-Γιαγιά, θα μου πεις καμμιά ιστορία από εκείνες του βυθού; ρώτησε η Ρηνούλα την ηλικιωμένη γυναίκα. Δηλαδή τι ηλικιωμένη, ούτε εβδομήντα δεν ήταν και το μόνο που μαρτυρούσε την ηλικία της, ήταν τα λευκά μαλλιά της
– Άντε βρε, δεν βαρέθηκες να τις ακούς; της απάντησε εκείνη
-Όχι καλέ γιαγιά, αφού ξέρεις πόσο με μαγεύουν οι περιγραφές σου, άσε που όταν τις λέω κι εγώ στις φίλες μου με ακούν με το στόμα ανοιχτό!
-Καλά, κάτσε να φτιάξω ένα καφεδάκι και έρχομαι να τα πούμε.
Η γιαγιά Ειρήνη δύο αγάπες είχε στην ζωή της, την θάλασσα και την εγγονή της, που της έμοιαζε ελάχιστα, αλλά ούτε που την πείραζε. Αφού ήταν του παιδιού της το παιδί, σιγά μην την ένοιαζε. Μόλις φούσκωσε το καφεδάκι στο μπρίκι, το έριξε στο κόκκινο φλιτζάνι με αργές κινήσεις, πήρε το μεταλλικό κουτί με τα μπισκότα, χώθηκε αναπαυτικά στην αγαπημένη της πολυθρόνα, έξω στην βεράντα, δίπλα στην μικρή, που είχε ήδη καθίσει στο ξύλινο σκαμνάκι, άνοιξε το καπάκι με τα βουτυρένια αγαπημένα γλυκίσματα, ήπιε μια γουλιά καφέ και ατενίζοντας την θάλασσα που απλωνόταν μπροστά τους, άρχισε την αφήγηση.
Η μικρή, αφού κατάπιε γρήγορα την μπουκιά από ένα μπισκοτάκι, κοίταξε την γιαγιά στα μάτια, περιμένοντας με υπομονή να βγουν από το στόμα της οι πρώτες λέξεις. Ο ήλιος είχε ψηλώσει στον γαλάζιο ουρανό και τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ασταμάτητα το καλοκαιρινό τους τραγούδι… τζ τζ τζ… ενώ ο σκύλος, ξαπλωμένος στην άκρη με τα αυτιά όρθια, περίμενε κι αυτός να ακούσει τις ιστορίες ή ακόμη καλύτερα να αρπάξει κανένα ψίχουλο από το πάτωμα.
-Λοιπόν μικρή μου, κλείσε μάτια και άφησε την φαντασία σου να ταξιδέψει όμορφα και χαλαρά. Ήταν ένα πρωινό σαν το σημερινό, πριν δέκα χρόνια ακριβώς. Έφτασα στην αγαπημένη μου παραλία, άφησα τα πράγματά μου στην άμμο, καλημέρισα τους θαμώνες, που πια μου ήταν πολύ γνώριμοι, φόρεσα τα γυαλάκια και το σκουφάκι μου και βούτηξα αμέσως στα δροσερά νερά. Κολυμπούσα για ώρα και απομακρύνθηκα αρκετά μακριά χωρίς να το καταλάβω. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει την αναρρίχησή του, ο ουρανός καταγάλανος και καθαρός από σύννεφα, έβγαλα το κεφάλι μου έξω από το νερό και αντιλήφθηκα ότι ήμουν μόνη. Κανείς άλλος γύρω μου, αλλά ούτε που φοβήθηκα, συνέχισα τις απλωτές μου πότε σιγά και πότε πιο γρήγορα, για να μην κουραστώ και χάσω τον ρυθμό μου. Πήγαινα, πήγαινα, μέχρι που άρχισαν οι δυνάμεις μου να με εγκαταλείπουν, χωρίς να το καταλάβω ζαλίστηκα και έχασα τις αισθήσεις μου. Το κορμί μου βαρύ, σαν να το τράβαγε στον βυθό μία πέτρα, τα μάτια μου κλειστά, ενώ στα αυτιά μου ηχούσε ένα παράξενο βουητό, παρόμοιο με τον θόρυβο που κάνουν οι μηχανές ενός πλοίου όταν σαλπάρει. Σε ελάχιστο χρόνο άρχισε το κορμί να βυθίζεται, κατέβαινα με τα πόδια τεντωμένα, με τα χέρια χαλαρά να ακουμπούν το σώμα μου. Η καρδιά μου συνέχισε να χτυπάει με αργό ρυθμό, αλλά υποσυνείδητα διατήρησα την ψυχραιμία μου. Ένας ελαφρύς, γλυκός ύπνος με τύλιξε απαλά. Κατεβαίνοντας, συνάντησα καμιά δεκάρια ψαράκια που ταξίδευαν προς την επιφάνεια. Μόλις βυθίστηκα αρκετά, να σου ένα πλάσμα, άνθρωπος ήταν, ψάρι δεν ήταν σίγουρα, το μόνο που μπορώ να πω με σιγουριά, είναι ότι κολυμπούσε με άνεση, ανέπνεε χωρίς δυσκολία, σαν να είχε βράγχια σαν εκείνα των ψαριών! η μικρή γούρλωσε τα μάτια της και έβγαλε μια κραυγή.
-Ωωωωω, λες να ήταν καμμιά γοργόνα; Μήπως ήθελε να σε φάει; ρώτησε με έκπληξη η μικρή.
-Όχι αγάπη μου, ήταν πολύ φιλικό μαζί μου, σαν να με ήξερε χρόνια.
-Και μετά, μετά; συνέχισε η Ρηνούλα.
-Μετά, άνοιξε τα χέρια του, με πήρε αγκαλιά και με ακούμπησε σε ένα βραχάκι δίπλα σε ένα τσούρμο από σαρδέλες που έδειχναν την ανακούφισή τους φουσκώνοντας και ξεφουσκώνοντας τα μικροσκοπικά τους βράγχια. Μόλις είχαν γλυτώσει οι ταλαίπωρες από τα δίχτυα ενός ψαρά που περίμενε καρτερικά στη βάρκα του να πιάσει την καλή ψαριά της μέρας. Σε πολύ λίγο μαζεύτηκε γύρω μου ένα κοπάδι από διάφορα ψάρια, μικρά, μεγάλα, πολύχρωμα, γκριζωπά, ριγωτά, με βούλες μαύρες, το καθένα στολισμένο με την δική του μοναδική χάρη και ομορφιά.
Οι εκπλήξεις διαδέχτηκαν η μία την άλλη, σε λίγη ώρα, στήθηκε γύρω μου μία εξέδρα από όστρακα και ολόγυρά τους μικρές πέτρες που έμοιαζαν με καθίσματα. Εκεί κάθισαν τα περισσότερα ψάρια, με τα πιο μεγάλα να πιάνουν τις τελευταίες θέσεις, ενώ μπροστά στάθηκαν τα νεότερα. Κάτι μουρμούρες ξεπήδησαν από την άμμο, όπου μέχρι πριν λίγο έριχναν κάτι ύπνους, από δεξιά φάνηκαν μερικές μικροσκοπικές σταχτιές γαρίδες που κρατούσαν με τα μουστάκια τους άδειες αχιβάδες. Ένας μεγαλόσωμος πορφυρός αστακός μπήκε μπροστά τους γρήγορα, σέρνοντας πίσω του ένα μεγάλο μπεζ κοχύλι, ενώ μερικοί χαριτωμένοι ιππόκαμποι άρχισαν να χορεύουν με τις ουρές τους, να πηγαινοέρχονται πάνω κάτω ακολουθώντας τις ακτίνες του ήλιου που είχε κυριεύσει για τα καλά τα μέσα του ουρανού. Κάτω από το νερό που έλαμπε, ήρθαν και άλλα ψάρια, κέφαλοι, σκάροι και πολλά μικρά καβούρια, μαζί με δύο, τρείς καβουρομάνες. Τα καημένα μόλις είχαν βγει από κάτι τρύπες στα βράχια όπου είχαν μαζευτεί για να βρουν λύση στα προβλήματά τους, να γίνουν ανεξάρτητα ώστε να βελτιώσουν την δεινή θέση που τους έφερναν οι άνθρωποι όταν τα κυνηγούσαν με μανία για να γεμίζουν τα στομάχια τους!
Εγώ δεν πίστευα στα μάτια μου, το πλάσμα που είχα συναντήσει αρχικά, με πλησίασε και πάλι λέγοντάς μου: Μην φοβάσαι, άνθρωπος είμαι σαν και σένα, ανήκω σε μία φυλή που ζει κάτω από το νερό χρόνια τώρα, σε άλλα πιο μακρινά νερά. Όμως τα ρεύματα με παρέσυραν και βρέθηκα εδώ χωρίς να το καταλάβω. Δεν έκανα τον κόπο να βρω τον δρόμο της επιστροφής, γιατί μου αρέσει πολύ ο βυθός εδώ.
Εγώ σάστισα για λίγο, μη μπορώντας να πω ούτε μία λέξη. Το άγνωστο ον μου έδειξε τα αυτιά του, που δεν είχαν τύμπανα ή ίσως και να είχαν, αλλά εμένα μου φάνηκαν τρυπημένα. Μου εξήγησε ότι με αυτόν τον τρόπο μπορούσε να βουτάει χωρίς να νιώθει την πίεση του νερού ή οποιαδήποτε άλλη ενόχληση. Συνέχισα να τον κοιτάω στα μάτια χωρίς να μπορώ να πω ούτε μία λέξη. Δεν μπορεί, ονειρεύομαι, σκέφτηκα. Ο παράξενος φίλος μου με πλησίασε αγγίζοντας τα χείλια του με τα δικά μου, γεμίζοντας τα πνευμόνια μου με οξυγόνο. Αυτό το επανέλαβε αρκετές φορές μέχρι να μπορώ να αναπνέω μόνη μου.
-Έλα, μην φοβάσαι, μου είπε, σύντομα θα αρχίσει η συναυλία των ψαριών και θα ήθελα να την παρακολουθήσεις, σίγουρα δεν έχεις ακούσει τόσο όμορφους ήχους!
Σε πολύ λίγο, τα ψάρια, οι γαρίδες και ο αστακός, πέρασαν από μπροστά μας και αφού έκαναν μία υπόκλιση, πήραν τις θέσεις τους για να αρχίσει η συναυλία. Στις πρώτες θέσεις κάθισαν οι ζαργάνες, λεπτές και στιλάτες, κρατώντας μικρές αχιβάδες. Πιο πίσω, τα μελανούρια, παρέα με τα λαβράκια, οι γλώσσες, τα μπαρμπούνια και στο τέλος οι τσιπούρες. Μία από αυτές, η πιο μεγάλη, με έντονα μάτια κράταγε ένα τεράστιο κοχύλι που το ονόμαζε “τούμπα”. Οι σκάροι είχαν αναλάβει τα πνευστά, ενώ τα μπαρμπούνια τα κρουστά. Τον ρόλο των εγχόρδων τον είχαν αναλάβει οι γαρίδες με τα μουστάκια τους. Μαέστρος φυσικά ο κατακόκκινος μεγαλόσωμος αστακός με τις δαγκάνες του. Πριν ξεκινήσει η συναυλία, έκανε την μεγαλοπρεπή εμφάνισή της η σφυρίδα, με τα καταπράσινα μάτια, αγκαζέ με τον σύντροφό της. Ήταν το αγαπημένο ζευγάρι του βυθού, οι αρχηγοί της μικρής κοινότητας, γιατί δεν μπορούσαν οι ψαράδες να τα αιχμαλωτίσουν εύκολα στα δίχτυα τους και όλοι τους σέβονταν. Όλα τα ψάρια σηκώθηκαν για να χειροκροτήσουν και ο αστακός έκανε μία υπόκλιση πριν αρχίσει η συναυλία.
“Αγαπημένοι μου σύντροφοι”, είπε με το ύφος ενός σπουδαίου μαέστρου, “χαίρομαι που είστε εδώ απόψε. Το έργο, το οποίο το έχω γράψει εγώ αυτοπροσώπως, είναι αφιερωμένο στον βυθό μας, έμπνευση τα τραγούδια μας, ο ήχος του νερού, τα ταξίδια μας, οι περιπέτειές μας. Εύχομαι να απολαύσετε την κάθε στιγμή”. Μετά γύρισε προς την ορχήστρα, σήκωσε την δεξιά δαγκάνα του και με την σοβαρότητα που τον διέκρινε, έδωσε το σύνθημα για να αρχίσει το παίξιμο.
Τα ψάρια τον κοίταζαν στα μάτια, παρακολουθώντας με ευλάβεια την κάθε του κίνηση, πώς σήκωνε την δεξιά δαγκάνα, πώς κατέβαζε την αριστερή, πώς κουνούσε το κεφάλι. Οι σκάροι, με τα χρώματά τους, επιβεβαίωναν τον μύθο ότι ήταν ένας θρύλος των θαλασσών και με μεγάλη δεξιοτεχνία φυσούσαν τα σκληρά, πορτοκαλί κοχύλια, σαν να ήταν τρομπόνια, βγάζοντας πλούσιους ήχους. Τι να πει κανείς για τα πιατίνια, δηλαδή τις αχιβάδες, με πόση δύναμη τις χτυπούσαν τα μπαρμπούνια, μέχρι να αλλάξουν χρώμα παίρνοντας το βαθύ κόκκινο χρώμα από την έντονη προσπάθεια.
Μία ήρεμη μουσική ξεχείλισε, εγώ είχα χαλαρώσει πολύ και είχα αφεθεί στους βαθύς ζεστούς ήχους της “τούμπας”, που έβγαιναν με μαεστρία από τα χείλια της τσιπούρας. Ένα κοπάδι μπακαλιάρων έκαναν μία στάση για να απολαύσουν με την σειρά τους την υπέροχη μουσική. Μέχρι και οι μέδουσες σταμάτησαν να κουνούν τα πλοκάμια τους και κάθισαν με ευλάβεια σε μερικούς βράχους. Οι ακτίνες του ήλιου, καθώς έσπαζαν πάνω στην επιφάνεια της θάλασσας, έδιναν φαντασμαγορικά χρώματα και ο κόσμος εκεί κάτω μου φαινόταν μαγευτικός.
Εκείνη ακριβώς την στιγμή, αισθάνθηκα την έλλειψη οξυγόνου, το κεφάλι μου γέμισε με παράξενα βουητά, με δυσκολία ανέπνεα πια, έτσι ο καινούριος φίλος μου, μου πρότεινε να με γυρίσει πίσω. Μα πώς να αφήσω την συναυλία στην αποκορύφωσή της; Όμως οι δυνάμεις μου με εγκατέλειπαν και θα πρέπει να είχα αλλάξει εκατό χρώματα, τότε δύο χέρια με άρπαξαν γρήγορα και με πήραν στην αγκαλιά τους. Ο μαέστρος μας κοίταξε με έκπληξη, πώς τόλμησε κάποιος να τον διακόπτει την στιγμή αυτή, τα μέλη της ορχήστρας κόπασαν για δευτερόλεπτα. Ο φίλος μου κράτησε την ψυχραιμία του, το ταξίδι της επιστροφής μου ήταν γεγονός, σε λίγη ώρα βρισκόμουν στην επιφάνεια του νερού σε άσχημη κατάσταση. Ο ήλιος είχε προχωρήσει το ταξίδι του, από μακριά φαινόταν η παραλία με τους λουόμενους. Ένιωσα τα χέρια που με κράταγαν μέχρι εκείνη την στιγμή σφικτά, να με αφήνουν και μία φωνή ήχησε στα αυτιά μου λέγοντάς μου: “Μην ανησυχείς, θα ξαναέρθω να σε βρω σύντομα, κράτα την μουσική στα αυτιά σου, τα χρώματα, την άνθιση στους βράχους, τον μαγικό βυθό που αντίκρυσες.
Πονούσε η καρδιά μου που τα άφηνα πίσω, ο φίλος μου χάθηκε από τα μάτια μου και εγώ ανήμπορη να κολυμπήσω, αφέθηκα στα μικρά κύματα να με παρασύρουν στην ξηρά. Ευτυχώς ένας λουόμενος που κολυμπούσε κοντά μου, αντιλήφθηκε την κατάστασή μου και με οδήγησε έξω. Κόσμος μαζεύτηκε γύρω μου, έλαβα τις πρώτες βοήθειες και αφού συνήλθα, κάθισα σε μία καρέκλα και τα μάτια μου δεν έλεγαν να φύγουν από την θάλασσα. Στα αυτιά μου ακόμη ηχούσε η μουσική και περισσότερο τα λόγια του νέου μου φίλου.
Όταν πήγα σπίτι, έψαξα στο διαδίκτυο μήπως έβρισκα κάτι για μία φυλή που ζούσε κάτω από το νερό. Με έκπληξη διάβασα για τους ανθρώπους της φυλής Bajau που εξελίχθηκαν για να προσαρμόζεται η ζωή τους κάτω από τη θάλασσα. Πιθανόν το “ον” που είχα συναντήσει να ανήκε σε αυτή την φυλή, το μόνο σίγουρο ήταν ότι η ζωή μου άλλαξε μετά από αυτή την εμπειρία, έγινε πιο απλή, η αγάπη μου για την θάλασσα έγινε λατρεία, το μόνο που ήθελα ήταν να κολυμπώ και αφού εξοπλίστηκα με μάσκες, ολόσωμα μαγιό, βατραχοπέδιλα, ειδική φωτογραφική μηχανή, άρχισαν οι καταδύσεις, μέχρι εκεί που μπορούσα βέβαια. Ο πίνακας που λέγεται “ζωή”, είχε γεμίσει με άλλα χρώματα, του νερού, του βυθού. Όταν οι λογισμοί με κυριεύουν και στεναχωριέμαι για ασήμαντα πράγματα, κοιτάζω τις φωτογραφίες και παίρνω θάρρος.
-Πες μου γιαγιά, τον συνάντησες ξανά τον φίλο σου; ρώτησε η μικρή με απορία.
-Ω, ναι, πολλές φορές! Αλλά ένα παράξενο πράγμα συνέβαινε κάθε φορά. Όταν τον έβγαζα φωτογραφία, μία σκιά φαινόταν μόνο, καμία λεπτομέρεια που να αποδείκνυε την ύπαρξή του. Έτσι κι εγώ έμεινα με τις εικόνα του χαραγμένη στην μνήμη μου, είναι ο καλός μου φίλος, ο υποθαλάσσιος φύλακας άγγελός μου. Να την αγαπάς την φύση μικρή μου και να την σέβεσαι. Είσαι κι εσύ μέρος της και όταν την αγαπάς, σημαίνει ότι αγαπάς και τον εαυτό σου.
Η Ρηνούλα όταν μεγάλωσε σπούδασε ωκεανολόγος, έγινε μια σπουδαία εξερευνήτρια του βυθού, φωτογράφος, συγγραφέας. Η αγάπη της για την θάλασσα και τον κόσμο που κρύβει κάτω από αυτήν, την οποία την κληρονόμησε από την γιαγιά της, την βοήθησε στο να μεταφέρει τις γνώσεις της και τις εμπειρίες της στον υπόλοιπο κόσμο, εξοικειώνοντάς τους με άγνωστα υποθαλάσσια μέρη. Ένας από τους στόχους της είναι ανακάλυψη της χαμένης Ατλαντίδας, της μυθικής πόλης για την οποία έχουν γραφτεί και γυριστεί πολλά ντοκιμαντέρ και ταινίες, ρίχνοντας φως σε ένα κεφάλαιο της ανθρώπινης ιστορίας που παραμένει βυθισμένο στα βάθη του χρόνου.
Δήμητρα Καμπόλη
