Θα μου πεις το φλυτζάνι;

Τρεις γενιές γυναικών, όπως κάθε Κυριακή πρωί μετά την εκκλησία, έπιναν το ελληνικό καφεδάκι τους, στα γυαλιστερά φλυτζανάκια σε σχήμα όστρακο της γιαγιάς Ευτέρπης, που τα είχε φέρει ο παππούς από ένα ταξίδι του όταν γυρνούσε τον κόσμο σαν καπετάνιος. Στο τραπέζι, κάτω από τους καφέδες, ένα πλεκτό σεμεδάκι από τα χεράκια της γιαγιάς. Ένα από τα πολλά της. Γεμάτα τα συρτάρια, προίκες πια της κόρης και των εγγονιών της.

– Δρόμο έχεις. Όχι πολύ μακριά, εδώ κοντά. Να ‘το, ξεκάθαρο Χ. Μεγάλο μεγάλο.
– Αμάν ρε γιαγιά, όλο Χ βλέπεις και Χ πουθενά τόσα χρόνια.
– Άμα δε το πιστεύεις το φλυτζάνι, δεν βγαίνει πουλάκι μου.
– Αχ εσύ, φουντουκούδα μου, πώς τα λες έτσι! Και για πες, τι άλλο βλέπεις;
– Δεν λέω τίποτα άλλο, αφού με κοροϊδεύεις.
– Έεεεεελα γιαγιάκα μου, δεν σε κοροΐδεύω, πες, άντεεεε. σηκώθηκε, την έκλεισε στην αγκαλιά της κι εκείνη, συνέχισε.
– Ένα κομμάτι παίρνεις, συναντάς ένα πρόσωπο και βλέπω δαχτυλίδια.
– Ώπα! Τι λες! Αυτό πρώτη φορά το βλέπεις. Αχ, πούν’ τα για; Ας βρω πρώτα τον γαμπρό!
– Για να τον βρεις, πρέπει να κουνήσεις κι εσύ λίγο τα χέρια σου, επενέβη η μαμά της.
– Αλίμονο! Δεν θα πετούσες εσύ την σπόντα σου; Ρε μαμά και χέρια και πόδια και ουρά να κουνήσω! Δεν ξέρετε τι κυκλοφορεί εκεί έξω γι’ αυτό δε σας παρεξηγώ!
– Μάρθα, άσε ήσυχο το κορίτσι! Ξέρει εκείνη! Τον καλύτερο θα βρει! Το Χ που βγαίνει συνέχεια στο φλυτζάνι, την περιμένει! Θα δείτε, δε θα πάει πολύ!
– Μαμά, τριάντα έφτασε! Στην ηλικία της εγώ είχα αυτήν πέντε χρονών και τον αδερφό της ενάμιση.
– Αχ γιαγιάκα μου, μόνο εσύ με καταλαβαίνεις!

Η Βασιλική μόλις είχε τελειώσει από το Σαββατιάτικο διαγώνισμα ενηλίκων, στο φροντιστήριο αγγλικών που δίδασκε και μπήκε στο σούπερ μάρκετ να ψωνίσει δύο τρία πράγματα που της είχε πει η μαμά της και φυσικά, τα αγαπημένα καραμελάκια βουτύρου για την γιαγιά της. Στην ουρά του ταμείου, μπροστά της ήταν ένας άντρας με το αγοράκι του κι εκείνο γκρίνιαζε με κροκοδείλια δάκρυα για κάτι.
– Άγγελε, σε παρακαλώ, τα έχουμε πει. Ένα γλυκό δικαιούσαι. Πήρες σοκολάτα, δεν έχει άλλο.
– Μπαμπάααααα! Θέλω και το κρουασάν το μεγάλο! Πάρ’ το μουυυυυ!
– Άγγελε κάτσε φρόνιμα! Δες η κοπέλα πίσω σου θα λέει, τι κακομαθημένο αγοράκι είναι αυτό!, και την κοίταξε στα μάτια.

Η Βασιλική χαμογέλασε, αφού ένιωσε ότι θα λιποθυμούσε. “Τι μάτια Χριστούλη μου! Τι μπαμπάδες κυκλοφορούν ανάμεσά μας!”. Συγκράτησε τα σάλια που ήταν έτοιμα να πέσουν κοιτώντας τον κούκλο μπροστά της και απευθύνθηκε στον μικρό γκρινιάρη.
– Ο μπαμπάς σου έχει δίκιο Άγγελε. Και τι ωραίο όνομα!

Ο μικρός, δεν της έδωσε σημασία. Το κρουασάν τον έκαιγε. Το μοντέλο την κοίταξε ακόμα μια φορά και χαμογέλασε. “Πανάθεμα σε, όλα επάνω σου τέλεια!” σκεφτόταν η κοπέλα και τον θαύμασε να σκύβει και να παίρνει αγκαλιά τον μικρό ταραχοποιό. Το βλέμμα της έπεσε στον πισινό του αυτόματα και μη πιστεύοντας τι είχε κάνει μόλις, σήκωσε το βλέμμα της ντροπιασμένη.

Φορώντας το κράνος για το μηχανάκι της, ένα αμάξι σταμάτησε μπροστά της και άκουσε μια φωνή.
– Αυτά βλέπετε οι νεαρές και δε θα θέλετε να κάνετε παιδιά ε;
Γύρισε και είδε τον παίδαρο. Ξαναέβγαλε το κράνος για να απαντήσει.
– Με παιδιά έχω να κάνω συνέχεια! Είμαι μαθημένη! Άλλωστε ο Άγγελος είναι ένα πολύ καλό παιδί, ε Άγγελε;
Κοιτούσε τον μικρούλη για να μην προδώσει το πόσο εντυπωσιάστηκε με κείνον.

– Με παιδιά; Δηλαδή;
– Διδάσκω αγγλικά σε φροντιστήριο.
– Θα ορκιζόμουν ότι είσαι φοιτήτρια!
“Πώς τα λες έτσι παιδάκι μου; Θα σωριαστώ κατάχαμα!” σκεφτόταν, αλλά χαμογέλασε και όσο πιο φυσικά μπορούσε απάντησε.
– Απέχω πολύ από φοιτήτρια, αλλά σας ευχαριστώ.
Την στιγμή διέκοψε ο μικρός.
– Μπαμπά πότε θα φύγουμε;
Κοιτάχτηκαν, χαμογέλασαν με ύφος “πρέπει να υπακούσουμε”, η Βασιλική έβαλε το κράνος της, ο άγνωστος Θεός γκάζωσε και τέλος.

Λίγες μέρες μετά, στο ίδιο σούπερ μάρκετ, καθώς περίμενε στα τυριά, κάποιος την τσίμπησε στη μέση. Γύρισε πίσω και η όψη της άλλαξε.
– Σε τρόμαξα;
– Όχι, όχι, απλώς ξαφνιάστηκα.
– Στις ομορφιές σου και σήμερα.
Η Βασιλική χαμήλωσε το βλέμμα από την ντροπή της.

– Μόνος; Ο Άγγελος; Θέλησε να αλλάξει την κουβέντα.
– Ο Άγγελος καθημερινές είναι με την μητέρα του, την πρώην σύζυγό μου. Εγώ τον έχω Σαββατοκύριακα. Τελειώνεις με τα ψώνια;
– Εεεεε, ναι, τελειώνω.
– Θέλεις να τα πούμε λίγο έξω;
– Ναι, γιατί όχι;

Ένιωθε την καρδιά της να χτυπάει. Ας την τσιμπούσε κάποιος, γιατί σίγουρα κοιμόταν κι έβλεπε όνειρο. Βγήκαν έξω, η Βασιλική, φόρτωσε τα ψώνια στο βαλιτσάκι πίσω στο μηχανάκι της και τον ακολούθησε στο αμάξι του.
– Λάμπης! Έτεινε το χέρι του προς το δικό της.
– Αχ, σωστά!, γέλασε αμήχανα εκείνη, Βασιλική!
Η χειραψία τους, εσκεμμένα από μεριάς του, κράτησε περισσότερο από όσο έπρεπε.

– Είσαι πολύ γλυκιά όταν κοκκινίζουν τα μάγουλά σου, Βασιλική.
– Κοκκίνισα ε; Πω πω, ρεζίλι.
– Το αντίθετο! Τι θα έλεγες να κεράσω έναν καφέ; Να γνωριστούμε;
– Αμέ! Και δε πάμε;!
– Διάλεξε μέρος.
– Στην πλατεία λίγο πιο κάτω, το μικρό καφέ στο πλακόστρωτο, το ξέρεις;
– Φυσικά! Ok, εκεί.

Αν δεν χτυπούσε το τηλέφωνο, να την επαναφέρει στην πραγματικότητα η μαμά της που ανησύχησε, δεν θα είχε καταλάβει ότι πέρασαν δύο ώρες μαζί του. Αντάλλαξαν τηλέφωνα και κανόνισαν ραντεβού για την επομένη, την ίδια ώρα, στο ίδιο μέρος. Η Βασιλική έτρεξε στο σπίτι της γιαγιάς της.
– Γιαγιακούλα μου, θα μου πεις το φλυτζάνι;
– Τι καημός είναι αυτός; Τι σ’ έπιασε;
– Αχ εσύ, που τα βρίσκεις όλα! Το συνάντησα το πρόσωπο που μου είπες τις προάλλες! Και τι πρόσωπο! Μπραντ Πιτ στα νιάτα του! Άντε άντε, δες τώρα, τι βλέπεις;
Περιεργαζόταν το φλυτζάνι και έφτιαχνε γκριμάτσες.

– Η καρδιά σου ανοίγει! Ένα φως βλέπω, ένα τέλος για μια υπόθεση. Κάτι που λαχταράς πολύ, γίνεται. Ένα Χ μεγάλο, ολοκάθαρο και βέρες.
– Πάλι μωρέ γιαγιά Χ; Κανένα λάμδα; Πουθενά; Αυτό λαχταράω, το λάμδα! Οι δε βέρες, πάλι; Βιάζεσαι να με αποκαταστήσεις ε; Σα τη μαμά κι εσύ!
– Λάμδα δε βλέπω. Η ζωή κάνει πάντα τα δικά της, ούτε η μάνα σου ούτε κανείς άλλος αλλάζει το ριζικό.
Στη γιαγιά Ευτέρπη καθόλου δεν άρεσε το γεγονός ότι αυτός από λάμδα, είχε ήδη στο ενεργητικό του ένα διαζύγιο και μάλιστα σε διάρκεια γάμου μόλις ενός χρόνου κι ένα παιδί πέντε χρονών, αλλά δεν της έπεφτε λόγος.

Οι συναντήσεις τους συνεχίστηκαν. Στο πρώτο τους φιλί η Βασιλική κατάλαβε ότι ήταν τρελά ερωτευμένη με τον Λάμπη. Στην πρώτη τους ερωτική επαφή κατάλαβαν και οι δύο ότι ταίριαζαν απόλυτα. Το πρώτο Σαββατοκύριακο που δεν τον είδε λόγω του γιου του, ένιωθε την έλλειψή του στο δέρμα της, στα χείλη της, στο είναι της. Δεν είχαν ούτε επικοινωνία, της το ζήτησε εκείνος για να μπορέσει να συγκεντρωθεί στο παιδί του. Τα επόμενα, δεν την απέκλεισε, πήγαν οι τρεις τους στην παιδική χαρά. Ο Άγγελος την συμπάθησε. Παίζανε μαζί, του μάθαινε λέξεις στα αγγλικά, τον αγκάλιαζε πολύ, του μιλούσε γλυκά. Ο Λάμπης χαιρόταν με την εξέλιξη αυτή. Στην επέτειο του πρώτου τους μήνα, της ζήτησε να ζήσουν μαζί. Η Βασιλική σα μαγεμένη, τον κοιτούσε δακρυσμένη.

– Δεν είναι πολύ νωρίς; Είσαι σίγουρος;
– Δεν θέλω να χάνω ούτε στιγμή μακριά σου.
– Και το παιδί;
– Θα του μιλήσω το Σάββατο, που θα τον έχω. Και θα έρθεις την Κυριακή, να φάμε όλοι μαζί! Και μετά, θα φέρεις τα πράγματα σου σιγά σιγά.
– Αγάπη μου!

Τα σώματά τους έσμιξαν και η ευτυχία τους, γέμιζε το δωμάτιο. Η μαμά και η γιαγιά της από την άλλη, όταν τους το ανακοίνωσε, δεν μπορούσαν να χωνέψουν την τόση βιασύνη της συγκατοίκησης, αλλά δεν τις άφησε και περιθώριο να εισακουστεί η άποψή τους.

Βράδυ Τετάρτης, ο Λάμπης έβλεπε ποδόσφαιρο στην τηλεόραση συνοδεία δεύτερης μπύρας και η Βασιλική διόρθωνε γραπτά. Χτύπησε μήνυμα στο κινητό της.
– Ποιος είναι τέτοια ώρα;
– Η συνάδελφός μου, με ρωτάει κάτι για έναν μαθητή.
– Για φέρε να το δω!
– Ορίστε; η Βασιλική γέλασε, νομίζοντας ότι έκανε πλάκα. Όταν τον είδε αγριεμένο να σηκώνεται, σάστισε.
– Σου φαίνεται να γελάω;
– Ρε μωρό μου… δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Άρπαξε από το χέρι της το κινητό, είδε το μήνυμα, το πέταξε στο τραπέζι και κάθισε σα να μη συνέβη τίποτα στον καναπέ, συνεχίζοντας τον αγώνα.

– Δεν μου αρέσουν οι πολλές επαφές, τα μηνύματα, οι κλήσεις, ζηλεύω! μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής του, την κοίταξε και της έκανε νεύμα να πάει κοντά του.
– Λάμπη, τρόμαξα! Αυτή ήταν μια πλευρά σου που δεν ήξερα και δεν μου άρεσε καθόλου, του είπε, χωρίς να σηκωθεί από τη θέση της, παρά το κάλεσμά του.
– Με συγχωρείς, παρεκτράπηκα. Είμαι τρελός για σένα, δεν το ελέγχω, σε θέλω δική μου.
Την παρέσυρε σε έναν έρωτα παθιασμένο και την επόμενη μέρα, όλα είχαν ξεχαστεί. Μέχρι που χτύπησε το τηλέφωνό της και την άκουσε να λέει χαμογελαστή “έλα Σάκη” και κλείστηκε στο δωμάτιο για να μιλήσει. Όταν άνοιξε την πόρτα κατατρόμαξε, αφού τον είδε μπροστά της ακίνητο και σοβαρό.

– Ήταν ο Σάκης, το αφεντικό μου, βιάστηκε να δικαιολογηθεί.
– Και τι σκατά λέγατε κι έπρεπε να απομονωθείς;

Πριν προλάβει να απαντήσει, την άρπαξε άγαρμπα από τον καρπό με δύναμη την κόλλησε πάνω του και της ψιθύρισε “χτες δεν σου είπα ότι δεν θέλω κρυφές συνομιλίες με άλλους; Επίτηδες το κάνεις;”. Δεν ήθελε, ούτε περίμενε απάντηση. Ο φόβος στα μάτια της, ήταν αυτό που επιδίωκε, αυτό που του κάλυπτε το εγώ του, που τόνιζε την υπεροχή του. Της έβγαλε βίαια τα ρούχα, την φιλούσε αχόρταγα σε όλο το σώμα, εισχωρούσε μέσα της, έβλεπε τα δάκρυα στα μάτια της και ηδονικά επαναλάμβανε “είσαι δική μου”.

Το άλλο πρωί, εκμεταλλευόμενη την απουσία του στη δουλειά, πριν να αρχίσει τα μαθήματα στο φροντιστήριο, πήγε στη γιαγιά της. Εκείνη, με το που την είδε, χωρίς καν να ανοίξει το στόμα της η εγγονή της, κατάλαβε ότι κάτι την απασχολούσε.
– Τι συμβαίνει;
– Τι να συμβαίνει; Τίποτα!
– Εσύ θα κοροϊδέψεις εμένα; Αφού σε βλέπω.
– Όλα καλά είναι γιαγιάκα μου! Έλα να πιούμε το καφεδάκι μας στα αγαπημένα μας, γυαλιστερά φλυτζάνια, να μου το πεις κιόλας.

Λιγοστές οι κουβέντες τους μέχρι να ετοιμαστεί ο καφές. Ήξερε η Βασιλική ότι η γιαγιά της είχε ραντάρ ανίχνευσης πάνω της και δεν μπορούσε να της ξεφύγει.
– Ένα αγκάθι στην καρδιά σου βλέπω. Κάτι σε βασανίζει. Πάνω από αυτό το αγκάθι είναι ένα Χ.
” Αμ δεν είναι Χ, αλλά Λ, το αγκάθι”, σκεφτόταν η κοπέλα χωρίς να τολμάει να πει τις σκέψεις της.
– Αυτό το Χ, ποτέ δεν λείπει!
– Θα έρθεις την Κυριακή; Σε χάσαμε, έχεις πολλές απουσίες. Μόνες μας πίνουμε το καφεδάκι μας με την μαμά σου. Δεν σε αφήνει ο χωρισμένος; Σε κρατάει για κείνον;
– Βρε γιαγιά, όχι βέβαια! Απλά, ξέρεις, τα Σαββατοκύριακα έχει το παιδί και θέλουμε να με συνηθίσει, να περνάμε χρόνο μαζί, να με δεχτεί.

Το ίδιο βράδυ, μόλις είχε σχολάσει, την περίμενε με ποπ κορν, πατατάκια και μπύρες και είχε βρει την αγαπημένη της ρομαντική κομεντί. Αυτός ήταν ο Λάμπης που ερωτεύτηκε! Πέταξε την τσάντα της και κουλουριάστηκε στην αγκαλιά του. Όταν τελείωσε η ταινία, άρχισε να την φιλάει, να την χαϊδεύει.
– Εεεειιιι, περίμενε, πάω να κάνω ένα ντουζάκι!
– Μην αργείς! Σε θέλω εδώ και τώρα!
– Σε δύο λεπτά, είμαι όλη δική σου, του είπε και άρχισε μπροστά του να γδύνεται για να τον ερεθίσει ακόμα περισσότερο.

Όταν ήταν στο μπάνιο, εκείνος πήρε το κινητό της στα χέρια του και αυτά που είδε τον εξόργισαν. Άνοιξε απότομα την πόρτα του μπάνιου και η Βασιλική ναζιάρικα είπε “ποιο ανυπόμονο αγόρι….”. Δεν τελείωσε την πρότασή της. Άνοιξε την κουρτίνα της μπανιέρας εκείνος και το χαμόγελο της πάγωσε, καθώς είδε έναν μαινόμενο ταύρο. Την άρπαξε από τα μαλλιά και την έφερε μια ανάσα από το πρόσωπό του.
– Μωρή πουτaνa, τι μηνύματα είναι αυτά που ανταλλάσσεις με διάφορους άντρες;
Το χαστούκι ήταν δυνατό, έχασε την ισορροπία της, γλίστρησε στα νερά κι έπεσε. Εκείνος δεν σταμάτησε, παρόλη την πτώση της, συνέχιζε να ουρλιάζει ρωτώντας με πόσους μιλάει. Η Βασιλική έκλαιγε και φώναζε ότι κάνει λάθος, ότι δεν είχε πονηρές συναναστροφές, ότι είχε κοινωνική ζωή πριν τον γνωρίσει και να την αφήσει ήσυχη.
– Να σε αφήσω ήσυχη; Βρώμα!
Άλλο ένα χαστούκι δυνατό την βρήκε στο μάγουλο και το κεφάλι της από την ορμή, χτύπησε στη μπανιέρα. Μάλλον λιποθύμησε, γιατί βαθιά, χωρίς να καταλαβαίνει, να ξεχωρίζει, άκουγε κουδούνια, φωνές και μια φιγούρα να την κουβαλάει στα χέρια αλλά όλα μέσα σε ένα νέφος. Όλα θολά.

Όταν άνοιξε τα μάτια της, είδε το πρόσωπο ενός άγνωστου άντρα. Προσπάθησε να γυρίσει το κεφάλι της, να δει πού βρίσκεται, μα έκανε μια γκριμάτσα πόνου και σταμάτησε.
– Τώρα είσαι στα χέρια των γιατρών.
Άκουσε τη φωνή του και της έπιασε το χέρι.
– Ποιος είσαι εσύ; Κάτι μου θυμίζεις!
– Είμαι ο Χάρης, σε έφερα στο νοσοκομείο πριν λίγη ώρα.
– Πού είναι ο Λάμπης; Με χτύπησε… Η μαμά μου ξέρει; Μην της πεις…
– Ησύχασε. Δεν είπα σε κανέναν. Άκουσα τις φωνές. Κάλεσα την αστυνομία. Δεν είσαι η πρώτη που κακοποιεί. Δεν έκανα τίποτα για τις προηγούμενες κοπέλες και οι τύψεις με έτρωγαν. Αυτή τη φορά όμως ήταν η τελευταία του, το κάθαρμα.

Τα δάκρυά της ποτάμια, η ντροπή της ολοφάνερη, ο πόνος της σε κάθε κύτταρο του κορμιού και της ψυχής της. Εκείνος τα διάβασε όλα πάνω της και δεν άφηνε το χέρι της.
– Σε ευχαριστώ πολύ. Τρόμαξα πολύ, δεν ήξερα πού μπορούσε να φτάσει. Εσύ πού μένεις; Μου είπες; Δεν θυμάμαι, με συγχωρείς.
– Μη ζητάς συγνώμη. Δεν φταις για τίποτα. Να μη ντρέπεσαι για τίποτα. Μένω στον δεύτερο, κάτω από τον Λάμπη. Σε είδα μαζί του δύο τρεις φορές και επίτρεψέ μου να σου πω ότι απόρησα. Μια γυναίκα σαν εσένα, γλυκιά, συνεσταλμένη, τι του βρήκες; Αλλά ξέρω, είναι ομορφάντρας.
– Με εντυπωσίασε εμφανισιακά, δε σου κρύβω. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Δεν ξέρω, αλήθεια, είμαι τόσο μπερδεμένη.
– Με συγχωρείς. Δεν είχα κανένα δικαίωμα να πω τέτοια πράγματα. Άστα τώρα αυτά. Εσύ κοίτα να του κάνεις μήνυση, να μη σε ξαναενοχλήσει.
– Δεν θέλω να κάνω τίποτα. Ούτε να τον αντιμετωπίσω, ούτε να τον εκδικηθώ, ούτε να τον τιμωρήσω. Θέλω μόνο να το αφήσω όλο αυτό πίσω μου.
– Δεν πράττεις σωστά κατά τη γνώμη μου, αλλά είναι δικαίωμά σου.

Πήρε τηλέφωνο στο σπίτι, τους είπε ότι θα κοιμηθεί στον Λάμπη για να μη την περιμένουν.
Όλη τη νύχτα έμεινε ο Χάρης δίπλα της, σε μια καρέκλα. Ένας κοντούλης, μελαχρινός, με σγουρά μαλλιά, χωρίς κάτι επάνω του που να τραβάει τα βλέμματα θαυμασμού. Είχε όμως κάτι στη φωνή του, κάτι στον τρόπο του, που μετέδιδε ζεστασιά, ασφάλεια. Μάτι δεν έκλεισαν. Μίλησαν για τα πάντα. Για τα παιδικά τους χρόνια, τις σπουδές τους, τα ταξίδια τους, τις σχέσεις του παρελθόντος. Λάτρευαν και οι δύο τα ταξίδια, μα έτρεμαν τα αεροπλάνα, τον κινηματογράφο, τις γαλλικές ταινίες και αγαπημένος τραγουδιστής και των δύο, ο Φρανκ Σινάτρα. Τους βρήκε το ξημέρωμα. Το πρωί, που πήρε εξιτήριο, την συνόδευσε σπίτι.
– Σε παρακαλώ, έλα επάνω, θα μου είναι πιο εύκολο να εξηγήσω τι συνέβη στους δικούς μου.
– Εντάξει, θα το περάσουμε μαζί, δεν σε αφήνω.
Είδε ότι πήγε να τον ευχαριστήσει και με ένα νεύμα, της έδωσε να καταλάβει ότι δεν χρειαζόταν.

Η μαμά της όταν την είδε έτσι ταλαιπωρημένη, με σημάδια στο πρόσωπο, κόντεψε να λιποθυμήσει.
– Μη πανικοβάλλεσαι. Καλά είμαι, χάρη στον Χάρη! Όνομα και πράμα!
– Μη την ακούτε, τα παραλέει.
– Τι συνέβη παιδί μου; Πες μου!
Της τα εξήγησαν όλα, μαζί. Ο ένας συμπλήρωνε τον άλλον. Η μαμά της, δεν την άφηνε από την αγκαλιά της. Στο τέλος, έξαλλη, χτυπούσε ξανά και ξανά με την παλάμη τον μηρό της.

– Το ρεμάλι, που να του κοπεί το χέρι! Θα τον κλείσω στη φυλακή! Έχει και παιδί, δεν ντρέπεται, ο παλιάνθρωπος.
– Μαμά, τίποτα δε θα κάνεις. Δεν θέλω να έχω καμία επαφή μαζί του.
– Τι λες παιδάκι μου; Μπορεί να σε σκότωνε και θα τον αφήσουμε; Χάρη παιδί μου, πες κι εσύ.
Η Βασιλική τον κοίταξε με παρακλητικό ύφος.
– Κυρία Μάρθα, αυτό πίστευα κι εγώ, αλλά η τελική απόφαση είναι δική της.

Δεν χρειάστηκε πολύς καιρός για να καταλάβουν πόσο πολύ ταίριαζαν μεταξύ τους. Η αρχική φιλία έδωσε την σκυτάλη στον έρωτα. Ήταν ο σωτήρας της, ο ήρωάς της! Έξι μήνες μετά, από τότε που έγιναν ζευγάρι, είχε φτάσει η Κυριακή του αρραβώνα τους. Το βράδυ θα μαζεύονταν οι δύο οικογένειες στο σπίτι της Βασιλικής, για να βάλουν τις βέρες στο αριστερό τους χέρι. Το πρωί όμως, ήταν η ώρα για τον καθιερωμένο ελληνικό καφέ και το φλυτζάνι.

– Τώρα; Τι άλλο έμεινε να δεις γλυκιά μου καφετζού που όλα τα βρίσκεις;
– Το Χ είναι μέσα στην καρδιά σου! Αμετακίνητο! Και η καρδιά σου είναι τόσο καθαρή! Δρόμο θα κάνετε! Πελαργό βλέπω!
– Μη μου πεις!, πετάχτηκε η μαμά της!
– Γιαγιά! Αλήθεια λες;
– Το φλυτζάνι δε λέει ποτέ ψέματα, αν το πιστεύεις, δε τα έχουμε πει; χαμογέλασε κι έκλεισε το μάτι σε κόρη κι εγγονή

Λίγο καιρό μετά, έμεινε έγκυος κι έκαναν γάμο και βάφτιση μαζί. Όταν περνούσε να χαιρετήσει τη γιαγιά Ευτέρπη η αδερφή του Χάρη, μαζί με τις ευχές για το νεόνυμφο ζευγάρι και το νεοφώτιστο μωρό, της ψιθύρισε “εμένα πότε θα μου πεις το φλυτζάνι κυρά Ευτέρπη;”. Χαμογέλασαν, η γιαγιά κούνησε καταφατικά το κεφάλι της και της είπε, “όποτε θέλεις, το σπίτι μου είναι ανοιχτό”.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading