[Σημείωση: Αυτό το χρονικό διάστημα, δημοσιεύονται τα τελευταία κεφάλαια της «Κόμισσας». Στο μεταξύ, δημοσιεύονται και μερικά κείμενα από το αγγλικό μυθοπλαστικό περιοδικό Weird Literature, του Τζον Μπάρλοου (που είναι χαρακτήρας από το σύμπαν της «Κόμισσας»).
Το παρόν κείμενο, όπως και άλλα που θα δημοσιευτούν με τον γενικό τίτλο ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ «WEIRD LITERATURE», αποτελεί μια αυτόνομη σειρά αυτοτελών διηγημάτων.
Οι ιστορίες ΔΕΝ θα προέρχονται από τα ίδια τεύχη του περιοδικού (πχ δεν θα δημοσιευτούν όλα τα διηγήματα του Τεύχους του Ιουλίου του 1872), γιατί θέλω να καλυφτεί ένα μεγάλο χρονολογικό εύρος.
Κάτι σημαντικό: ΔΕ χρειάζεται να έχετε διαβάσει την «Κόμισσα», για να διαβάσετε αυτές τις ιστορίες. Είναι ανεξάρτητες της πλοκής της «Κόμισσας».
Αν υπάρξει οποιαδήποτε αλλαγή, αν δηλαδή κάποιο διήγημα συνδέεται πιο άμεσα με το μυθιστόρημα ή/και αν κάποια διηγήματα συνδέονται μεταξύ τους, τότε θα υπάρξει και αντίστοιχη Σημείωση.
Το «Weird Literature», ο δημιουργός του (Τζον Μπάρλοου) και όσα άλλα πρόσωπα/συγγραφείς αναφέρονται σε αυτή τη σειρά κειμένων, καθώς και οι ίδιες οι ιστορίες, είναι προϊόντα δικής μου επινόησης.]
*
Ο Τζερόμ απογοήτευσε τη Ρόζαλυ
της Μίνα Έιμς
(Τεύχος Αυγούστου, 1899, σελ. 8-11)
Αγαπητέ αναγνώστη,
Παρακάτω θα διαβάσεις άλλο ένα πανέμορφο διήγημα φρίκης που εμπνεύστηκε η αγαπημένη Μίνα. Είναι σύντομο, αλλά ουσιώδες και με την κατάλληλη δόση τρόμου και φαντασίας. Ένα βασικό ερώτημα που θεωρώ ότι τονίζει η Μίνα σε αυτή την ιστορία είναι το κατά πόσο γνωρίζουμε αυτόν που αγαπάμε: την σύζυγό μας, τον αρραβωνιαστικό, τον φίλο, το ίδιο μας το παιδί ίσως κλπ. Ποιος είναι στην πραγματικότητα; Από πού προέρχεται; Είμαστε σίγουροι για το ποιόν του, ειδικά για το τι μπορεί να κρύβει;
Άραγε, αγαπητέ αναγνώστη, τα έχεις σκεφτεί ποτέ όλα αυτά;
Κλαρκ Μέιχεμ
Η Ρόζαλυ βγήκε από το πανδοχείο και, σε μια παρόρμηση της στιγμής, κοίταξε τριγύρω. Ανησυχούσε μήπως καιροφυλακτούσε ο Τζερόμ, ο πάλαι ποτέ αγαπημένος της που θα γινόταν σύζυγός της, μήπως την είχε βρει και την περίμενε. Είχαν χωρίσει καιρό τώρα, με τη Ρόζαλυ να φεύγει ένα βράδυ απογοητευμένη από το διαμέρισμά τους στο κέντρο του Λονδίνου, αφού ανακάλυψε ότι μια άλλη γυναίκα είχε πάρει την θέση της στην καρδιά του Τζερόμ. Είχαν μαλώσει, με τη Ρόζαλυ να του τονίζει ξανά και ξανά όσα του είχε ήδη πει από την αρχή της σχέσης τους, ότι έπρεπε να περιμένουν για να σμίξουν σαν αντρόγυνο, αλλά πως μέχρι τότε θα ήταν μαζί και θα παντρεύονταν όταν εκείνη θα μπορούσε. Ο Τζερόμ, που αρχικά είχε δεχτεί τους όρους της (παρότι δεν είχε ρωτήσει ποτέ γιατί δεν μπορούσαν να τα κάνουν όλα αυτά πιο σύντομα), εκείνο το βράδυ ήταν ανένδοτος και, όχι απλά δε δέχτηκε να δικαιολογηθεί περαιτέρω, μα χτύπησε τη Ρόζαλυ στο πρόσωπο. Ο καβγάς τους είχε λήξει πιο γρήγορα απ’ όσο περίμενε η Ρόζαλυ, με την ίδια να έχει πάρει την απόφασή της να τον εγκαταλείψει, ενώ ο Τζερόμ είχε πάει να πιει μπράντι και να κοιμηθεί, διερωτώμενος πολλά, αλλά δίχως να αμφιβάλλει για την αγάπη του για την παράξενη (όπως τη θεωρούσε, εκτός από όμορφη) Ρόζαλυ.
Τα μαύρα μάτια της δεν έδωσαν σημασία στον αφέγγαρο ουρανό, παρά διέτρεξαν το δάσος, τις αναμμένες λάμπες στις κολόνες, την αυλή του πανδοχείου γέμιζε φύλλα και τις κλειστές μαύρες άμαξες που περίμεναν για κάποιον πελάτη. Οι αμαξάδες δε φαίνονταν, μιας και η ώρα ήταν περασμένη και λογικά θα κοιμούνταν στο εσωτερικό των αμαξών. Τα άλογα στέκονταν στα πόδια τους και έμοιαζαν ήρεμα.
Η Ρόζαλυ ήξερε ότι ο Τζερόμ βρισκόταν στα ίχνη της. Είχε μάθει ότι κάποιος ρωτούσε στην κοντινή αγροτική πόλη για αυτή. Μέσα της, ένα κομμάτι της ήλπιζε ειλικρινά να έκανε λάθος και ο Τζερόμ να την είχε ξεχάσει. Ένα άλλο κομμάτι της, όμως, προσδοκούσε να βρεθούν ξανά.
Αναστέναξε μπερδεμένη και προχώρησε προς τις άμαξες, με σκοπό να ανέβει στην πρώτη διαθέσιμη και να φύγει ακόμα πιο μακριά απ’ όσο είχε καταφέρει μέχρι τώρα.
Ξεκίνησε με την πρώτη άμαξα: χτύπησε την πόρτα, φωνάζοντας τον οδηγό. Ήξερε ότι ήταν αργά, αλλά όλο και κάποιος θα ξυπνούσε από τη δυνατή βραχνή φωνή της.
Όταν δεν απάντησε κανείς, προχώρησε στη δεύτερη άμαξα. Και μετά, απογοητευμένη, έφτασε στην τρίτη και προτελευταία.
Πριν χτυπήσει την πόρτα της τέταρτης άμαξας, μια σκιά αποκόπηκε από το σκοτάδι και άρπαξε τη Ρόζαλυ. Εκείνη, παρασυρμένη από τη δύναμη του επιτιθέμενου, βρέθηκε κοντά του, έξω από το πίσω μέρος της τελευταίας άμαξας. Βρέθηκε να αντικρίζει τον θυμωμένο Τζερόμ, ο οποίος είχε αφήσει τα γένια του να φουντώσουν. Το παλτό πάνω από το κουστούμι του ήταν λερωμένο, η ανάσα του βρομούσε μπράντι και τα ανοιχτόχρωμα μάτια του ήταν γεμάτα φωτιά.
«Νόμιζες πως θα μου ξέφευγες, άθλια γυναίκα, ε;» της είπε, φτύνοντάς τη. Πριν εκείνη του απαντήσει, τη χτύπησε με την παλάμη του. Είχε βγάλει τα γάντια του, για να έχει την πονέσει περισσότερο το χτύπημά του. Ένιωσε το παγωμένο δέρμα της να υποχωρεί και τη Ρόζαλυ να πέφτει προς τα πίσω.
Αλλά τη συγκράτησε και την έφερε ξανά απέναντι στο πρόσωπό του. «Πού θα έφτανες; Περίμενες όντως να σε αφήσω να με εγκαταλείψεις; Μου ανήκεις και δεν θα κάνεις τίποτα, αν δεν το πω εγώ, κατάλαβες;». Την ταρακούνησε και της φώναξε «ΜΕ ΚΑΤΑΛΑΒΕΣ;».
Εκείνη δεν απάντησε, παρά έριξε το κεφάλι, κλείνοντας τα μάτια της.
Τα άλογα άρχισαν να αναστατώνονται. Χλιμίντριζαν δυνατά και χτυπούσαν τις οπλές τους στο έδαφος.
«Μίλα μου, γυναίκα; Κατάλαβες όσα σου είπα; Δεν πας πουθενά, δεν κάνεις και δε λες τίποτα, αν δεν πάρεις την άδειά μου. Αλλιώς, μα τω Θεώ, θα σε σκοτώσω!»
Η Ρόζαλυ δεν μίλησε.
Φωνές ακούστηκαν από τις άμαξες. Οι οδηγοί είχαν ξυπνήσει.
Ο Τζερόμ, που κατάλαβε ότι δεν είχε όλο το χρόνο στη διάθεσή του (όχι εδώ, δηλαδή, αλλά σύντομα θα είχε όσο ήθελε, όταν θα επέστρεφε στο διαμέρισμα με τη Ρόζαλυ), έσφιξε τη γροθιά του. «Τελευταία ευκαιρία, γυναίκα. Κατάλαβες όσα σου είπα;»
«Με απογοήτευσες, Τζερόμ» σύριξε η Ρόζαλυ, έχοντας ακόμα κατεβασμένο το κεφάλι.
Ο πιωμένος Τζερόμ την ταρακούνησε ξανά. «Κοίτα με, π’ ανάθεμά σε! Μη μου συμπεριφέρεσαι σαν να είμαι ο δούλος σου»
Η Ρόζαλυ σήκωσε το κεφάλι και άνοιξε τα αβυσσαλέα μάτια της.
Πόρτες άνοιξαν και οι οδηγοί βγήκαν.
Ο Τζερόμ, αν και με θολωμένο μυαλό, είδε το θανατερό βλέμμα και τα σκυλίσια δόντια της παράξενης γυναίκας που ήθελε για δική του. Ω Θεέ μου, σκέφτηκε, είναι ένα τέρας!
Η Ρόζαλυ κάλυψε το στόμα του, απεγκλωβίστηκε από τα χέρια του, τύλιξε τα δικά της γύρω του και έγειρε το κορμί του, καθώς βύθιζε τα δόντια της στο λαιμό του. Καθώς έπινε το αίμα του, το θηριώδες κομμάτι του εαυτού της (που είχε επικρατήσει πια) απολάμβανε για άλλη μια φορά το πόσο ανόητοι μπορούσαν να γίνουν οι θνητοί. Ο Τζερόμ δεν ήταν ο πρώτος άντρας που είχε θελήσει τη Ρόζαλυ και σίγουρα δεν θα ήταν ο τελευταίος. Όλοι τους είχαν δείξει απείθεια στην απαίτησή της να μη σμίξουν και να μην περάσουν το κατώφλι κάποιου ναού και όλοι τους είχαν πεθάνει όπως πέθαινε τώρα ο Τζερόμ: είχαν ξυπνήσει την νεκροζώντανη φύση της Ρόζαλυ και το βαμπίρ που τους είχε αφαιμάξει και τους είχε θάψει σε απόμερα σημεία.
Ο οδηγός της τέταρτης άμαξας είδε το ζευγάρι που φιλιόταν πίσω από το όχημά του και χαμογέλασε. Ενημέρωσε διακριτικά τους άλλους και όλοι μαζί προσπάθησαν και τελικά ηρέμησαν τα άλογα.
Η χλωμή κοπέλα, βοηθώντας τον άντρα της, πλησίασε τον αμαξά και του ζήτησε να τους μεταφέρει κάπου –θα του έλεγε στην πορεία πού πήγαιναν. Ο οδηγός συμφώνησε και έκανε να βοηθήσει να ανεβάσουν τον αναίσθητο σύντροφο, αλλά η κοπέλα δε δέχτηκε («από το ποτό, ήπιε λίγο παραπάνω σήμερα», έτσι είπε στον αμαξά), και τον ανέβασε η ίδια. Ο αμαξάς την θαύμασε και, όταν η πελάτισσα έκλεισε την πόρτα, εκείνος ανέβηκε στη θέση του και έδωσε εντολή στο άλογο να ξεκινήσει.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Η Φιλομίνα (Μίνα) Έιμς γεννήθηκε το 1860. Ζει στο Έσσεξ και εργάζεται ως γραμματέας στο περιοδικό Weird Literature. Από μικρή της άρεσε να ακούει ιστορίες φαντασίας και φρίκης, ενώ φρόντισε ώστε να μη παύσει τις σπουδές της στο σχολείο. Η αγάπη της για την Λογοτεχνία παρέμεινε ισχυρή, οπότε και επιδίωξε να ασχοληθεί ενεργά με τη συγγραφή και την επιμέλεια κειμένων. Ελπίζει στο μέλλον να γράψει το δικό της βιβλίο.
Τάκης Κομνηνός
——————————
Σημειώσεις: Το κείμενο αποτελεί προϊόν μυθοπλασίας και ουδεμία σχέση έχει με την πραγματικότητα. Στο κείμενο αξιοποιούνται ιστορικά στοιχεία και πραγματικές τοποθεσίες, αλλά αυτό γίνεται κατά τρόπο μυθιστορηματικό.
Θα ήθελα την άποψή σας είτε εδώ, είτε (και) στην σελίδα του TheBluez.gr στο Facebook: https://www.facebook.com/
Βρείτε όλα τα κείμενά μου εδώ: https://thebluez.gr/author/
Και εδώ όλα τα κεφάλαια της «Εντολής της Κόμισσας», που δημοσιεύονται σε συνέχειες: https://thebluez.gr/category/
