Εχθροί – Μέρος 3ο (Φινάλε)

Προηγούμενο

“Γιατί; Τι θα κάνεις; Στα κομμάτια η συμφωνία! Δεν. Σε. Αντέχω. Άλλο!”
“Σκάσε πια!” αναφώνησε ο Βασίλης και έπιασε με δύναμη το σβέρκο της Άσπας. Χωρίς να το καταλάβει, τα χείλη τους ήταν ενωμένα και η Άσπα βρισκόταν μπροστά σε ένα τέλμα του να τον σπρώξει και να τον βρίσει ή να παραδοθεί. Ένιωσε το φιλί του έντονο, γεμάτο νεύρο και τελικά ανταπέδωσε. Με την πρώτη ευκαιρία τον δάγκωσε, μα εκείνος δεν έκανε πίσω. Γύρισε το πόμολο της πόρτας και την έσπρωξε προς τα πίσω, μέχρι που η πλάτη της βρήκε απότομα στον τοίχο. Η Άσπα πέταξε κάτω την τσάντα της και πέρασε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά του. Του τράβηξε μια τούφα πιο δυνατά από ό,τι έπρεπε και τότε ο Βασίλης πήρε τα χείλη του από τα δικά της. Την κοίταξε με θυμό στα μάτια, ενώ η κόφτη του ανάσα ήταν αισθητή στα χείλη της.

“Δεν έπρεπε να το κάνεις αυτό”, της είπε με βαθιά φωνή που έκανε το κορμί της να ανάψει
“Εσύ το ξεκίνησες”, του απάντησε καταβάλλοντας κάθε προσπάθεια να μην δείξει κανένα συναίσθημα

Ο Βασίλης την γύρισε απότομα και το πρόσωπό της βρήκε στον τοίχο. Ένιωσε το μάγουλό της να πονάει και μετά ένα δυνατό σκρατς ήταν αρκετό για να καταλάβει ότι μόλις είχε περάσει το χέρι του κάτω από τη φούστα της και είχε σκίσει το εσώρουχό της. Πλησίασε στο αυτί της και της ψιθύρισε “Μετά από αυτό δεν θα θυμάσαι πώς σε λένε”

“Ναι, ok”, απάντησε ξεψυχισμένα με αρκετή δόση ειρωνείας, ωστόσο ο Βασίλης δεν της άφησε περιθώρια. Μπήκε μέσα της με δύναμη κι εκείνη φώναξε από πόνο. Εκείνος, όμως, συνέχιζε, κάτι που έκανε το ένα δάκρυ που κύλησε από το μάτι της να μετατραπεί σε δύο και τρεις οργασμούς και η επιθυμία της να μείνει μέσα της να μεγαλώνει λεπτό το λεπτό.
Μετά από ώρα τελείωσε με ένα βογκητό, έβγαλε και πέταξε το προφυλακτικό και άρχισε να ντύνεται. Το ίδιο έκανε και η Άσπα. Μετά από δύο λεπτά που δεν ήταν πια τα σώματά τους εκτεθειμένα και είχαν ξαναβρεί την ανάσα τους, ακούστηκε ένα δυνατό μπουμπουνητό που τάραξε τα τζάμια στα παράθυρα και αμέσως μετά ξέσπασε καταρρακτώδης βροχή. Τότε μόνο κοιτάχτηκαν στα μάτια.
“Όχι ρε γαμwτ0”, είπαν μαζί
“Φεύγω”, της είπε τσαντισμένος ο Βασίλης και η Άσπα τον έπιασε από τον πήχη
“Έχεις δει τι γίνεται έξω; Πού θα πας;”
“Και τι να κάνω; Να μείνω εδώ; Για μένα ό,τι έγινε -“
“Και για μένα ένα καλό πήδημα ήταν και τίποτε άλλο”
“Καλό;”, είπε ο Βασίλης και σήκωσε το φρύδι του ενώ το λακκάκι έκανε την εμφάνισή του
“Μην το παίρνεις και πάνω σου, άλλο είναι το θέμα. Συνεχίζω να μην σε αντέχω και μου τη σπάει που ο Θεός με τιμωρεί έτσι, αλλά…” ξεφύσηξε “…δεν γίνεται να βγεις έξω. Εδώ δεν σε ακούω καλά καλά από τη βροχή. Έχω κάποια oversized μπλουζάκια και φόρμες που μπορείς να βάλεις. Θα κοιμηθείς στον καναπέ και το πρωί μου αδειάζεις τη γωνιά”
Ο Βασίλης έτριψε το πηγούνι του.
“Καλώς. Μπορώ να καταχραστώ την φιλοξενία σου και να κάνω ένα ντους;”

Η Άσπα του έδειξε με μια κίνηση του χεριού πού είναι το μπάνιο και του είπε πού θα βρει καθαρές πετσέτες. Του έφερε και τα ρούχα και αφού έκανε κι εκείνη μπάνιο, του έστρωσε να κοιμηθεί στον καναπέ.

“Λοιπόν, τι κάνει μια κοπέλα τα βράδια μόνη στο σπίτι;”
“Αχ, μην με κάνεις να το μετανιώσω που σε έσωσα από την καταιγίδα!”
Ο Βασίλης γέλασε δυνατά και για πρώτη φορά παρατήρησε το λευκό του χαμόγελο και το πόσο όμορφος ήταν όταν χαμογελούσε. Γρήγορα ανασυγκροτήθηκε και συνέχισε: “Βλέπω ταινίες και τρώω πατατάκια”
“Να και κάτι που κανείς σωστά! Φέρε τα πατατάκια, θα διαλέξω την ταινία”
“Όπως πάντα να περάσει το δικό σου”, μουρμούρησε η Άσπα και σηκώθηκε από τον καναπέ. Ένα γελάκι του Βασίλη ζέστανε τον χώρο.

Μετά από αρκετά λεπτά διαμάχης και μπιχτών, κατέληξαν ομόφωνα σε μια ταινία δράσης. Κάθονταν ο καθένας στη δική του γωνία του καναπέ και είχαν τα πατατάκια στη μέση.
“Ωραίες οι αμερικανιές ε;”, ρώτησε ο Βασίλης στα μέσα της ταινίας
“Καλογραμμένες” χασμουρητό “χαζομάρες” χασμουρητό, κατάφερε να πει η Άσπα και ακούμπησε το κεφάλι της στο μπράτσο του καναπέ.
“Θες να πας για ύπνο μήπως;”, ρώτησε ο Βασίλης αλλά δεν έλαβε απάντηση. Γύρισε το κεφάλι του αριστερά και είδε την Άσπα να κοιμάται κουλουριασμένη. Τα μάτια του πέρασαν πάνω από όλο το κορμί της. Στάθηκαν για λίγο στις καμπύλες της. “Σαν να είναι φτιαγμένες για να κουμπώνουν στο σώμα μου”, σκέφτηκε και έφερε το εσωτερικό της μπλούζας που του είχε δανείσει η Άσπα στη μύτη του. Άφησε τη μεθυστική μυρωδιά της κανέλας και των μπαχαρικών να τον χαλαρώσει. Την σκέπασε με μια κουβέρτα που είχε φέρει για εκείνον και ο ίδιος κοιμήθηκε, όπως χωρούσε, στον διθέσιο.

Την επομένη ξημέρωσε Σάββατο και την Άσπα ξύπνησε η μυρωδιά του μπέικον. Άνοιξε τα μάτια της και χρειάστηκε κάποια δευτερόλεπτα για να συνηθίσουν στο έντονο φως του ήλιου που έμπαινε από τα ορθάνοιχτα παράθυρα. Διπλό χρόνο χρειάστηκε, όμως, για να συνειδητοποιήσει ότι η γυμνή, γυμνασμένη πλάτη στην κουζίνα της ήταν του Βασίλη, ο οποίος έφτιαχνε πρωινό. Σηκώθηκε από τον καναπέ και ο θόρυβος που έκανε το έπιπλο στο ξύλινο πάτωμα, τράβηξε το ενδιαφέρον του Βασίλη από τα τηγανητά αυγά με μπέικον.

“Καλημέρα”, της είπε με το λακκάκι να είναι ακόμα στο μάγουλό του
“Καλημέρα… Τι κάνεις εκεί;”, τον ρώτησε η Άσπα, ενώ ήδη το στομάχι της γουργούριζε
“Είπα να σου ξεπληρώσω την χθεσινή χάρη”
“Θα το δεχτώ”, απάντησε με παιχνιδιάρικη διάθεση και έκατσε στο πάσο της κουζίνας. Στο λεπτό βρέθηκε μπροστά της ένα μεγάλο πιάτο με το αλμυρό πρωινό της. Ένα ίδιο ακολούθησε και για τον Βασίλη, ο οποίος έκλεισε το μάτι της κουζίνας και έκατσε απέναντί της.
“Δυσκολεύτηκα να βρω όσα χρειαζόμουν”, της είπε και φύσηξε την πρώτη μπουκιά
“Συγνώμη που είναι το σπίτι μου”, απάντησε η Άσπα και δοκίμασε λίγο ασπράδι. Η ευχαρίστηση στην έκφρασή της δεν πέρασε απαρατήρητη από τον Βασίλη. Τελείωσαν αμίλητοι το πρωινό τους κι έπειτα ο Βασίλης φόρεσε τα ρούχα του για να φύγει.
“Τα λέμε το βράδυ στο νοσοκομείο”, της είπε κοφτά και έκλεισε την πόρτα. Η Άσπα μάζεψε το σπίτι και στην ιδιαίτερη μυρωδιά του Βασίλη που είχε μείνει στα ρούχα της, στο μυαλό της αναπαραγόταν συνέχεια η χθεσινή τους ζωώδης επαφή και η συμπεριφορά του Βασίλη μετά από αυτό, που σαν να είχε μαλακώσει…

Το βράδυ ξεκίνησαν τη βάρδια μαζί. Ήταν από τις νύχτες που τα επείγοντα, ευτυχώς, δεν είχαν κινητικότητα. Η Άσπα πήγε στην αποθήκη με τα είδη πρώτης ανάγκης για να ανανεώσει τα δωμάτια των ασθενών. Μόλις μπήκε και τεντώθηκε για να πιάσει τις γάζες, ένιωσε δύο χέρια στη μέση της. Γύρισε απότομα και το χέρι της βρέθηκε στο μάγουλο του Βασίλη. Δεν πρόλαβε να του πει το οτιδήποτε που κλείδωσε την πόρτα και την ακούμπησε απότομα πάνω στο μικρό τραπεζάκι στο κέντρο της αποθήκης. Την δάγκωσε στον λαιμό και έβαλε το χέρι του στο στόμα της για να μην μιλήσει.
“Μην ξεχνάς την συμφωνία μας. Πρέπει να ανεχτούμε ο ένας τον άλλον, θυμάσαι;”
Η Άσπα κούνησε καταφατικά το κεφάλι.

Ο Βασίλης πήρε το χέρι του από το στόμα της και χάιδεψε τα χείλη της.
“Δεν αντέχω το υφάκι σου, αλλά το κορμί σου είναι όλο πλασμένο για μένα. Όταν μπήκα χτες μέσα σου, όταν έπιασα τους γοφούς σου, κατάλαβα ότι αυτό το κορμί είναι για να το αγγίζουν τα δικά μου χέρια. Κι έτσι θα μείνει. Κατάλαβες;”, τη ρώτησε και πίεσε δυνατά το πηγούνι της
“Αφού με μισείς, γιατί με θέλεις τόσο;”, τον ρώτησε η Άσπα, ενώ κάθε του άγγιγμα έκανε τα δάχτυλα των ποδιών της να λυγίζουν
“Δεν σε μισώ… Ποτέ δεν σε μισούσα… Απλά ένιωθα ότι δεν μπορώ να συνυπάρξω μαζί σου στον ίδιο χώρο. Μέχρι χτες…”
“Μια επαφή τα αλλάζει όλα για σένα;”
“Δεν ήταν μια επαφή. Ήταν σ€ξ χωρίς αναστολές, ήταν αυτή η μυρωδιά κανέλας και μπαχαρικών που δεν μπορώ να βγάλω από το μυαλό μου, ήταν αυτό το δέρμα σου…”

Η Άσπα τον κοίταζε με μάτια που έλαμπαν.
“Δηλαδή πλέον έχουμε επίσημα ανακωχή;”, τον ρώτησε σε μια προσπάθεια να φανεί ήρεμη, ενώ το κορμί της έκαιγε από την προσμονή
“Άσε με να σου δείξω”, της είπε ο Βασίλης και την φίλησε απαλά στα χείλη. Με έναν τρόπο που δεν είχε καμία σχέση με τον χθεσινό, σαν να δίνει ένα κομμάτι του εαυτού του στην Άσπα, την Άσπα που μέχρι χτες ήταν ‘εχθρός” του.

Αγγελική Ανδριοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading