τέλος πάντων… Θα πορευτούμε έτσι! Δεν μπορώ να κάνω κάτι άλλο. Αν θέλει, εδώ είμαι. Αν θέλει…

Τα κορίτσια την αγκάλιασαν σφιχτά και ένιωσαν τα κομμάτια της να ενώνονται. Ήξεραν πως πονούσε και ήταν σίγουρες πως όλο αυτό δεν ήταν επειδή χάλασε μια παρέα. Ήξεραν πως όλο αυτό ήταν επειδή άρχισε να χαλάει σιγά σιγά μια καρδιά. Η δικιά της. Και δεν μπορούσαν να κάνουν τίποτα για αυτό. Έπρεπε μόνη της να επουλωθεί. Μόνη της να προχωρήσει. Εκείνες απλά θα περίμεναν τη στιγμή που θα έβγαιναν οι σκέψεις τους αληθινές.

Τη στιγμή που η αλήθεια θα έβγαινε στο φως και τότε… Χα! Τότε… Θα έμπαιναν όλα στη θέση τους.

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading