Τον Σεπτέμβριο του 1941, μια ομάδα ανταρτών εισήλθε στο Δοξάτο, χωριό του νομού Δράμας, χτύπησε το αστυνομικό τμήμα και σκότωσε τέσσερις Βούλγαρους αστυνομικούς. Την άλλη μέρα, το Δοξάτο πλήρωσε βαρύ φόρο αίματος στο βουλγαρικό στρατό κατοχής. Για αντίποινα, εκτελέστηκαν πάνω από τριακόσιοι πενήντα αθώοι άντρες, ηλικίας δεκαέξι έως πενήντα ετών.
Ο Γεράσιμος, για κακή του τύχη, γλύτωσε. Είχε χτυπηθεί αλύπητα από τους Βούλγαρους, προσπαθώντας να υπερασπιστεί και να σώσει τον γιο του από τα χέρια των κατακτητών, χάνοντας ακόμα και το δεξί του μάτι από λόγχη όπλου. Όταν άρχισε η εκτέλεση, μπήκε μπροστά στο σώμα του δεκαεπτάχρονου παιδιού, μάταια. Όταν κατέρρεαν τα άψυχα πια σώματα, λιποθύμησε χτυπημένος κι ο ίδιος. Άγνωστο πόση ώρα μετά, άνοιξε τα μάτια του και αντίκρυσε τα ορθάνοιχτα μάτια του νεκρού γιου του. Το σώμα του τρανταζόταν ακόμα πιο πολύ από τον ψυχικό πόνο, παρά από τα πολλά τραύματα. Του τα έκλεισε με τρεμάμενο χέρι, τον φίλησε στο μέτωπο, του ζήτησε συγγνώμη που δεν τον προστάτεψε και που εκείνος ζούσε ακόμα και σύρθηκε έρποντας, πριν μαζευτούν οι ξένοι στρατιώτες για να μαζέψουν τα πτώματα για ομαδικές ταφές.
Βρήκε καταφύγιο σε απομακρυσμένα χαλάσματα αλλοτινών καταστροφών αυτού του μαρτυρικού τόπου, μακριά από τους συγχωριανούς του. Για όλους ήταν πεθαμένος. Ένας από τους πολλούς του εγκλήματος που διαπράχθηκε. Αυτό ήθελε κι εκείνος να ξέρουν όλοι. Άλλωστε νεκρός ένιωθε από κείνη την καταραμένη μέρα που άλλαξε η ζωή του. Και παραλίγο να ήταν.
Αιμόφυρτος περπατούσε μερόνυχτα, χωρίς δυνάμεις, νηστικός, χωρίς να ξέρει πού πάει κι αν του είχε μείνει ζωή, τρύπωσε στα ερείπια, περιμένοντας τον θάνατο. Ο Θεός όμως δεν του έφερνε την λύτρωση να πάει να βρει τον γιο του. Μάλλον τον τιμωρούσε που δεν στάθηκε ικανός να σώσει τον μονάκριβο του και που τελικά λιποτάκτησε. Δεν γύρισε πίσω σε μάνα, γυναίκα και κόρες. Πώς να έβλεπε στα μάτια την κυρά του; Τι να της έλεγε; Ας τον έκλαιγαν κι εκείνον μαζί με τους υπόλοιπους αδικοχαμένους.
Έτρωγε ό,τι του χάριζε η φύση. Καρπούς δέντρων, χόρτα, βοτάνια, κυνήγι μικρόσωμων ζώων. Τα τραύματα στο μάτι και στο σώμα του τα ξέπλενε σε μια πηγή, τα κάλυπτε με φύλλα και με κομμάτια που έσκισε από τα ρούχα του, περπατούσε ώρες κι έφτανε στα γύρω κατοικημένα χωριά, είτε της Καβάλας, είτε της Δράμας, κρυφά τη νύχτα, να μη γίνεται αντιληπτός κι έκλεβε καμιά κότα, κανένα παλιόρουχο, κανένα μαχαίρι ή ό,τι άλλο χρήσιμο για κείνον. Επιβίωνε σαν ερημίτης, σαν φάντασμα, μακριά από τους ζωντανούς, με τα απολύτως απαραίτητα.
Με τα χρόνια, η όψη του άλλαξε. Μακριά, γκρίζα μαλλιά, γενειάδα, μουστάκι, γύρω από το σημείο του βγαλμένου ματιού, ένα φουλάρι γυναικείο που βρήκε στα σκουπίδια, δεν θύμιζε σε τίποτα τον σαραντάρη που κόντεψε να πεθάνει εκείνη την φρικτή μέρα. Ποτέ δεν μπήκε στον πειρασμό να περάσει από την παλιά του ζωή, από το σπίτι, την οικογένεια που άφησε τότε. Δεν τους έβγαλε λεπτό από το μυαλό του, αλλά είχε πάρει τις αποφάσεις του χρόνια πριν. Με το χαμόγελο της γυναίκας του ζέσταινε την ψυχή του, με την φωνή της μάνας του άντεχε τις κακουχίες, με τα γέλια των μικρών κοριτσιών του, μαλάκωνε την μοναξιά του. Μέχρι που άρχισε στον ύπνο του κάθε βράδυ να έρχεται ο νεκρός γιος του και να του ζητάει ζυμωτό ψωμί από τα χέρια της μάνας και της γιαγιάς του. Τόσο ζωντανό όνειρο. Πεταγόταν τρομαγμένος από τα σανίδια που είχε για κρεβάτι. Τι να σήμαινε; Γιατί τώρα, μετά από τόσα χρόνια απομόνωσης;
Δεκαπέντε χρόνια μετά, κίνησε προς το χωριό του. Έβλεπε τις αλλαγές παντού. Στα σπίτια, στους ανθρώπους, στους δρόμους. Στο μυαλό του είχε τις εικόνες του σκοτωμού, των ουρλιαχτών, των πυροβολισμών, ανθρώπων να τρέχουν να σωθούν. Παντού ταραχή και φόβος. Σε αντίθεση με τώρα, που έβλεπε γύρω του χαμογελαστούς ανθρώπους και οι μόνες φωνές ήταν παιδιών που έπαιζαν. Όπως ήταν λογικό, συγκέντρωνε τα βλέμματα των χωρικών. Κουνούσε το κεφάλι του σαν χαιρετισμό, χωρίς να κοιτάζει κανέναν κατάματα. Λίγα μέτρα τον χώριζαν από το πατρικό του σπίτι, που φιλοξενούσε την φαμίλια του. Η εξώπορτα ήταν διαφορετική, καινούργια και ήταν φρεσκοασβεστωμένα τα ντουβάρια. Στο άκουσμα της μάνας του ανατρίχιασε. “Μαρή Στεργιανή, που ‘ναι το μικρό μας; Μαζεύτηκε;”. Όταν η γυναίκα του απάντησε, ήθελε να ανοίξει την ξύλινη πόρτα και να χαθεί στην αγκαλιά τους. “Όχι μάνα, δεν γύρισε ακόμα η σουρτούκω η ξελογιασμένη”.
Κοντοστάθηκε, σα να ήθελε να βρει στον αέρα το άρωμα του δέρματός τους. Γρήγορα όμως θέλησε να απομακρυνθεί, μη και τον καταλάβει κανείς. Έκανε μια γύρα στο χωριό. Όλα διαφορετικά μα και τόσο ίδια. Σα να μην έλειψε δεκαπέντε ολόκληρα χρόνια. Συνέχισε να περπατάει προς τα τελευταία σπίτια, εκεί που υπήρχε το καταραμένο οίκημα του χωριού. Τα παλιά χρόνια, εκείνα των προπαππούδων του, ανήκε σε έναν άντρα που οι φήμες στο χωριό λέγανε ότι είχε σκοτώσει την γυναίκα του, αφού μια μέρα εξαφανίστηκε και δεν την ξαναείδε ποτέ κανείς και μην έχοντας πια κανέναν, μην αντέχοντας τα κουτσομπολιά, την κατακραυγή, την αδικία, λίγες μέρες μετά, αυτοκτόνησε μέσα εκεί. Κρεμάστηκε από την κερασιά της αυλής.
Εγκαταλελειμμένο όσο ποτέ, μισογκρεμισμένο, η αυλή ζούγκλα από τα χόρτα. Έβγαλε τον σύρτη, παραμέριζε και πατούσε χόρτα και σπρώχνοντας την πόρτα, βρέθηκε στο εσωτερικό του σπιτιού. Τα τζάμια σπασμένα, οι κουρτίνες σκισμένες μετακινούνταν. Ποντίκια περνούσαν ανενόχλητα πάνω από ένα φθαρμένο μπαουλοντίβανο που είχαν ροκανίσει. Μια καρέκλα μισοσπασμένη στο κουζινάκι και μια κατσαρόλα στο ανοιχτό ντουλάπι, τα απομεινάρια μιας άλλοτε καλοδιατηρημένης κατοικίας, του παρελθόντος. Αυτόματα του ήρθε η ιδέα να εγκατασταθεί εκεί. Να αναπνέει τον ίδιο αέρα με τους δικούς του ανθρώπους κι ας μην είχε το δικαίωμα να τους αγγίξει, να τους πει ποιος ήταν κάποτε. Η όψη του δεν ήταν πια αναγνωρίσιμη και δεν είχε σκοπό να ανοίξει παρτίδες με κανέναν συγχωριανό. Άλλωστε, αποτρεπτικό για όλους ήταν και μόνο που θα κατοικούσε στο σπίτι της ντροπής, που όλοι απέφευγαν να πλησιάσουν, με το βαρύ ιστορικό που είχε. Αθόρυβα, άρχισε να συμμαζεύει το χώρο, να το κάνει όσο πιο κατοικήσιμο γινόταν. Μέλημά του, να παραμείνει αόρατος, όπως τόσα χρόνια.
Στο χωριό, καθώς περνούσε ο καιρός, όπως γίνεται πάντα στις μικρές κοινωνίες, άρχισαν να πλέκονται πολλοί και διαφορετικοί μύθοι, γύρω από την ύπαρξη του παράξενου νεοφερμένου ξένου. Κανείς δεν τον πλησίασε να τον χαιρετήσει, να του πιάσει κουβέντα. Η όψη του αποκρουστική, έδινε τροφή για σενάρια, ανάλογα την φαντασία του καθενός. Άλλος κυκλοφόρησε στο χωριό ότι ήταν χρυσοθήρας και επάνω στη μοιρασιά, έγινε καυγάς κι έχασε το μάτι του, του πήραν τα πάντα κι αυτός από τότε τριγυρνάει και ψάχνει κάπου να στεριώσει. Άλλος διέδιδε ότι ήρθε από μακριά, ότι στον πόλεμο ήταν προδότης και οι συμπατριώτες του για να τον τιμωρήσουν, για το κακό που τους έκανε, του έκαναν βασανιστήρια, του έβγαλαν το μάτι κι από τότε αλλάζει τα μέρη φοβούμενος τα χειρότερα. Άλλος έλεγε ότι ήταν πολύ πλούσιος Αθηναίος και τα παιδιά του, του τα πήραν όλα, τον έδιωξαν και κατέληξε στο χωριό τους. Το σίγουρο ήταν ότι η όψη του τους δημιουργούσε αρνητικές σκέψεις και συναισθήματα, τον φοβόντουσαν και δεν τον πλησίαζαν. Σε συνδυασμό με την κακή φήμη του σπιτιού, ήταν το μελανό σημείο του χωριού, εκείνο που όλοι εύχονταν να μην υπήρχε και επιλεκτικά απέφευγαν.
Ένα απόγευμα αρχές καλοκαιριού του 1958 και όντας ξανά στο χωριό του, δύο χρόνια, χωρίς να έχει μιλήσει σε άνθρωπο, έξω από την αυλή του περνούσε ένα κοριτσάκι με μια πάνινη κούκλα στο χέρι και κοιτούσε προς το σπίτι. Την παρακολουθούσε κρυμμένος. Η επιμονή του κοριτσιού, με τον αδιάκριτο αθώο τρόπο, τον έκαναν να γελάσει. Η μικρή άκουσε τον θόρυβο και θαρραλέα φώναξε “είσαι μέσα;”. Ο Γεράσιμος δεν σταμάτησε να γελάει, μα δεν έδωσε σημεία ζωής. “Εγώ δεν σε φοβάμαι που δεν έχεις μάτι”, άκουσε την μικρή εισβολέα να λέει. Απόρησε με την πυγμή μιας τόσο μικρής παρουσίας και αυθόρμητα, χωρίς να το καλοσκεφτεί, βγήκε από την κρυψώνα του.
Το κορίτσι έμεινε με το στόμα ανοιχτό, γούρλωσε τα μάτια της και έκανε ένα βήμα πίσω, χωρίς όμως να κατεβάσει το βλέμμα της ή να το βάλει στα πόδια. Ο Γεράσιμος είχε ενωμένες, ανοιχτές τις παλάμες του, σχηματίζοντας μεγάλη χούφτα και μέσα κεράσια, από το δέντρο της αυλής του.
– Θέλεις κεράσια;, της είπε γλυκά, πλησιάζοντας τον φράχτη.
– Θέλω, του απάντησε κοιτώντας τον με φανερή περιέργεια.
– Δεν χρειάζεται να με φοβάσαι. Δεν θα σου κάνω κακό.
– Δεν σε φοβάμαι. Οι δικοί μου σε φοβούνται. Κι όλοι στο χωριό λένε ότι είσαι κακός.
Όταν άνοιξε τα χεράκια της να πάρει τα κεράσια, τα δάχτυλά του άγρια και σκασμένα ακούμπησαν τα δικά της τα απαλά, τα τρυφερά και θυμήθηκε ότι ήταν άνθρωπος, ότι είχε αισθήσεις όπως όλοι. Δεν του είπε τίποτα άλλο, άρχισε να τρώει τα κεράσια κι έφυγε. Δεν είπε σε κανέναν για την συνάντηση με το μονόφθαλμο τέρας του χωριού.
Εκείνο το βράδυ ο Γεράσιμος αποκοιμήθηκε χαϊδεύοντας και μυρίζοντας το χέρι του, προσπαθώντας να βρει κάτι από την απρόσμενη συνάντησή του με την μικρή πλανεύτρα. Την επόμενη μέρα την περίμενε με μία χούφτα κεράσια, αλλά δεν εμφανίστηκε. Την μεθεπομένη το ίδιο, μέχρι που πέρασαν τρεις μέρες χωρίς την παρουσία της. Κάθε μέρα πρόσθετε τα κεράσια, δεν τα πείραζε. Την τέταρτη μέρα την άκουσε να τον φωνάζει.
– Είσαι εδώ;
– Σε περίμενα, της είπε ενθουσιασμένος που την έβλεπε. Αυτά είναι για σένα. Για όλες τις μέρες που δεν ήρθες.
– Ευχαριστώ. Είναι πολύ νόστιμα.
Πήγε να της τα δώσει από ένα κομμάτι του χαλασμένου φράχτη, διστακτικά, όταν την είδε να μπαίνει στην αυλή.
– Θα…. θα μπεις μέσα;
– Ναι! Πειράζει;
– Καθόλου. Ίσα ίσα.
– Μπορώ να δω το μάτι σου; τον αιφνιδίασε καθώς έτρωγε τα κεράσια της.
– Δεν είναι εικόνα για ένα μικρό κορίτσι.
– Δεν είμαι μικρή. Είμαι έξι χρονών.
Γέλασε αυθόρμητα με το ύφος της.
– Ας ξεκινήσουμε με το πώς σε λένε! Τι λες;
– Με λένε Ματούλα! Εσένα;
– Εμένα Γεράσιμο.
– Να δω τώρα το μάτι σου;
– Δεν είμαι σίγουρος… δεν πρόλαβε να τελειώσει την φράση του και ύψωσε το χέρι της προς το μαντήλι που έκρυβε την αναπηρία του. Σα μαγεμένος έσκυψε μπροστά της και τα μικρά της χεράκια, έβγαλαν το μαντήλι. Δεν άλλαξε ύφος, δεν ταράχτηκε, δεν τσίριξε, όπως φανταζόταν ο Γεράσιμος. Αντίθετα, άγγιξε το σημείο και τον ρώτησε αν πονάει. Της απάντησε πως δεν πονάει πια και άγγιξε το χέρι της. Πόσα χρόνια έζησε μόνος, πόσα χρόνια δεν είχε επαφή με ανθρώπους. Του το κάλυψε πάλι με τον μαντήλι και του χαμογέλασε.
– Σε ευχαριστώ που με άφησες.
– Εγώ ευχαριστώ που δεν τρόμαξες.
Η Ματούλα τις επόμενες μέρες, πήγαινε καθημερινά. Δεν είχε τίποτα να της προσφέρει, πέρα από τα κεράσια. Δεν ήθελε τίποτα άλλο, τα έτρωγε με ευχαρίστηση και της άρεσε να κάθεται μαζί του. Καταλάβαινε την ανάγκη του για επαφή, έβλεπε με πόση λαχτάρα την περίμενε.
– Γιατί είσαι μόνος;
– Γιατί έτσι τα έφερε η ζωή.
– Πέθανε η γυναίκα σου;
– Όχι, ζει. Εγώ έπρεπε να φύγω.
– Η γιαγιά μου είναι μόνη, χωρίς τον παππού μου, αλλά έχει εμάς.
– Ποια είναι η γιαγιά σου;
– Η Στεργιανή.
Ο Γεράσιμος έμεινε ακίνητος, το χαμόγελο του πάγωσε.
– Η Στεργιανή; Τον παππού σου πως τον έλεγαν; Ξέρεις;
– Γεράσιμο, σαν κι εσένα.
Την επόμενη μέρα η Ματούλα πήγε στον μονόφθαλμο φίλο της, μα δεν τον βρήκε εκεί. Στο τραπέζι στην αυλή υπήρχε ένα μπολ με κεράσια κι ένα σημείωμα. “Δεν θα σε ξεχάσω ποτέ. Σε ευχαριστώ που δεν φοβήθηκες, που δεν άκουσες τις φήμες για μένα. Που είδες μέσα μου”. Συνέχισε να πηγαίνει, να τον αναζητά. Δεν μπορούσε να καταλάβει τι είχε συμβεί, γιατί έφυγε. Δεν είπε σε κανέναν για τις επισκέψεις της. Θα την μάλωναν. Θα την τιμωρούσαν. Κράτησε για τον εαυτό της τον περίεργο φίλο της, μέχρι που με τα χρόνια τον ξέχασε.
Ο Γεράσιμος, τήρησε τον λόγο του, δεν την ξέχασε ποτέ. Ήταν αίμα του, η εγγονή του! Ήταν ευγνώμων γι’ αυτήν την ευκαιρία που του χάρισε ο Θεός. Δεν ρίζωσε πουθενά. Ελεύθερο πνεύμα, άλλαζε τα μέρη, χωρίς σταθερό σημείο, σε παγκάκια, πάρκα, αψηφώντας τις αλλαγές του καιρού, ψάχνοντας στα σκουπίδια, προσπαθώντας να περνάει απαρατήρητος. Τον βρήκε ένα πρωί ένας αγρότης, στο χωράφι του με τις κερασιές. Τον κούνησε, τον έσπρωξε, να δει αν ήταν ζωντανός. Δεν σάλεψε, δεν ανέπνεε. Δεν τον αναζήτησε κανείς. Πέθανε κρατώντας μια χούφτα κεράσια.
Χρυσούλα Καμτσίκη
