Φως στο τραπέζι

Όταν ζήτησε μια γνωστή του Κωστή να πάει στο σπίτι εκείνης της ηλικιωμένης να επισκευάσει τον ηλεκτρικό πίνακα, δεν θα μπορούσε ποτέ να φανταστεί τι θα αντικρίσει. Ούτε ότι από την στιγμή που θα έμπαινε στο σπίτι της, θα υπήρχε πάντα μια θέση στο τραπέζι της για εκείνον.

Εκείνο το πρωί, ήταν πολύ ευδιάθετος. Χωρίς να ξέρει τον λόγο, είχε ξυπνήσει με πολλή όρεξη. Όλα του έμοιαζαν ωραία και δεν έβρισκε λόγο να γκρινιάξει. Ούτε που κόλλησε στην κίνηση για πάνω από μια ώρα, ούτε που οι περαστικοί τον σκουντούσαν στο πέρασμά τους. Δεν έδωσε σημασία που κάποιοι τσακώθηκαν και κόντεψαν να πέσουν πάνω του ή που κάποιος τον έβρισε χωρίς λόγο. Απόρησε με τον εαυτό του. Σκέφτηκε τι καλά που θα ήταν να ένιωθε έτσι κάθε μέρα. Πόσο πιο εύκολη θα ήταν η ζωή του. Πόσο καλύτερη θα ήταν αν μπορούσε κάθε μέρα να βλέπει μόνο τα όμορφα πράγματα γύρω του.

Έφτασε στο σπίτι που ήταν κρυμμένο σε ένα πλακόστρωτο στενάκι. Το απομονωμένο σπιτάκι είχε μια παλιά σιδερένια πόρτα, που τέτοιες θυμόταν να είχε ξαναδεί στο πατρικό της γιαγιάς του ή σε κάποιο εγκαταλελειμμένο κτήριο. Χτύπησε μια δυο φορές και περίμενε μέχρι να φτάσει στην πόρτα η ηλικιωμένη γυναίκα. Από την όψη αμέσως του ήρθε ξανά στον νου του η γιαγιά του. Αυτή η μικροσκοπική γυναίκα με τα άσπρα μαλλιά, το ρυτιδιασμένο πρόσωπο και τα τραχιά χέρια, την λουλουδάτη ρόμπα και τις παντοφλίτσες, είχε την φυσιογνωμία κάθε σκληραγωγημένης γυναίκας. Μια φιγούρα του παρελθόντος, βγαλμένη από τα παιδικά παραμύθια που θαρρείς και θα έβγαζε κάτω από την ποδιά της ένα παραμύθι και θα σε έβαζε να κάτσεις στα γόνατά της για να στο διαβάσει.

«Καλημέρα, είμαι ο Κώστας, ο ηλεκτρολόγος»

«Καλημέρα, παιδί μου. Έλα, μπες. Σε περίμενα πιο πρωί»

«Είχε κίνηση και άργησα. Λοιπόν, πού είναι το πρόβλημα;»

Η ηλικιωμένη τον πήρε μέσα και του έδειξε πού ήταν ο πίνακας. Εκείνος άνοιξε το βαλιτσάκι του και ξεκίνησε να δουλεύει, ενώ της έκανε κάποιες ερωτήσεις όσο πιο διακριτικά μπορούσε.

«Πώς σας λένε, είπαμε;»

«Μαρίκα, παιδί μου»

«Κυρά Μαρίκα μου, εδώ υπάρχει χοντρό πρόβλημα»

«Φτιάξε το, παιδί μου, αν μπορείς», τον παρακάλεσε.

«Θα κάνω ό,τι μπορώ, το υπόσχομαι. Εδώ μένετε μόνη σας ή με κάποιον μαζί;»

«Μόνη μου είμαι εγώ που με βλέπεις και κανείς άλλος»

«Μάλιστα. Παιδάκια έχετε;»

«Είχα έναν γιο λεβέντη, δύο μέτρα παλικάρι. Τον έχασα πριν δέκα χρόνια από την βρωμοαρρώστια. Αυτή μου το πήρε το παιδί μου», έκανε τον σταυρό της στην θύμησή του.

«Κρίμα. Λυπάμαι πολύ»

«Παρηγοριά μου ο Θεός μόνο. Χωρίς αυτόν δεν θα το άντεχα. Και αυτό εδώ το αδέσποτο γατί. Πάντα σιμά μου τριγυρνά, δεν με αφήνει μόνη. Σαν να ξέρει ότι είναι η μόνη μου παρέα, η μόνη μου συντροφιά»

«Λένε αυτά έχουν πιο πολύ αγάπη από τους ανθρώπους»

«Έχουν. Μα και με τους ανθρώπους δεν έχω κακία. Κι ας βλέπουν τα μάτια μου κι ας ακούν τα αυτιά μου χίλια δύο. Συγχωράμε για να μας συγχωρούν. Να το κάνεις και εσύ, παιδί μου, να δεις που θα ‘ναι η ψυχή σου ανάλαφρη σαν το πούπουλο»

Ο Κωστής άκουγε τις ορμηνίες της και έκανε ότι προσπαθούσε να φτιάξει τον πίνακα. Για να κερδίσει λίγο χρόνο, να σκεφτεί πώς θα της το πει. Μα τι να της έλεγε, που έτσι που τα έβλεπε τα πράγματα ήθελαν όλα πέταμα… Και όχι μόνο τα ηλεκτρολογικά του σπιτιού, μα και ολόκληρο το σπίτι. Η καρδιά του τον είχε πιάσει με την κατάσταση που επικρατούσε. Φαινόταν ότι η γυναίκα το πάλευε, φρόντιζε και καθάριζε το σπίτι όπως μπορούσε παρά την ηλικία της. Μα τα χαλασμένα δεν θέλουν καθάρισμα, θέλουν πέταμα.

«Θα ξανάρθω αύριο. Πρέπει να τα αντικαταστήσω», της είπε και ξεφύσηξε γιατί ήξερε τι ερώτηση θα ακολουθούσε.

«Τι σου χρωστάω, παιδί μου;»

«Τίποτα σήμερα. Αύριο βλέπουμε», χαμογέλασε διστακτικά.

«Αύριο, έχει ο Θεός», αναστέναξε αυτή.

Φεύγοντας από το σπίτι της, περπατούσε στο πλακόστρωτο δρομάκι με αργά βήματα. Σκεφτόταν τι στο καλό να κάνει. Και την εργασία του να μην χρέωνε, τα υλικά από μόνα τους ήταν πανάκριβα. Μόνο τον Θεό είχε, έτσι του είπε η γυναίκα. Αλύγιστη και αξιοπρεπής στεκόταν μπροστά στην μοναξιά της επιβίωσης. Μόνο αυτή ήξερε πόσο πόνο κουβαλούσε πάνω στο ταλαιπωρημένο της κορμί. Πόσα χτυπήματα είχε δεχθεί η καρδιά της και όμως έστεκε ακόμη. Αυτά σκεφτόταν και περπατούσε να πάει στο αυτοκίνητό του. Ώσπου άκουσε το όνομα του και γύρισε σαστισμένος. Γνώριμη του ήταν εκείνη η φωνή.

«Κωστή! Πού είσαι, φίλε;»

«Πάνο! Πού χάθηκες; Εδώ μένεις;»

«Ναι, μετακόμισα. Χάθηκα, το ξέρω. Εσύ; Τι κάνεις εδώ;»

«Ήρθα για ένα μερεμέτι», γύρισε και έδειξε το δρομάκι που είχε περπατήσει.

«Στης γιαγιάς;»

«Ναι, την ξέρεις;»

«Ναι. Ήσυχη γυναίκα. Απομονωμένη. Έχασε τον γιο της πριν χρόνια»

«Ναι, το έμαθα»

«Και κλείστηκε μέσα στο σπίτι»

«Και ξέρεις αν την βοηθά κανείς;»

«Όχι, ρε φίλε, δεν ξέρω. Κάποιες φορές την βλέπω να γυρίζει από την λαϊκή. Την βοηθώ με τα ψώνια, αν και είναι συνήθως καμία σακούλα μόνο. Λέμε δύο κουβέντες. Αλλά με σταματά πάντα στα μέσα στο δρομάκι και δεν με αφήνει να προχωρήσω άλλο»

«Γιατί το σπίτι είναι σε τραγική κατάσταση»

«Τόσο πολύ;»

«Ναι, ρε Πάνο. Και δεν ξέρω τι να κάνω. Είναι πολλά τα λεφτά. Σίγουρα δεν τα έχει. Να τα βάλω όλα δεν μπορώ»

«Θα βοηθήσουμε, φίλε μου»

«Σοβαρά, ρε;»

«Ναι. Θα μιλήσω σε μερικούς στην γειτονιά. Δώσε μου το τηλέφωνό σου και θα τα πούμε», τον αγκάλιασε και έφυγε με το τηλέφωνό του και μια υπόσχεση.

Την επόμενη μέρα, ο Κωστής πήγε ξανά στο σπίτι της ηλικιωμένης όπως το είχε πει.

«Κυρά Μαρίκα, καλημέρα. Πώς είστε σήμερα;»

«Τώρα που σε είδα πιο καλά»

«Πάω να δω τι θα φτιάξουμε σήμερα»

«Πολλά συμπράγκαλα κουβαλάς σήμερα», παρατήρησε.

«Ναι, έχουμε πολλή δουλίτσα. Θα με βλέπεις πολύ αυτές τις μέρες. Δεν σε πειράζει; Δεν σε ξεβολεύω;»

«Τί λες; Χαρά μου!»

Όταν τελείωσε την δουλειά για εκείνη τη μέρα, η κυρά Μαρίκα επέμενε να κάτσει μαζί της να φάνε το μεσημέρι. Ντράπηκε ο Κωστής, μα έσυρε την ξύλινη καρέκλα και έκατσε κοντά στο τραπέζι. Ένα πιάτο χόρτα έβαλε μπροστά του και δύο βρασμένα αυγά.

«Τρώγε, παιδί μου, κάνουν καλό τα χόρτα», του έβαλε και άλλες πιρουνιές στο πιάτο του.

«Ευχαριστώ», είπε μπουκωμένος.

«Και λεμόνι μπόλικο», σχεδόν τον διέταξε. «Για να νοστιμίσουν»

«Είναι πολύ ωραία», έσκυψε το κεφάλι και χαμογέλασε. Έτσι καπάτσα ήταν και η γιαγιά του με το φαγητό. Σαν να την έβλεπε μπροστά του να του γεμίζει το πιάτο. Και αν δεν το τελείωνε όλο, δεν θα μπορούσε να σηκωθεί από το τραπέζι. Και ένιωθε ότι έτσι ήταν και αυτή τη φορά.

«Μα δεν μου είπες, είσαι παντρεμένος; Παιδάκια έχεις;»

«Ναι. Δύο μικρά. Προνήπιο και πρώτη δημοτικού», κούνησε το κεφάλι.

«Να τα χαρώ εγώ! Μικρά που είναι! Να σου ζήσουν, Κωστή!»

«Ευχαριστώ, κυρά Μαρίκα. Μα ήρθε η ώρα να πηγαίνω εγώ»

«Όχι, ακόμα», του είπε και έπιασε το ένα από τα δύο αυγά. Τέντωσε το χέρι της μπροστά του κρατώντας το στην χούφτα της.

Ο Κωστής την κοίταξε και αναρωτήθηκε αν η γυναίκα άκουγε την καρδιά του πώς βαρούσε στο στήθος του. Ήταν μόνο δύο αυγά. Και του έδινε το ένα. Του έδινε το λίγο που είχε. Του έδινε από αυτό που δεν είχε. Εκεί μέσα ζούσε ο Θεός, ήταν σίγουρο αυτό.

Την επόμενη μέρα, δεν κατάφερε να πάει. Τον κάλεσαν σε μια άλλη δουλειά. Τα χρήματα ήταν πολύ καλά. Παρόλο που σκεφτόταν την ηλικιωμένη που θα τον περίμενε, δεν είχε άλλη επιλογή. Θα κατάφερνε να γυρίσει στο σπίτι του με ένα καλό μεροκάματο και να κρατήσει κάποια λεφτά από αυτά για τις επισκευές στο σπίτι της κυρά Μαρίκας. Εκείνο το βράδυ, τον πήρε τηλέφωνο και ο Πάνος. Και από όσα του είπε, ήταν βέβαιο ότι θα έκανε πολλά περισσότερα από όσα ευχόταν να καταφέρει.

Την επόμενη φορά που πήγε στης κυρά Μαρίκας, τον περίμενε ένα βάζο με γλυκό στο τραπέζι της κουζίνας.

«Για τα παιδάκια», του είπε.

Η πόρτα χτύπησε και η ηλικιωμένη σάστισε.

«Μην φοβάσαι. Είναι φίλος», της είπε και άνοιξε την πόρτα.

Ο Πάνος έφτασε με την δική του βαλίτσα με εργαλεία. Ξεκίνησε με τον Κωστή τις εργασίες και η κυρά Μαρίκα κλείστηκε στο δωμάτιό της από την ντροπή της.

«Θα της μιλήσω εγώ», είπε ο Πάνος και χτύπησε την πόρτα του δωματίου της.

Την είδε καθισμένη στην άκρη του κρεβατιού να κοιτά μια παλιά κορνίζα. Στα πόδια της είχε ξαπλώσει η γάτα της που ήξερε ότι εκείνη τη στιγμή έπρεπε να είναι κοντά της.

«Ο άντρας μου με τον γιο μου όταν ήταν μικρός», είπε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι. Δεν μπορούσε να τον κοιτάξει στα μάτια.

«Ζω κοντά σου. Δίπλα σου. Στην ίδια γειτονιά. Η γιαγιά μου ερχόταν συνέχεια και πίνατε καφέ και κάνατε παρέα. Θυμάσαι; Μου είχε πει ότι έκανες το ωραιότερο γλυκό σταφύλι. Καμία δεν το έκανε σαν εσένα. Έφυγε η γιαγιά μου, έφυγε ο άντρας σου και το παιδί σου. Με ρωτάει η μάνα μου πού και πού τι κάνεις. Της λέω ότι σε πετυχαίνω όταν γυρίζεις από την λαϊκή. Μου έχει πει να μην σε αφήνω να σηκώνεις ψώνια. Και αυτό κάνω. Μα δεν είναι αρκετό. Δεν είναι βάρος να βαστάς μία τσάντα. Βάρος είναι να σηκώνεις ολομόναχη αυτόν τον πόνο. Συγγνώμη, που ήρθα έτσι σήμερα. Μην τα βάλεις με τον Κωστή. Με εμένα να τα βάλεις. Μα μετά να με συγχωρέσεις και να έρθεις πάλι έξω, σε παρακαλώ»

«Συγχωράμε για να μας συγχωρούν», του είπε και σκούπισε τα μάτια της με την άκρη της ρόμπας της.

Τις επόμενες μέρες, ο Κωστής και ο Πάνος συνέχιζαν τις εργασίες στο σπίτι, ενώ άνοιγαν κάθε μέρα την πόρτα και για καινούργιους ανθρώπους. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι που άκουγαν για την ιστορία της κυρά Μαρίκας ήθελαν να συμβάλουν με τον δικό τους τρόπο. Άνθρωποι που είχαν πολλά και άνθρωποι που είχαν λίγα. Άνθρωποι που ήθελαν να παραμείνουν άνθρωποι.

Πλέον, το τραπέζι της κυρά Μαρίκας γέμιζε κάθε μέρα πιάτα με χόρτα και βραστά αυγά. Γέμιζε κάθε μέρα με φίλους. Με χαμόγελα, ζεστασιά και αγάπη. Με το χάδι της γιαγιάς. Το τραπέζι της γέμιζε κάθε μέρα με φως.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading