Το εργόχειρο

Η βελόνα της τρύπησε το δάχτυλο, εμφανίζοντας αμυδρά μια μικρή κουκίδα αίματος όμοια σαν ψίχουλο. Το σκούπισε γρήγορα πριν λερώσει το κέντημα. Η ματιά της μελαγχολική, έπεσε έξω στην πράσινη μανία της χλωρίδας, που ξεχυνόταν από τον κήπο, ενώ εκείνη ταξίδευε με την σκέψη της σε λίμνες αίματος.

Τα πρωινά καθόταν και κεντούσε μπρος στο μεγάλο παράθυρο, άνοιγε τις κουρτίνες να μπαίνει το φως και ξεχνιόταν ώρες ολόκληρες. Ήταν επιδέξια στην βελόνα, έφτιαχνε έργα τέχνης, πότε λουλούδια, άλλοτε καμπαναριά, λιβάδια, ηλιοτρόπια. Κάποτε κέντησε και την απέραντη θάλασσα με τα πλάσματα του βυθού, κάποια από αυτά όπως τα θυμόταν στις τράτες που γέμιζαν το λιμάνι σχεδόν κάθε πρωί.

Ήταν μικροκαμωμένη, σαν πορσελάνινη κούκλα, έδινε την αίσθηση πως αν την άγγιζες μπορεί και να έσπαγε στα χέρια σου. Το πουδρένιο κατάλευκο δέρμα, ολοκλήρωνε την εύθραυστη εικόνα της. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πως αυτά τα λεπτεπίλεπτα δακτυλάκια, είχαν προκαλέσει ασφυξία σε έναν λαιμό σκληρό, αμείλικτο, δυνατό, σε ένα τεράστιο σώμα που παλλόταν με μανία πάνω της.

Κάποιες φορές η εικόνα εμφανιζόταν ζωντανή εμπρός της, σαν έναν εφιάλτη που στοίχειωνε κάθε ανέμελη στιγμή, καταδικασμένη σε μια δίκη εσωτερική, σε ένα μυστικό καλά κρυμμένο. Εκείνος ο τεράστιος άνδρας, ο βρωμερός, ούτε καν άνθρωπος μα δείγμα ενός κτήνους, είχε εισβάλει στο σπίτι τα μεσάνυχτα, γνωρίζοντας πιθανότατα πως ήταν μόνη, και την είχε αναγκάσει να υποκύψει στις ορέξεις του. Έζεχνε σαν ζώο, καθώς έπεφτε το πελώριο γλοιώδες σώμα του, πάνω της, καθώς τα ροζιασμένα και σκληροτράχηλα χέρια του, πάταγαν τα δικά της κάτω. Έσκουζε από το ασήκωτο βάρος του, τον δάγκωνε, φώναζε, μα η φωνή της δεν ακουγόταν. Την πέταξε ικανοποιημένος, σαν παράσιτο στο πάτωμα με ορμή και κτήνος κατά όπως ήταν, άνοιξε τα ντουλάπια ψάχνοντας φαγητό. Τον κοίταζε με αηδία, μίσος, θυμό. Γυρισμένος πλάτη καταβρόχθιζε με μανία ό,τι έβρισκε, χωρίς να δίνει σημασία στο θύμα του. Εκείνη σηκώθηκε αργά, το σώμα της δεν ανταποκρινόταν, μα το μίσος της έδωσε ώθηση, την γέμισε με κουράγιο. Αθόρυβα άνοιξε το ντουλάπι πίσω της, έβγαλε το σφυρί και με ορμή χύθηκε στην πλάτη του, σφυροκοπώντας το τεράστιο κεφάλι του. Εκείνος ξαφνιασμένος από την επίθεση και αιμόφυρτος, προσπάθησε να την πετάξει από πάνω του, μα σαν γάτα εφτάψυχη, είχε αγκιστρώσει τα νύχια της βαθιά στις σάρκες του, αρνιόταν να πέσει, όχι πριν τελειώσει οριστικά μαζί του.

Το σφυρί τον βρήκε πολλές φορές στο κεφάλι, μέχρι που ζαλισμένος παραπάτησε και λίγο πριν πέσει μαζί της κάτω, με ένα δυνατό σάλτο που την πόνεσε μέχρι τα σωθικά, πετάχτηκε από την πλάτη του, στο ματωμένο πάτωμα. Κατέρρευσε ο τεράστιος εμπρός στα μάτια της με τις αισθήσεις του, κοιτώντας την στα μάτια, με ήχους ακαταλαβίστικους της ζητούσε βοήθεια.

Σήκωσε το φουστάνι και κάθισε πάνω του, με μια διεστραμμένη εκπλήρωση, καθώς τα δάχτυλά της έκλειναν στο λαιμό του, χωρίς οίκτο, χωρίς συναίσθημα. Ένα κτήνος λιγότερο στο δάσος των τεράτων, σκεφτόταν και με μανία έβαζε όσο περισσότερη δύναμη.

Όταν το κτήνος σταμάτησε να σκούζει, ανήμπορο πια, του έριξε ακόμα μια σφυριά στο κεφάλι, πολτοποιώντας την αριστερή μεριά του προσώπου, εξασφαλίζοντας την συνθήκη της οριστικής παύσης του. Το αίμα σφραγίδα αυτής της συνθήκης με την μυρωδιά της παρελθοντικής ζωής, γέμισε το χώρο ολοσχερώς, μεταμορφώνοντάς την από θύμα σε θύτη, από μίσος και αηδία σε ηθική ικανοποίηση, από βιασμένη εξουσιάστρια.

Τρύπησε το δάχτυλο η βελόνα δεύτερη φορά, επαναφέροντάς την στην πραγματικότητα. Ο άνδρας της, μόλις είχε μπει. Της έγνεψε κατευναστικά. Όλα πήγαν καλά υπέθεσε, κανείς δεν θα τον έβρισκε ποτέ!

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading