Ο εφιάλτης του Άλφι
Του Κλαρκ Μέιχεμ
(Τεύχος Σεπτεμβρίου, 1899, σελ. 10-13)
Το βράδυ μιας 31ης Οκτωβρίου, ο γέρος αγρότης Άλφι, εμφανώς επηρεασμένος από τις τρομακτικές διηγήσεις ενός περιπλανώμενου γυρολόγου -που (ο αθεόφοβος, ο καταραμένος, όπως τον σκεφτόταν ο Άλφι και σταυροκοπιόταν) δήλωνε με ικανοποίηση ότι, εκτός από τις φοβερές διηγήσεις, κατείχε και την τέχνη της μαγείας-, είδε ένα πολύ άσχημο όνειρο, που τον ανάγκασε να ξυπνήσει απότομα και ιδρωμένος από την κορυφή μέχρι τα νύχια.
Βρισκόταν στην αυλή του καλυβιού του, στην άκρη του χωριού, και φρόντιζε τα φυτά του, όπως συνήθιζε, με σκοπό, όταν τελειώσει, να επισκεφτεί το στάβλο του. Ο σκύλος του, ο Ίρβιν, γέρος κι αυτός, είχε ξαπλώσει κοντά στην πόρτα της καλύβας, παρατηρώντας κουρασμένα τον Άλφι. Η μέρα ήταν πανέμορφη, ο ήλιος λαμποκοπούσε και ο αέρας δρόσιζε το πρόσωπο γλυκά, μητρικά και κολακευτικά. Οι μυρωδιές από τα λουλούδια και την υπόλοιπη πλάση εύφραιναν την καρδιά, σαν ζεστό τσάι μια παγωμένη νύχτα. Πουλιά κελαηδούσαν και πετούσαν χαρούμενα, ενώ κάποιες στιγμές εμφανίζονταν ζώα (ελάφια κυρίως), έριχναν μια ματιά, χαρίζοντας αθώες ματιές στον γερο-Άλφι, και εξαφανίζονταν στο δάσος. Ο Άλφι χαμογελούσε και σιγοτραγουδούσε έναν θρησκευτικό ύμνο, δοξάζοντας τον Κύριο για τα ελέη που χάριζε στους πιστούς του, έστω κι αν αυτοί (κατά τους συγχωριανούς τους) γίνονταν ώρες-ώρες αντιπαθείς και μανιακοί με τα Θεία, χαλώντας τη διάθεση όλων.
Ξαφνικά, ο ουρανός σκοτείνιασε και το κρύο έγινε τσουχτερό. Τα φύλλα στα δέντρα και στο έδαφος άρχισαν να στροβιλίζονται και να πετάνε μακριά. Ο Ίρβιν ταράχτηκε, σηκώθηκε στα αδύναμα πόδια του και ξεκίνησε τα δυνατά γαβγίσματα, κάτι που έκανε πολύ, πολύ σπάνια.
Ο Άλφι, που δεν θυμόταν να έχει ξανασυμβεί κάτι τέτοιο, σταυροκοπήθηκε πολλές φορές, απανωτά, κοιτώντας τριγύρω. Μια απαίσια δυσωδία ήρθε και κάλυψε κάθε ωραία οσμή, φέρνοντας αναγούλα στον γερο-Άλφι. Τα μάτια του δάκρυσαν. Δεν του άρεσε καθόλου ό,τι συνέβαινε, κι έτσι παράτησε τη δουλειά του, για να πάει στο καλύβι, να κλειδαμπαρωθεί και να πάρει το παλιό όπλο του, έτοιμος να πυροβολήσει ό,τι κακό του έστελνε ο Εξαποδώ –γιατί άνθρωπος αποκλείεται να έφταιγε για τούτη την κατάρα.
Πριν, όμως, κάνει τρία τέσσερα βήματα, άκουσε δαιμονικά γέλια, γυναικεία, όσο και αντρικά.
Η καρδιά του Άλφι άρχισε να βροντοχτυπάει στο στήθος του, προσπαθώντας να τον αποτρέψει από το να γυρίσει προς το δάσος, απ’ όπου έρχονταν τα γέλια.
Το ίδιο προσπαθούσε να επιτύχει και ο Ίρβιν, απ’ ό,τι φαινόταν, καθώς, όσο κι αν τον μάλωνε ο Άλφι, εκείνος αγαπούσε το αφεντικό του.
Αλλά η αναθεματισμένη η περιέργεια του μυαλού του υπερίσχυσε κι έτσι ο Άλφι σταμάτησε και στράφηκε.
Τα γέρικα μάτια του γούρλωσαν από τρόμο, καθώς είδε να έρχονται πετώντας προς το μέρος του δύο φοβερά πλάσματα. Είχαν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, αλλά ήταν ντυμένα στα μαύρα. Η μία σκιώδης φιγούρα ήταν επάνω σε μια ξύλινη κατασκευή που θύμιζε σκούπα και φορούσε μεγάλο καπέλο, ενώ η άλλη φιγούρα φορούσε μανδύα και φαινόταν πολύ χλομή.
Ο Άλφι πάγωσε για μια στιγμή, καθώς είδε να του χαμογελάνε, προβάλλοντας τα μυτερά δόντια τους.
Με κόπο, μπόρεσε να στραφεί ξανά προς το καλύβι κι άρχισε να περπατάει. Αλλά πήγαινε πολύ, πάρα πολύ αργά. Μετά βίας, έκανε ένα βήμα.
Κι οι μορφές πλησίαζαν. Τα γέλια τους ακούγονταν ολοένα πιο κοντά.
Έρχονταν για εκείνον.
Έπρεπε να φύγει, να κρυφτεί στο καλύβι του.
Ο Ίρβιν ούρλιαζε.
Η απαίσια μυρωδιά, που θύμιζε τη μπόχα νεκρών ζώων, έγινε πολύ εντονότερη.
Ένα απίστευτα παγωμένο χέρι άδραξε τον Άλφι από το σβέρκο και…
… Ο Άλφι ξύπνησε, λουσμένος στον ιδρώτα. Ένιωσε τη ζεστασιά του καλυβιού του και είδε ότι ήταν στο δωμάτιό του, ξαπλωμένος στο κρεβάτι του. Το παράθυρο ήταν κλειστό και το τουφέκι του ακουμπισμένο δίπλα του.
Ευχαρίστησε τον Θεό και χαμογέλασε με την ανοησία του.
Αλλά τότε η εσωτερική πόρτα που χώριζε το δωμάτιο από το υπόλοιπο καλύβι άνοιξε.
«Ίρβιν;» φώναξε ο Άλφι, κοιτώντας το σκοτάδι που επικρατούσε στο υπόλοιπο καλύβι. Γύρισε και άναψε ένα κερί που είχε στο κομοδίνο δίπλα του.
Πριν φωνάξει ξανά, ο Άλφι είδε μια σκοτεινή φιγούρα να αποκαλύπτεται ταχύτατα. Ήταν ο Ίρβιν.
Ο Άλφι γούρλωσε τα μάτια, καθώς το άψυχο κορμί του σκύλου έπεφτε στα πόδια του κρεβατιού.
«Ι-Ίρβιν;» είπε τρέμοντας, καθώς παρατηρούσε το γεμάτο αίματα γέρικο σώμα του επί χρόνια πιστού φίλου του.
Τότε ήταν που από το σκοτάδι υλοποιήθηκαν κι άλλες φιγούρες, κι άλλες σκιές. Ήταν ο μάγος-γυρολόγος, μια γυναίκα με μεγάλο καπέλο και σκούπα, και ένας άντρας με μανδύα και χλομό πρόσωπο.
Ο Άλφι σταυροκοπήθηκε καθώς είδε τα τέρατα να τον πλησιάζουν, με τα αιχμηρά δόντια τους να ξεπροβάλλουν δυσοίωνα, και άκουσε τον (τον αθεόφοβο, τον καταραμένο) γυρολόγο να λέει ικανοποιημένος «Θα έχω να λέω άλλη μία ενδιαφέρουσα διήγηση από εδώ και πέρα: Ο εφιάλτης του Άλφι, έτσι θα την τιτλοφορήσω».
Τάκης Κομνηνός
