Η Μαριάννα ήταν κλεισμένη στο δωμάτιό της και άκουγε έξω στο σαλόνι τους γονείς της να τσακώνονται. Για άλλη μια φορά. Η μαμά της, η Ευδοκία, επέμενε ότι δεν είχε δει καμία από τις αλλαγές που είχε ζητήσει και ο χωρισμός ήταν πια μονόδρομος. Ο πατέρας της, ο Πέτρος, ζητούσε λίγο ακόμα χρόνο να γίνει καλύτερος, πόσο δεν ήξερε, γιατί ό,τι του είχε ζητήσει, το είχε ήδη κάνει.
Εκείνοι ήταν ένα βήμα πριν το διαζύγιο και αυτή ένα βήμα πριν το πανεπιστήμιο. Δεν ήξερε πώς να το διαχειριστεί, πώς να τους βοηθήσει. Και όσο πιο πολύ μάλωναν, τόσο περισσότερο ήθελε να φύγει ο πατέρας της. Όχι επειδή τους ήθελε χωρισμένους, αλλά γιατί έβλεπε ότι έτσι όπως ήταν οι δύο τους, δεν υπήρχε άλλη λύση από το να μείνουν χωριστά.
Πέρασε έτσι ένας δύσκολος χρόνος μέχρι να μετακομίσει ο πατέρας της από το σπίτι και έπειτα και η Μαριάννα στην εστία του πανεπιστημίου, που τύχαινε να είναι κοντά στην νέα δουλειά του μπαμπά της. Η Ευδοκία, όταν άκουσε την απόφαση της κόρης της να φύγει και αυτή από το σπίτι, άστραψε και βρόντηξε. Πίστευε ότι ο Πέτρος είχε κάνει πλύση εγκεφάλου στο παιδί γιατί το ήθελε κοντά του. Όσο πιο κοντά σε εκείνον, τόσο πιο μακριά από αυτήν. Και δεν θα το άφηνε να περάσει έτσι αυτό. Δεν μπορούσε να χάσει. Όχι την οικογένειά της, αλλά τον πόλεμο που μόνη της είχε ξεκινήσει.
«Γιατί με κυνηγάς, ρε μαμά;»
«Δεν τελειώσαμε!»
«Τι άλλο να πούμε; Μας βλέπουν οι φίλοι μου και οι συμμαθητές μου! Μπορείς να μην φωνάζεις;»
«Βαθμοί είναι αυτοί; Πώς να μην φωνάζω;»
«Υπάρχει και κάτι που λέγεται συζήτηση και γίνεται ήρεμα. Δεν είναι πάντα λύση οι φωνές».
«Τα λόγια του πατέρα σου. Ε, βέβαια, δεν θα είχε βάλει το χεράκι του και σε αυτό;»
«Τι σχέση έχει ο μπαμπάς; Ζορίζομαι, μαμά, με τα μαθήματα και την δουλειά».
«Σωστά, πρέπει να δουλεύεις. Αντί να κάνει δύο δουλειές αυτός για να σπουδάσεις».
«Γιατί δεν κάνεις δύο δουλειές εσύ;»
«Τι είπες;»
Τι ήθελε να το πει! Μα δεν άντεξε άλλο! Αυτή η κόντρα μεταξύ τους, την ακολουθούσε ακόμη και στις σπουδές της. Η μαμά της δεν συμφωνούσε ούτε με την εστία, ούτε με την δουλειά. Βασικά, δεν συμφωνούσε με τίποτα. Ό,τι και να έκαναν οι υπόλοιποι ήταν λάθος. Εκείνη μόνο ήξερε το σωστό.
«Μπαμπά. Μπορώ να σε δω το βράδυ; Τι ώρα σχολάς;»
«Έλα από το μαγαζί ό,τι ώρα θες. Τί συμβαίνει;»
«Θέλω να μιλήσουμε, μπαμπά»
Η Μαριάννα είχε ρεπό το απόγευμα, μα δεν μπορούσε να μείνει σπίτι. Καθόταν και κοιτούσε το ρολόι μέχρι να πάει νύχτα. Δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί στα μαθήματα και ό,τι μάθαινε μετά από λίγα λεπτά το ξεχνούσε. Ένας φαύλος κύκλος που δεν ήξερε πώς να τον σπάσει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, είχε καθημερινά πόνους στο στομάχι και στο στήθος.
Άρχισε να βγαίνει όλο και πιο συχνά με τον μπαμπά της. Καθιέρωσαν να βρίσκονται μια δυο φορές την εβδομάδα στο εστιατόριο που δούλευε. Εκεί έτρωγαν, συζητούσαν και διάβαζαν. Ο πατέρας της την βοήθησε να καλύψει γρήγορα αρκετά κενά, γιατί την βοήθησε να αποκτήσει ξανά την αυτοπεποίθησή της. Την πίστη στον εαυτό της που της διέλυε καθημερινά η μαμά της.
«Ποιος ήταν αυτός ο νεαρός που βγήκε πριν;» την περίμενε μια μέρα κρυμμένη έξω από το δωμάτιό της.
«Πραγματικά, δεν έχεις με κάτι άλλο να ασχοληθείς, μαμά;»
«Είναι μια απλή ερώτηση»
«Είναι το αγόρι μου. Ορίστε, μια απλή απάντηση»
«Πάμε να πιούμε έναν καφέ να μου πεις για αυτόν», απαίτησε.
«Μαμά, ούτε όταν ήμουν έξι δεν πίναμε τσάι και καφέ με τις κούκλες μου, γιατί ποτέ δεν καθόσουν να παίξεις μαζί μου. Τώρα δεν θέλω εγώ».
«Σε έχει κάνει σαν τα μούτρα του!»
«Τι έχουν τα μούτρα του μπαμπά; Γιατί σε αυτόν αναφέρεσαι πάλι. Τι έχει; Που είναι καλός και ευγενικός και εργατικός και μας φροντίζει;»
«Αυτά τα βλέπεις εσύ επειδή δεν ζεις μαζί του. Ρώτα και εμένα»
«Μαμά, αν είναι έτσι με εμένα που είμαι κόρη του, νομίζεις δεν μπορώ να φανταστώ πώς ήταν με εσένα που ήσουν η γυναίκα του;»
«Μπούρδες. Αν ήταν έτσι όπως λες, δεν θα έψαχνα για κάτι καλύτερο».
«Κάτι καλύτερο», στάθηκε και σταύρωσε τα χέρια. Την κοίταξε στα μάτια, μα δεν άντεχε άλλη μια αναμέτρηση. Δεν είχε άλλα ψυχικά αποθέματα να την αντιμετωπίσει.
«Ναι, κάτι καλύτερο. Αυτό κάνουν οι γυναίκες», επέμενε στην κουβέντα της.
«Οι γυναίκες που δεν έχουν κάτι καλό, αυτές ψάχνουν κάτι καλύτερο. Εσύ που είχες έναν καλό άντρα, έψαχνες τον τέλειο. Και, ω, τι έκπληξη! Αυτός δεν υπάρχει!»
Η Ευδοκία έσφιξε τα χείλη. Το ήξερε ότι δεν υπάρχει. Εκείνη που πάντα είχε όλες τις απαντήσεις και κατάφερνε να στριμώχνει τον άντρα της, τα έβρισκε σκούρα τώρα από την ίδια της την κόρη.
«Δεν μου αξίζει το καλύτερο;» πέρασε στην συναισθηματική επίθεση. Ήξερε ότι εκεί η κόρη της θα έπρεπε να συμφωνήσει μαζί της.
«Φυσικά. Μα το είχες»
«Δεν μπορείς να το κρίνεις εσύ αυτό»
«Μιλάμε για τον ίδιο άνθρωπο. Για εκείνον που μου ανοίγει την πόρτα στα μαγαζιά να περάσω, με βάζει να περπατώ από την μέσα πλευρά του πεζοδρομίου, κάθεται απέναντι από την πόρτα για να ελέγχει τον χώρο, για να είμαι ασφαλής. Μιλάμε για εκείνον που πληρώνει τον λογαριασμό και μου φέρεται σαν πριγκίπισσα. Που με καθοδηγεί και με βοηθά να γίνω καλύτερη. Που είναι πάντα εκεί να μου δείξει τον κόσμο. Μιλάμε για εκείνον τον άντρα που είναι το πρότυπο στον δικό μου μελλοντικό σύζυγο. Γιατί, ναι, μαμά, εσένα σου φαίνεται λίγος, αλλά εμένα μου φαίνεται ιδανικός. Και ξανά λέω, εγώ είμαι κόρη του, με αγαπά και με φροντίζει θέλει δεν θέλει. Εσύ. Εσύ ήσουν η επιλογή του. Με εσένα ήταν ερωτευμένος»
«Δεν θυμάσαι…» προσπάθησε να το καλύψει, δημιουργώντας της την αμφιβολία ότι κάτι είχε συμβεί και δεν το ήξερε.
«Τι να θυμάμαι; Μαζί σας ζούσα. Μόνο εγώ τον χαιρετούσα στην πόρτα. Μόνο εγώ του μιλούσα όμορφα. Μόνο εγώ τον αγκάλιαζα. Πάντα λίγο παραπάνω, γιατί ήξερα ότι δεν το έκανες εσύ. Και ειλικρινά πιστεύω ότι του αξίζει να είναι ευτυχισμένος και να φτιάξει την ζωή του»
«Αυτό σου το έχει πει εκείνος;»
«Όχι, εγώ το λέω. Εκείνος δεν έχει αναφέρει κάτι»
«Καλά και θα του πεις τι; Να πάει να βρει άλλη γυναίκα;»
«Δεν θα το κάνει κάποια στιγμή; Θέλω να ξέρει ότι είμαι ok με το θέμα»
«Και εγώ; Καλά δεν με σκέφτεσαι; Ακόμα δεν χωρίσαμε»
«Μαμά, εσύ είχες χωρίσει από πολύ καιρό. Μόνος του κρατούσε τον γάμο σας. Και γιατί να σε σκεφτώ όταν εσύ σκέφτεσαι μόνο τον εαυτό σου;»
«Αλήθεια το λες; Που εγώ…»
«Εγώ, εγώ, εγώ! Θα μείνεις με το εγώ σου, μαμά!», σκούπισε τα μάτια της.
Κοίταξε την μαμά της και για πρώτη φορά είδε κατεβασμένο το βλέμμα της. Σαν να το συνειδητοποίησε. Σαν να δέχτηκε το φάρμακο της κόρης της. Σαν να έγινε η σωτήρια εγχείρηση του νου. Η αποθεραπεία θα έπαιρνε πολύ καιρό. Μα η Μαριάννα θα ήταν δίπλα της. Γιατί δεν είχε κακία μέσα της. Δεν έψαχνε εκδίκηση για όσα της στέρησε η μαμά της. Γιατί το χάδι και η αγκαλιά δεν έλειπαν μόνο από τον άντρα της, αλλά και από το παιδί της. Ήξερε απλώς μια αλήθεια αλλά δεν ήθελε την επιβάλει. Κατάφερε να χτίσει από την αρχή μια καλή σχέση με όρια με την μαμά της, να τελειώσει το πανεπιστήμιο και να φτιάξει την ζωή της. Οι πόνοι στην κοιλιά και το στήθος ήταν χρόνιο άγχος που θα την συντρόφευε σε όλη της την ζωή. Θα το κουβαλούσε στην ψυχή και στο σώμα της για πάντα. Ήταν το αντίτιμο που πλήρωσε για να καταφέρει μια μέρα να γιατρευτεί η μαμά της.
CC
