Συνέχεια στα όρια

Τα χέρια του την κρατούσαν σφιχτά στην αγκαλιά του, όσο προσπαθούσαν και οι δύο να ανακτήσουν φυσιολογικούς παλμούς. Το δέρμα της τριβόταν στο δικό του. Το κεφάλι της χωμένο στον λαιμό του. Τα μάτια τους κλειστά.

Δύο γυμνά σώματα σκεπασμένα από σεντόνια που μυρίζουν λεβάντα. Δύο σώματα κομμένα και ραμμένα το ένα για το άλλο, λουσμένα με αχαλίνωτο πάθος και κρυφό πόθο. Ένα κρεβάτι που άκουγε υποσχέσεις και λόγια αγάπης που έξω από τις πόρτες αυτού του δωματίου δεν είχαν καμία ισχύ.

Δύο άνθρωποι που γινόταν ζευγάρι μόνο σε εκείνο το δωμάτιο. Δύο άνθρωποι ξένοι στην πραγματική ζωή.

“Πρέπει να σηκωθώ!”. Η φωνή της ψυχρή και απόμακρη. Δεν έμοιαζε σε τίποτα με τη φωνή που λίγη ώρα πριν του έλεγε πόσο τον ήθελε. Πόσο τον αγαπούσε.

Σηκώθηκε στα δύο της χέρια και το σώμα της ξεκόλλησε από το δικό του. Το στέρνο του και τα χέρια του έμειναν άδεια. Εκείνη κάθισε στο κρεβάτι με σκυμμένο το κεφάλι. Συνηθισμένη διαδικασία. Εκείνος θα εξαφανιζόταν στο μπάνιο, εκείνη θα ντυνόταν, θα έπαιρνε τα πράγματά της, θα πήγαινε προς την πόρτα, εκείνος θα έβγαινε από το μπάνιο, θα τη φιλούσε καθαρά μηχανικά και θα έφευγε. Μόλις θα έκλεινε η πόρτα πίσω της, τα μάτια της θα βούρκωναν και θα συνέχιζε τη ζωή της.

Τόσο καιρό ευλαβικά η ίδια ρουτίνα. Μια πόρτα ξεκλείδωτη, εκείνος να την περιμένει στωικά, εκείνη να πλησιάζει διστακτικά και μετά… Φωτιά. Φλόγες και καπνός που τους έπνιγε και τους έκαιγε. Ανάσες κόφτες. Κραυγές πνιχτές. Χέρια και μάτια που έλεγαν όσα το στόμα δεν τολμούσε.

Ένα “φίλα με λίγο” ήταν η αρχή του κακού. Εκεί χανόταν η μπάλα. Τα φιλιά τους, προσευχή. Τα χάδια τους και τα λόγια τους ψαλμωδίες. Η μάχη ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Ανάμεσα στον Θεό που τους ένωσε και το διάβολο που τους χώριζε. Το πάντα και ποτέ ήταν χαρακτηριστικό τους. Το ‘μαζί’ τους έλιωνε τα σωθικά. Τον ήθελε κολασμένα. Την ήθελε αδιανόητα πολύ, αλλά μόνο μέσα στους τέσσερις τοίχους.

Η πραγματικότητα ήταν σκληρή μαζί τους. Κόντρα σε όλους και σε όλα. Ο ένας αρνιόταν τον άλλον κατηγορηματικά αλλά μέσα τους το πάθος τους έτρωγε το μεδούλι. Βλέπεις… Για τα μάτια του κόσμου, φίλοι… Εχθροί… Για τα δικά τους μάτια… Πόθος κρυφός. Και πόνος μαζί.

“Ήρθε η ώρα. Μπορείς σε παρακαλώ να μου καλέσεις ένα ταξί; Α! Και πριν πας για μπάνιο… Με κουμπώνεις;”

Η φωνή της τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Ήταν ακόμα στο κρεβάτι και την κοιτούσε. Εκείνη δεν του είχε ρίξει ούτε μια ματιά. Μηχανικά σήκωσε τα ρούχα της από το πάτωμα, τα φόρεσε, έφτιαξε για μαλλιά της και έκατσε πάλι στην άκρη του κρεβατιού.

Εκείνος αναδεύτηκε στο κρεβάτι και η καρδιά της σταμάτησε για μερικά δευτερόλεπτα. Έφτασε πίσω της. Ένιωσε τη ζεστασιά του γυμνού κορμιού του. Με τα ακροδάχτυλά του, έπιασε το φερμουάρ. Το ανέβασε προσεκτικά. Δεν άγγιξε καθόλου το δέρμα της. Εκείνη είχε κλείσει τα μάτια και χωρίς να αναπνέει, περίμενε να τελείωσε αυτή η στιγμή τους.

Μόλις τελείωσε η τελετή, εκείνος πετάχτηκε από το κρεβάτι και πήγε στο μπάνιο τρέχοντας.

“Κάλεσε μου το..”. Η φράση της έμεινε μετέωρη μετά το γδούπο της πόρτας που έκλεισε. Έκλεισε τα μάτια της και ξάπλωσε στο κρεβάτι. Είχε πέντε λεπτά μέχρι να τελειώσει το μπάνιο του, να χαιρετηθούν και να συνεχίσουν τις ζωές τους. Σε αυτά τα πέντε λεπτά, έπρεπε να είχε βάλει παπούτσια, να είχε πάρει πράγματα και να ήταν στην πόρτα. Ξεχάστηκε όμως…

Έμεινε εκεί ξαπλωμένη να σκέφτεται πόσο τον θέλει. Πόσο τον θέλει κάθε μέρα, όχι μόνο σε αυτό το κρεβάτι. Να τον φροντίζει. Να τον προσέχει. Να τον νοιάζεται. Και ας ήταν κρυφό. Δεν την ένοιαζε. Αρκεί να τον είχε… Δικό της.

Ο ήχος της πόρτας της επανέφερε στην πραγματικότητα. Πετάχτηκε σαν ελατήριο. Πήρε τα πράγματα και τα παπούτσια της στα χέρια και βγήκε σαν σίφουνας από το δωμάτιο.

“Συγγνώμη… Ξεχάστηκα! Φεύγω τώρα. Μου κάλεσες το ταξί;”
Σιωπή. Εκείνη έκανε κουτσό για να φορέσει τα παπούτσια της και εκείνος είχε μείνει άγαλμα να την κοιτάει.

“Καλά και να μην μου κάλεσες δεν πειράζει. Θα κατέβω κάτω και θα βρω! Φεύγω…”
“Όχι!”.

Γύρισε και τον κοίταξε στα μάτια. Καμία κίνηση για το αποχαιρετιστήριο φιλί. Σιωπή μόνο και αμηχανία.

“Θες να μείνεις; Θα μαγειρέψω να φάμε!”, της είπε και έκανε ένα βήμα προς το μέρος της. Εκείνη τον κοιτούσε στα χαμένα. “Ε; Θα μείνεις; Θέλω να μείνεις!”. Την πλησίασε κι άλλο μέχρις ότου η μύτη του ακουμπήσει τη δικιά της.

“Θα χρειαστώ μια μπλούζα. Δεν μπορώ να είμαι με φουστάνι και δεν έχω μαζί!”.
“Έχω εγώ! Μείνε…”
“Και το ταξί;”
“Ποιος το γ@μαει το ταξί! Μείνε…”

Εκείνο το φιλί τους δεν είχε καμία σχέση με τα προηγούμενα. Δεν ήταν αποχαιρετιστήριο. Ήταν εναρκτήριο. Κάτι ξεκινούσε, αλλά κανένας από τους δύο δεν ενδιαφερόταν να μάθει…

Κατερίνα Μοχράνη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading