Ζούμε σε μια εποχή, όπου η ζωή των περισσότερων αποκτά αξία μόνο αν προβληθεί στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Κάθε ταξίδι, κάθε εκδήλωση, κάθε ιστορία αγάπης, ακόμη και μια απλή έξοδος, μετατρέπεται σε έκθεμα στα αδηφάγα βλέμματα των ακολούθων.
Αυτοί οι ακόλουθοι συνήθως είναι άνθρωποι που έχουν μάθει να χορταίνουν από την πληροφόρηση για τις ζωές των άλλων, να συγκρίνουν τον εαυτό τους μαζί τους, να κουτσομπολεύουν και να συνθέτουν τα στοιχεία που λαμβάνουν, ώστε να εξάγουν συμπεράσματα για το αν ο κάτοχος ενός λογαριασμού είναι ευτυχισμένος. Αν το συμπέρασμα είναι αρνητικό, συχνά νιώθουν μια κάποια χαρά και ανακούφιση που εκείνοι θεωρούν πως βρίσκονται σε καλύτερη θέση.
Μέσα σε αυτή τη λογική, πολλοί χρήστες αναπτύσσουν εμμονή με την ωραιοποίηση της ζωής τους. Προβάλλουν εικόνες στις οποίες γελούν, διασκεδάζουν, είναι ερωτευμένοι, επιδεικνύουν οικονομική άνεση και ταξιδεύουν, δημιουργώντας την εντύπωση πως είναι «πολίτες του κόσμου». Με αυτόν τον τρόπο αισθάνονται ασφάλεια, πιστεύοντας ότι κανείς δεν θα θεωρήσει πως δυστυχούν· αντίθετα, οι κακοπροαίρετοι θα τους φθονήσουν και θα νιώσουν μειονεκτικά.
Κάπως έτσι, η αξία των απλών στιγμών χάνεται. Κατά τη διάρκεια ενός όμορφου γεγονότος, οι περισσότεροι έχουν στο νου τους πώς θα το αποθανατίσουν και θα το παρουσιάσουν στο κοινό, αντί να το ζήσουν πραγματικά και να συλλέξουν αυθεντικές αναμνήσεις. Δημιουργείται έτσι μια ψευδαίσθηση πληρότητας, όταν ο χρήστης διαθέτει έναν λογαριασμό που πληρεί τις «προδιαγραφές» του ευτυχισμένου και αξιοζήλευτου, ενώ η πραγματική του ζωή μπορεί να απέχει πολύ από αυτή την εικόνα.
Άνθρωποι με χαμηλά εισοδήματα οργανώνουν ταξίδια-αστραπή στο εξωτερικό, βρίσκοντας φθηνά εισιτήρια μόνο και μόνο για να βγάλουν μια ατέλειωτη συλλογή φωτογραφιών που θα αναρτούν για εβδομάδες, καλλιεργώντας την ψευδαίσθηση μιας μεγάλης, αξέχαστης εμπειρίας.
Ζευγάρια ποζάρουν χαμογελαστά και αγκαλιασμένα, ενώ λίγη ώρα πριν μπορεί να είχαν ανταλλάξει σκληρά λόγια ή ακόμη και να είχε υπάρξει λεκτική ή σωματική βία.
Μητέρες προβάλλουν τη μητρότητα με τρόπο εξιδανικευμένο, αποκρύπτοντας τα ξεσπάσματα και τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίζουν καθημερινά.
Με όλα αυτά τα τεχνάσματα, άνθρωποι που ήδη βιώνουν δυσάρεστες καταστάσεις επιβαρύνονται ψυχολογικά ακόμη περισσότερο, πιστεύοντας πως όσα βλέπουν στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης είναι αληθινά και ότι η δική τους ζωή υστερεί.
Ιδιαίτερα οι έφηβοι, που βρίσκονται σε μια ευαίσθητη περίοδο της ζωής τους, παγιδεύονται στη διαρκή σύγκριση και συχνά οδηγούνται σε σοβαρότερα προβλήματα — ακόμη και σε διατροφικές διαταραχές — προσπαθώντας να προσεγγίσουν την ωραιοποιημένη εικόνα των συνομηλίκων τους.
Τα «likes» έχουν γίνει μέτρο σύγκρισης της αξίας των ανθρώπων: αιτία υψηλής αυτοπεποίθησης όταν είναι πολλά, αιτία ανασφάλειας όταν είναι λίγα. Έτσι, πολλοί ξεχνούν πως η πραγματική ζωή βρίσκεται εκεί έξω, και ότι η αξία ενός ανθρώπου δεν μετριέται με εικονικά χεράκια, αλλά με τα επιτεύγματά του στον πραγματικό κόσμο και με το ποιόν του ως άνθρωπος.
Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να αναθεωρήσουμε τον τρόπο με τον οποίο αναζητούμε το νόημα της ζωής μας και να συνειδητοποιήσουμε ότι τα πιο πολύτιμά μας πρέπει να αποθηκεύονται στις αναμνήσεις μας — όχι να γίνονται τροφή για τα μάτια αγνώστων που δεν νοιάζονται πραγματικά για εμάς και κρύβονται πίσω από μια οθόνη.
Ιωάννα Χαντζαρά
