Μόλις τον αντίκρυσε στο κατώφλι της εκκλησίας, ήξερε αμέσως τι έπρεπε να κάνει. Έπρεπε να τρέξει. Όσο πιο μακριά γινόταν από εκείνον τον άντρα.
Λίγες ώρες μετά, ο ήλιος είχε χαθεί όπως και κάθε ελπίδα να γυρίσει ξανά πίσω στον τόπο της. Εκείνα τα χρόνια ήταν ασυγχώρητο παράπτωμα η ελευθερία. Ήξερε ότι την αναζητούσαν. Το ένιωθε στον αέρα που ανακάτευε τα μαλλιά της. Μύριζε βρισιές και κατάρες. Σίγουρα αυτός θα είχε επιστρατεύσει όποιον είχε δυο πόδια για να την βρει. Το είχε δει στο βλέμμα του όταν τον κοίταξε για πρώτη φορά στην εκκλησία, την ημέρα που ορίστηκε να γίνει ο γάμος τους. Της είπαν όλη την αλήθεια τα μάτια του. Δεν μπορεί να κρυφτεί η αλαζονεία πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο. Δεν μπορεί να κρυφτεί ο εγωισμός με μια τυπική χειραψία. Στεκόταν με το καλό κουστούμι του και την ανθοδέσμη στο χέρι και χαιρετούσε τους χωριανούς. Την περίμενε. Περίμενε να πάρει αυτό που του υποσχέθηκαν.
Το παλιό σπίτι που έβλεπε μπροστά της, ήταν σκοτεινό και κλειδωμένο. Χτύπησε την πόρτα, μα κανείς δεν απάντησε. Πήγε από την πλαϊνή πλευρά και έσπρωξε το παραθυράκι της κουζίνας. Μάζεψε ψηλά όλο το σχισμένο φόρεμά της και σκαρφάλωσε να μπει μέσα. Δεν άφησε ούτε ένα κομμάτι του νυφικού να της φύγει στον δρόμο, ούτε ένα σημάδι προς τα πού πήγαινε. Μπήκε στην κρεβατοκάμαρα και άρχισε να ανοίγει τα συρτάρια στα σκοτάδια. Έβγαλε ένα παντελόνι και μια μπλούζα και τα έκανε ένα κουβάρι στην αγκαλιά της. Όταν το φως άναψε, ούτε μια κραυγή δεν βγήκε από το στόμα της.
«Ποια είσαι;» την ρώτησε ήρεμα ο άντρας που στεκόταν μπροστά της, μα αυτή δεν απάντησε. Έστεκε ακίνητη, έτοιμη να δεχτεί την μοίρα της.
«Γιατί δεν μιλάς;» έκανε ένα βήμα να πάει κοντά, μα η κοπέλα γύρισε και κοίταξε το παράθυρο πίσω της και υπολόγισε πόσο θα χτυπήσει αν πέσει από εκεί.
«Όχι», της είπε, γιατί κατάλαβε τι ήταν έτοιμη να κάνει. «Μην το κάνεις, κοίτα, είμαι ακίνδυνος μα περίεργος τι κάνεις στο σπίτι μου», σήκωσε αργά τα χέρια στον αέρα. «Πώς σε λένε;»
«Ελένη»
«Ελένη. Τι θες εδώ; Τι κάνεις με τα ρούχα μου;»
«Πρέπει να αλλάξω»
Τότε μόνο ο άντρας κατάλαβε ότι το άσπρο μακρύ φόρεμα που φορούσε ήταν νυφικό και όχι νυχτικό.
«Εντάξει, πάρε τα», είπε απαλά.
«Θα φύγω αμέσως», του υποσχέθηκε. «Πώς σε λένε εσένα;»
«Δημήτρη»
«Δημήτρη. Σε ευχαριστώ»
Εκείνος στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε το πρόσωπό της που ήταν κλαμένο και κάτασπρο από τον φόβο και τα πόδια της που ήταν γυμνά και κατακόκκινα από το αίμα. Τα πεταμένα γοβάκια στο πάτωμα ήταν πεντακάθαρα. Τα είχε βγάλει και έκανε όλη την διαδρομή ξυπόλητη.
«Σε αφήνω να ντυθείς», της είπε ευγενικά και έκλεισε την πόρτα.
Πόση ώρα να έτρεχε έτσι; Από πού ερχόταν; Ποιος την έψαχνε; Δεν ήξερε αν θα του πει. Μα ήξερε ότι για να προτίμησε μια γυναίκα να βάψει το νυφικό της με το αίμα της, τότε σίγουρα κάτι κακό την κυνηγούσε. Ήλπιζε μόνο να μην προλάβει να την προφτάσει το κακό.
«Είμαι έτοιμη. Φεύγω», θεώρησε σωστό να του το πει και να μην το σκάσει πάλι από το παράθυρο.
«Δεν φοράς παπούτσια»
«Δεν μου κάνουν τα δικά σου. Είναι πολύ μεγάλα»
«Έχεις φάει κάτι;»
«Τίποτα από χτες»
«Έχει ψωμί στην κουζίνα. Φάε μια μπουκιά»
Εκείνη ξεφύσηξε γιατί ήθελε να φύγει όσο πιο γρήγορα γινόταν από εκεί μέσα. Το μυαλό της έλεγε ότι αυτός ο άντρας δεν θα της έκανε κακό, αλλά αν την έβρισκαν εκεί, θα έκαναν κακό σε εκείνον. Το στομάχι της όμως έλεγε ότι είχε μεγάλο δρόμο μπροστά της και δεν θα τα κατάφερνε για πολύ ακόμη νηστική. Πήγε στην κουζίνα χωρίς να μιλήσει και τράβηξε μια καρέκλα. Έκοψε μια άκρη από το ψωμί και την έφαγε με λαιμαργία. Έβαλε και μια γουλιά νερό στο ποτήρι και κατάπιε απότομα. Σηκώθηκε όρθια και τον κοίταξε στα μάτια.
«Θα θυμάμαι την καλοσύνη σου», του είπε και γύρισε την πλάτη της μη δει ότι τα μάτια της είχαν βουρκώσει.
«Λίγο ψωμί και λίγο νερό»
«Πώς;»
«Μείνε απόψε. Κοιμήσου στο κρεβάτι μου. Το πρωί θα κατέβω στην αγορά να σου βρω παπούτσια. Μετά φύγε. Λίγο ψωμί και λίγο νερό. Αυτό σου έδωσα μόνο»
Το βράδυ περνούσε βασανιστικά, οι σκέψεις δεν την άφηναν να κοιμηθεί. Τα μάτια και τα αυτιά της δεν μπορούσε να τα κλείσει μα τουλάχιστον το σώμα της ήταν στα μαλακά. Λίγο φως έμπαινε στο δωμάτιο. Οι κουκουβάγιες συζητούσαν έξω από το παράθυρο. Οι σκιές χόρευαν στους τοίχους. Πόση ώρα ακόμη να βγει ο ήλιος…
Την πήρε ο ύπνος αργά το πρωί. Όταν ξύπνησε, πέταξε απότομα το σεντόνι από πάνω της και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Τα καινούργια παπούτσια ήταν ήδη δίπλα της.
«Σου κάνουν;» την ρώτησε μόλις την είδε.
«Ναι. Καλημέρα»
«Καλημέρα», είχε δίκιο, δεν την καλημέρισε. Μα δεν είχε κανέναν να λέει καλημέρα και καληνύχτα.
«Ευχαριστώ για την φιλοξενία. Ώρα να πηγαίνω…» είπε και έκανε να φύγει.
«Δημητρό! Ανοιξε!» ούρλιαξαν έξω από την πόρτα. «Θέλουμε να μπούμε!»
Η Ελένη άφησε αργά το πόμολο και έκανε ένα βήμα πίσω. Το χέρι της είχε μείνει ακόμη τεντωμένο. Ένα λεπτό μετά και θα είχε πέσει πάνω τους. Ο Δημήτρης στεκόταν πίσω της ακίνητος. Έπρεπε να φύγουν γρήγορα. Δεν υπήρχε χρόνος.
«Πάμε», την έπιασε από τους ώμους. Μα εκείνη σαν να μην τον άκουγε από τον φόβο της. «Πάμε σου λέω! Κουνήσου!» την τράβηξε από το χέρι και σαν υπνωτισμένη τον ακολούθησε.
Βγήκαν από την πίσω μεριά του σπιτιού και άρχισαν να τρέχουν χωρίς να ξέρουν αν θα τα καταφέρουν. Απλά έτρεχαν. Μπήκαν σε κήπους, πήδηξαν φράχτες, πέρασαν από λιβάδια και λαγκάδια μέχρι που ξέπνοοι χώθηκαν σε μια γκρεμισμένη καλύβα κρυμμένη σε ένα ξερό χωράφι. Εκεί έπεσαν ο ένας πάνω στον άλλον και πάλευαν να βρουν την ανάσα και την μιλιά τους.
«Το αίμα»
Ο Δημήτρης κούνησε το κεφάλι γιατί κατάλαβε ότι είχε δίκιο. Το αίμα από τα πόδια της άφησε σημάδια στην διαδρομή της και έφτασαν ως το χωριό του.
«Πιες λίγο νερό», άνοιξε την τσάντα που κουβαλούσε στην πλάτη του και της έδωσε να πιει.
«Τι είναι αυτά;» κοίταξε με έκπληξη μέσα στην τσάντα. Σχοινί, φακός, μια τσαλακωμένη μπλούζα, ένα κουτί μπισκότα, σκόρπια χαρτονομίσματα, μια παλιά φωτογραφία, μια κονσέρβα φασόλια, ένα βελούδινο κουτί, ένα σακούλι με ψωμί και άλλα που δεν μπορούσε να τα διακρίνει όλα ανακατεμένα μεταξύ τους και κρυμμένα μέσα σε εκείνη την τσάντα που δεν είχε δει καν ότι κουβαλούσε τόση ώρα πάνω του.
«Λίγο ψωμί και λίγο νερό», της είπε και εκείνη του χαμογέλασε.
Εκεί στο γκρέμισμα αποκοιμήθηκαν ο ένας πάνω στον άλλον. Ο Δημήτρης έκανε το στέρνο του μαξιλάρι να κοιμηθεί για λίγο εκείνο το παράξενο γενναίο κορίτσι που ήρθε ξαφνικά ένα βράδυ στο σπίτι του, του έκλεψε τα ρούχα και την καρδιά του. Δεν το ήξερε ακόμα, μα όπως και εκείνη έτσι και αυτός δεν θα ξαναγυρνούσε ποτέ στο σπίτι του.
Το πρωί, με τις πρώτες αχτίνες του ήλιου, ήταν έτοιμοι να συνεχίσουν.
«Για πού;»
«Θα δεις», της είπε και έβαλε πάλι την τσάντα στην πλάτη του.
«Έχεις σχέδιο;»
«Ναι, αμέ»
«Πότε το έβγαλες;»
«Όταν επέστρεψα σπίτι από την αγορά. Είδα κάποιους άντρες που γυρνούσαν και έκαναν ερωτήσεις για εσένα. Χωρίστηκαν μετά και ο ένας ήρθε προς το μέρος μου. Είδε τα παπούτσια που είχα αγοράσει. Μου έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα. Σαν να με διέταζε αν ξέρω κάτι να το πω αμέσως. Τον κοίταξα και εγώ και δεν μίλησα. Σαν να του είπα ότι δεν πρόκειται να πάρει κουβέντα από εμένα. Γύρισα σπίτι, άφησα τα παπούτσια δίπλα σου, ετοίμασα τα πράγματα και περίμενα να ξυπνήσεις»
«Δεν είπες κάτι»
«Όχι. Αν μου ζητούσες κάτι παραπάνω όμως θα ήμουν έτοιμος. Ήθελα να είναι δική σου απόφαση»
«Δεν θα μπορούσα να σου πω να σηκωθείς και να τα παρατήσεις όλα για μια επιλογή που ήταν δική μου»
«Το ξέρω. Για αυτό το αποφάσισα όταν είδα πως δεν υπήρχε πια επιλογή για κανέναν μας»
«Είσαι περίεργος άνθρωπος, Δημήτρη. Ποια είναι η ιστορία σου;»
«Καμία που να έχει ενδιαφέρον»
«Δηλαδή είσαι ένας άνθρωπος που ζει μόνος και όταν εμφανίζεται ξαφνικά μια κυνηγημένη κοπέλα στο σπίτι σου, το σκας μαζί της χωρίς να σε νοιάζει να τα αφήσεις όλα πίσω ή να βάλεις σε κίνδυνο την ζωή σου»
«Είδες; Τίποτα ενδιαφέρον. Μα να είσαι σίγουρη ότι ποτέ δεν θα σου ζητήσω τίποτα για όλα αυτά. Έχεις τον λόγο μου»
Μετά από δύο μέρες, βγήκαν σε ένα λιμανάκι. Εκεί βρήκαν έναν ηλικιωμένο, ψαρομάλλη άντρα με ένα τσιγάρο στο στόμα. Συμφώνησε να τους πάρει. Μπήκαν στο καΐκι του και ανοίχτηκαν στην θάλασσα.
«Γιατί την κοιτάς έτσι;» την ρώτησε ο Δημήτρης ενώ χάζευε την θάλασσα.
«Πώς την κοιτάζω;» δεν μπόρεσε να κρύψει το χαμόγελό της. Της άρεσε η ερώτησή του.
«Σαν να είναι μια παλιά σου φίλη που είχες καιρό να δεις»
«Έχεις δίκιο. Την αγαπούσα»
«Ακόμα την αγαπάς»
Η Ελένη γύρισε το πρόσωπό της ξανά προς την θάλασσα. Αλήθεια ήταν πως ακόμα την αγαπούσε. Λίγες φορές είχε βρεθεί κοντά της και την τελευταία κόντεψε να πνιγεί. Παιδί ήταν ακόμη και γλίστρησε από έναν βράχο και βρέθηκε στα βαθιά. Τρόμαξε τόσο που νόμιζε ότι θα θαφτεί εκεί μέσα στο σκοτάδι. Δεν την πλησίασε ποτέ ξανά, δεν έμαθε ποτέ να κολυμπά. Μα την σεβόταν και δεν την έβγαλε ποτέ από την καρδιά της.
«Δεν είχα πολλές ευκαιρίες να πηγαίνω στην θάλασσα. Ζούσαμε πάντα στο χωριό», του είπε.
«Τώρα είναι όλη δική σου», έκανε νόημα στον ηλικιωμένο να σταματήσει. Εκείνος μόρφασε αλλά ο Δημήτρης έβγαλε ένα χαρτονόμισμα και του το έβαλε στο χέρι. Ο άντρας κάθισε και έβγαλε ένα τσιγάρο. Θα ήταν μεγάλη η νύχτα.
«Με τίποτα!» γέλασε η Ελένη όταν τον είδε να βγάζει το πουκάμισό του.
«Ακόμα την αγαπάς», της θύμισε και την τράβηξε στο νερό πριν προλάβει να αντιδράσει.
«Θα πεθάνω!» άρχισε να χτυπά νευρικά χέρια και πόδια στο νερό.
«Έλα εδώ!» κολύμπησε κοντά της και την άρπαξε πάνω του. «Δεν ξέρεις να κολυμπάς; Έλα θα σου δείξω. Ηρέμησε. Χαλάρωσε το σώμα σου. Κούνα απαλά τα πόδια σου. Σε κρατάω εγώ»
«Μην με αφήσεις!»
«Να με εμπιστεύεσαι»
«Είναι ζεστό το νερό»
«Ναι. Είναι πολύ ωραίο»
«Και ο ουρανός όλο αστέρια»
«Μαγικός»
«Είσαι παράξενος άνθρωπος, Δημήτρη»
«Μου το ξανάπες»
«Πώς ήξερες ότι θα τα καταφέρω;»
«Το ήξερα»
Το νησί που φάνηκε μπροστά τους ήταν μια σταλιά μικρό με μερικούς μονάχα κατοίκους γεμάτο. Ο ουρανός αργούσε να ξημερώσει, σαν να τους έδινε χρόνο να φτάσουν μυστικά στον νέο τους τόπο. Εκεί που θα γινόταν το παντοτινό τους σπίτι.
«Τι είναι εδώ;» κατέβηκε προσεχτικά η Ελένη τα σκαλοπάτια που είχαν σμιλέψει οι κάτοικοι στα βράχια και βρέθηκε μπροστά σε μια πόρτα που πίσω της έκρυβε ένα μικρό σπιτάκι χτισμένο πάνω στην άμμο.
«Το νέο σου καταφύγιο»
«Και εσύ; Θα φύγεις τώρα;»
«Θα μείνω για όσο με χρειάζεσαι»
Η Ελένη χαμογέλασε και έσπρωξε την πόρτα. Ένα μικρό κουζινάκι την καλωσόρισε στο σπίτι με ένα βαμμένο μεταλλικό τραπέζι και δύο καρέκλες. Στον τοίχο κρέμονταν διακοσμητικά γαλάζια πιάτα και μια κοντή λευκή κουρτίνα με δαντέλα που το έσκαγε από το παράθυρο. Μικρές κατσαρόλες υπήρχαν ακόμη μέσα στα ντουλάπια και μια τραχιά ξύλινη σκούπα έστεκε μονάχη της στην γωνία. Πίσω ένα δωμάτιο που χωρούσε ίσα ένα κρεβάτι που έγερνε και έναν κατσούφη καλόγερο που έμοιαζε να κρυώνει. Ο Δημήτρης κρέμασε εκεί την τσάντα του και αναστέναξε. Ένα παλάτι από άμμο ήταν το μόνο που μπορούσε να δώσει στην κυνηγημένη του πριγκίπισσα.
«Θα τα φτιάξουμε», του είπε εκείνη, βλέποντας την απογοήτευση να καλύπτει μονομιάς τα μάτια του. Σίγουρα ο Δημήτρης περίμενε ότι το σπίτι που θα έβρισκε θα ήταν σε καλύτερη κατάσταση, μα είχε φαγωθεί από την αλμύρα και την κλεισούρα. «Σε ευχαριστώ για όλα», του θύμισε την ευγνωμοσύνη της σε μια προσπάθεια να δει ξανά το χαμόγελό του.
«Ναι. Θα τα φτιάξουμε. Δεν θα είναι τόσο δύσκολο», γέλασε και έπιασε την σκούπα να βάλει μπρος να καθαρίσει το σπίτι και το μυαλό του.
Τις πρώτες μέρες στο νησάκι, συνέβαλαν και οι λιγοστοί κάτοικοι να ετοιμαστεί το μέρος για τους νέους. Δεν είχε δει η Ελένη με τι πλήρωσε ο Δημήτρης για εκείνο το σπιτάκι μα ήταν σίγουρη ότι το έβγαλε από την τσάντα του. Ο καιρός ήταν καλός και ήταν εύκολο να πηγαινοέρχεται ο Δημήτρης με το καΐκι και να φέρνει υλικά και προμήθειες. Να βαφτεί το σπίτι, να φτιαχτεί το κρεβάτι, να καθαριστεί το μπάνιο, να ραφτούν τα τρύπια σεντόνια, να κλειστούν οι τρύπες. Να βαφτούν τα σκοτάδια, να φτιαχτούν οι ελπίδες, να καθαριστεί το τοπίο, να ραφτούν οι πληγές, να κλείσουν οι λογαριασμοί τους. Ένα προς ένα και όλα μαζί.
Οι πρώτες μέρες ήταν δύσκολες και άβολες. Δεν ήξεραν πώς να ζουν μαζί. Δεν ήξεραν γιατί ζούσαν μαζί. Δεν ήταν εραστές. Δεν ήταν φίλοι. Ήταν δύο ψυχές που έπρεπε να συναντηθούν. Δεν είναι τύχη η αγάπη. Είναι ένας δρόμος που σε βγάζει σε ένα σπίτι που ζει ένας μοναχικός άντρας. Είναι μια θάλασσα που σε βγάζει σε ένα σπίτι που είναι φτιαγμένο πάνω στην άμμο. Είναι η ένωση μιας ζωής που τόλμησε και μιας ζωής που ρίσκαρε.
Τρεις μήνες μετά, μπήκε το καλοκαίρι φουριόζο και έφερε ζόρικους καύσωνες και φασαριόζους τουρίστες. Το νησάκι αναστήθηκε ξανά από τα φώτα, τα γέλια, τις φωνές, τις βόλτες, τα ξενύχτια. Όλοι έγιναν φίλοι, γνωστοί και άγνωστοι ξυπνούσαν το πρωί, έτρωγαν μαζί τα μεσημέρια, κολυμπούσαν και ψάρευαν, ξεκουράζονταν για λίγες ώρες και χόρευαν όλο το βράδυ. Σαν να είχαν συμφωνήσει μυστικά να ζουν όλοι την ίδια ζωή για ένα καλοκαίρι.
Τελείωνε το καλοκαίρι και ο Δημήτρης έβλεπε ακόμη την Ελένη να βάζει το μαγιό της, να βουτά στην θάλασσα και να απολαμβάνει το νερό. Τα ηλιοβασιλέματά τους είχαν το χρώμα της απόλυτης ξεγνοιασιάς. Σαν να ήταν ένα κακό όνειρο η προηγούμενη ζωή τους, σαν να μην υπήρξε ποτέ. Σαν να γεννήθηκαν στην άμμο και να μεγάλωσαν στα νερά της θάλασσας που τους έκρυβε σε εκείνο το μικρό νησί. Δούλευαν και οι δύο στα μαγαζάκια του νησιού που άνοιξαν ξανά για τους τουρίστες. Μέσα σε αυτούς τους μήνες κατάφεραν και αγόρασαν άλλο ένα από τα εγκαταλελειμμένα σπιτάκια στο κέντρο του νησιού για να μετακομίζουν τον χειμώνα.
«Έχεις αδέρφια;»
«Τελείωσε το καλοκαίρι και σοβάρεψε το πράγμα», γέλασε ο Δημήτρης.
«Θέλω να σε μάθω»
«Δεν με ξέρεις;»
«Ξέρω ότι ξυπνάς μόλις νιώσεις το πρώτο φως στο πρόσωπό σου. Ότι πίνεις τον καφέ σου με μισό κουταλάκι ζάχαρη. Ότι δεν σου αρέσει να βάζεις λεμόνι στο ψάρι σου. Ότι δεν μπορείς να κοιμηθείς αν δεν διαβάσεις μερικές σελίδες από το βιβλίο σου. Ξέρω πως όταν φοβάσαι πιάνεις τον σταυρό που κρέμεται στον λαιμό σου. Ξέρω ότι στον ύπνο σου λες το όνομά μου»
«Δεν γίνεται να με ακούς από το υπνοδωμάτιο!» γέλασε και κοκκίνησε όλο το πρόσωπό του.
«Έχω να σου προτείνω κάτι», σηκώθηκε από την καρέκλα που έχει βουλιάξει στην άμμο και πλησίασε κοντά του. Ο Δημήτρης σηκώθηκε αυθόρμητα όρθιος και αυτός.
«Τι συμβαίνει;»
«Δεν μου αρέσει να κοιμάσαι στο πάτωμα»
«Δεν θα είναι για πολύ ακόμη»
«Αυτό θέλω να πω»
«Θα φύγω, Ελένη»
«Τι πράγμα;»
«Ήρθε η ώρα. Είσαι έτοιμη»
«Μα…»
«Όλα είναι έτοιμα. Είσαι τακτοποιημένη. Τι συμβαίνει; Γιατί ταράχτηκες;»
«Ό,τι θες. Δεν ξέρω πώς να σε ευχαριστήσω»
«Σου είχα πει δεν θα ζητήσω ποτέ τίποτα»
«Σε περιμένει κάποιος πίσω;»
«Τι; Όχι!»
«Έχεις αδέρφια; Δεν μου είπες;»
«Όχι! Γιατί κλαις;»
«Οι γονείς σου;»
Ο Δημήτρης άφησε τα χέρια της που δεν είχε καταλάβει πόσο σφιχτά τα κρατούσε μέχρι που ένιωσε την ζεστασιά να χάνεται από μέσα τους. Έκατσε ξανά στην καρέκλα και έβαλε κι άλλο κρασί στο ποτήρι του.
«Έχουν πεθάνει και οι δύο»
«Πώς;»
«Πρώτα αυτός. Ένα βράδυ που ήταν πάλι μεθυσμένος και δεν έβλεπε μπροστά του πήγε και έπεσε σε ένα πηγάδι. Λιποθύμησε και δεν τον βρήκαν μέχρι που ήταν πολύ αργά. Πίστεψα τότε ότι γλυτώσαμε με την μάνα μου από αυτό το κτήνος. Ότι τελείωσαν όλα τα άσχημα και πλέον θα είχαμε μια καλή ζωή από εκεί και πέρα. Μα αυτή… Αυτή μαράζωσε. Η μάνα μου, η γυναίκα που με γέννησε, η γυναίκα που πέρασε τα πάνδεινα στα χέρια του, πέθανε από την στεναχώρια της. Πέθανε από την θλίψη της. Η μάνα μου αγάπησε ένα τέρας. Που δεν της έδωσε ποτέ αγάπη. Πόσο θλιβερό να μην ξέρεις τι είναι αγάπη…»
«Συγχώρεσέ την».
«Τι λες; Πώς μπορώ να το κάνω αυτό; Άκουσες τι είπα;»
«Συγχώρεσέ την».
«Εσύ το λες αυτό; Εσύ που τα πέρασες όλα αυτά για να μην καταλήξεις με ένα κτήνος σαν αυτό που παντρεύτηκε η μάνα μου;»
«Δημήτρη!» του φώναξε, μα εκείνος βρόντηξε πίσω του την πόρτα και η Ελένη έτρεξε ξοπίσω του να τον προλάβει.
«Άστα!» τράβηξε τα πράγματα από τα χέρια του όταν τον είδε να ετοιμάζει την τσάντα του.
«Δεν καταλαβαίνεις πως…»
«Πως πονάς; Πώς να μην το καταλαβαίνω που το βλέπω και ακόμα και να μην το έβλεπα, θα μου το έλεγε η φωνή σου που μόλις είπε την λέξη «μάνα» ήθελε να ουρλιάξει, να ουρλιάξει να φύγουν μακριά όλες οι σκιές και οι πληγές που κουβαλά και να αδειάσει η καρδιά σου από το βάρος του να μην μπορείς να συγχωρήσεις έναν άνθρωπο που έκανε λάθος, μα δεν ήξερε κάτι παραπάνω, κάτι διαφορετικό, δεν ήξερε να αγαπάει και δεν έμαθε να αγαπιέται και όχι, δεν είσαι έτσι και εσύ και ξέρω γιατί το λέω, επειδή εσύ μου έδειξες τι θα πει αγάπη και για την ακρίβεια το απέδειξες με κάθε κομμάτι του εαυτού σου όταν τα απαρνήθηκες όλα και με πήρες και με έκρυψες και με έσωσες και μου έδωσες νόημα και ασφάλεια και μια ζωή που μόνο σε όνειρο θα είχα δει και όλα αυτά επειδή είσαι ένας καλός άνθρωπος, ένας άνθρωπος που ξέρει να αγαπά και για αυτό ξέρω, είμαι σίγουρη πως μπορείς να την συγχωρήσεις επειδή είσαι τόσο υπέροχος»
«Τελείωσες;»
«Ναι».
Τότε έπιασε και με τα δύο του χέρια το πρόσωπό της και την φίλησε τόσο δυνατά που κατάλαβε ότι δική της ήταν η καρδιά του και σε αυτήν ανήκαν τα χείλη του και μόνο εκείνη ήθελαν να φιλάνε. Και η Ελένη ένιωσε σε όλο της το σώμα πως για αυτόν γεννήθηκε κάθε κύτταρο στο κορμί της και μόνο εκείνον ήθελε δίπλα της. Και συμφώνησαν με αυτό το φιλί ότι ανήκαν ο ένας στον άλλον ολοκληρωτικά. Και πως ό,τι και να γινόταν, θα ήταν πάντα ο ένας στο πλευρό του άλλου. Χρωστούσε ο ένας στον άλλον την ζωή του. Μέχρι που μια μέρα θα γυρνούσε και κάποιος άλλος να εισπράξει.
Εκείνο το πρωί, τα σώματά τους ήταν ακόμα αγκαλιασμένα, μονιασμένα το ένα πλάι στο άλλο. Όπως και κάθε βράδυ από εκείνη τη στιγμή της ένωσής τους.
«Σε ξύπνησα; Πάω να πάρω καφέ»
«Μείνε λίγο ακόμα»
«Έχω δουλειά μετά»
«Τι δουλειά, βρε Δημήτρη; Φθινόπωρο είναι»
«Προετοιμασίες για τον χειμώνα»
«Από τώρα;»
«Βέβαια. Πρέπει να κανονίσω να έχουμε ξύλα. Να μαζέψω προμήθειες. Μερικές φιάλες στην άκρη. Ίσως μια επέκταση στο χειμερινό σπίτι. Και πολλά άλλα. Ο πρώτος χειμώνας θα είναι ο πιο δύσκολος. Ύστερα, θα μαζεύουμε λεφτά το καλοκαίρι να περνάμε τον χειμώνα. Σκέφτομαι να πουλήσω το πατρικό μου. Να μεγαλώσουμε το σπίτι. Έχει ο Θεός. Όλα θα γίνουν»
«Λίγο ψωμί και λίγο νερό, θυμάσαι;» του χαμογέλασε.
«Σωστά», την φίλησε και έφυγε συνεχίζοντας να βάζει σε μια σειρά τα όνειρα στο μυαλό του.
Όταν γύρισε, είδε τις καρέκλες έξω αναποδογυρισμένες. Κοκάλωσε. Μπήκε μέσα και άφησε τον καφέ στην κουζίνα. Όλο το σπίτι ήταν ανάστατο λες και μπήκαν κλέφτες. Μα ήξερε ότι δεν πήγαν να κλέψουν κάτι άλλο παρά την ωραία του Ελένη.
Αμέσως βγήκε έξω και ούρλιαξε το όνομά της. Ο ουρανός σκοτείνιασε απότομα, σαν να ήταν η ώρα να σταυρωθεί η αγαπημένη του.
Ακολούθησε τις πατημασιές στην άμμο και είδε όλη την διαδρομή της προς την ελευθερία της. Εκεί, πάνω σε έναν βράχο, είδε να στέκει στην άκρη η Ελένη και γύρω της οι άντρες που την κυνηγούσαν. Φώναξε ξανά το όνομά της. Τον έπιασαν αμέσως από τα χέρια και τον ακινητοποίησαν.
«Ποιος είσαι εσύ; Μίλα! Την ξέρεις; Ο Αποστόλης πλήρωσε όλα τα χρέη της οικογένειάς της και ήρθε να πάρει αυτό που του υποσχέθηκαν. Και με τον Αποστόλη δεν παίζει κανείς. Εδώ κρυβόταν μαζί σου; Λέγε; Ποιος είσαι;» τον ταρακούνησε ένας από τους άντρες.
Η Ελένη γύρισε απαλά το κεφάλι της και τον κοίταξε με την άκρη του ματιού της.
«Δεν τον ξέρω», είπε και τον αρνήθηκε για να τον γλυτώσει.
Αμέσως τον άφησαν και τον έσπρωξαν να φύγει παρά τις φωνές του και τότε μόνο η Ελένη γύρισε ξανά το πρόσωπό της προς την θάλασσα, την αγαπημένη της φίλη.
«Σώσε με» της είπε με τα μάτια κλειστά και έπεσε μέσα της.
Οι άντρες σηκώθηκαν να φύγουν, να μεταφέρουν τα νέα, πως η πληρωμή είχε ολοκληρωθεί. Γιατί μόνο με την ζωή της θα ξεπλήρωνε, δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Και προτιμούσε να πεθάνει παρά να ζήσει χωρίς εκείνον που αγαπούσε. Τα σπαρακτικά ουρλιαχτά του Δημήτρη άκουσαν δύο κάτοικοι που έτρεξαν και ανέβηκαν στον βράχο.
«Παναγία μου, το κορίτσι!», κάλυψε το πρόσωπό της η γυναίκα μόλις κατάλαβε τι είχε συμβεί.
Ο Δημήτρης αλαφιασμένος έτρεξε να κατέβει τον βράχο, να πάει κοντά της. Θυμήθηκε την μέρα που την πρωτοείδε στο δωμάτιό του, που εκείνη γύρισε το κεφάλι της προς το παράθυρο και σκέφτηκε να πηδήξει για να γλυτώσει. Εκείνη διψασμένη για ζωή μα και ατρόμητη μπροστά στον θάνατο και αυτός ανίκανος να σώσει την γυναίκα που αγάπησε πιο πολύ από οτιδήποτε άλλο στην ζωή του.
«Τράβα γρήγορα στο σπίτι να φέρεις σχοινί, όσο πιο χοντρό και μακρύ έχουμε, να φέρουμε το κορίτσι πάνω», είπε στον άντρα της η γυναίκα και εκείνος κούνησε το κεφάλι. «Και να πεις του ψαρά να ετοιμάσει το καΐκι»
Λίγο αργότερα, γύρισε ο ανιψιός της με το σχοινί και είπε στην θεία του πως δεν βρήκανε τον ψαρά, αλλά συνεχίζει και τον ψάχνει ο θείος.
Τότε έδεσαν το σχοινί σε ένα δέντρο μα δεν έφτανε ως κάτω στα βράχια, εκεί που η θάλασσα πέταξε με ένα κύμα το κορίτσι και τώρα το κρατούσε στην αγκαλιά του ο Δημήτρης.
«Αναπνέει!» ούρλιαξε ο Δημήτρης και η γυναίκα έπιασε την καρδιά της.
«Γρήγορα, γρήγορα, ανιψιέ, ζει το κορίτσι! Έλα και εμείς θα την τραβήξουμε!»
«Μα θεία εγώ είμαι μικρός και εσύ…»
«Εγώ είμαι γυναίκα. Και μια γυναίκα για μιάν άλλην κάνει για δέκα άντρες. Να το θυμάσαι, μικρέ».
Έτσι είπε η θεία και έριξε το σχοινί να δέσει ο Δημήτρης το σώμα της Ελένης. Το τράβηξε η γυναίκα με όλη της την δύναμη να την ανεβάσει με τον μικρό πίσω της να τραβά και αυτός όπως μπορεί. Και είδε το παιδί ότι όντως όταν μια γυναίκα βοηθά μιάν άλλην, κάνει για δέκα άντρες.
Με το σώμα της στα χέρια, έτρεχε ο Δημήτρης με το παιδί δίπλα του και σταμάτησε έξω από το σπίτι και ζήτησε από τον μικρό να φέρει από την τσάντα το σακούλι που είχε κρυμμένο. Του είπε να πάρει από μέσα τρία νομίσματα δικά τους που τον βοήθησαν και να χώσει το σακούλι με τα υπόλοιπα στην τσέπη του.
Έφτασε ο Δημήτρης στο λιμάνι και πήδηξε μέσα στο καΐκι. Όταν γύρισε ο ψαράς και είδε τον ουρανό σκοτεινιασμένο πάνω από τα κεφάλια τους, κούνησε αρνητικά το κεφάλι με το τσιγάρο να κρέμεται από το στόμα και να πηγαίνει και αυτό πέρα δώθε.
«Αποκλείεται, δεν φεύγω με τέτοιο καιρό, θα μας πιάσει καταιγίδα στην διαδρομή και δεν θα φτάσουμε ποτέ απέναντι»
«Θα τα καταφέρουμε», δήλωσε με πείσμα ο Δημήτρης και έπιασε τον σταυρό στον λαιμό του.
«Όχι, με τίποτα!» ήταν κάθετος ο ψαράς.
«Να, πάρε αυτά», έβγαλε μερικά νομίσματα από την τσέπη και του τα έβαλε στο χέρι. «Να πάρεις μεγάλο καΐκι να μην φοβάσαι τις διαδρομές αυτές»
«Αν πεθάνω τι να το κάνω το μεγάλο καΐκι;»
«Σε παρακαλώ, δεν έχουμε πολύ χρόνο ακόμη!»
«Θα το κάνω για το κορίτσι. Απορώ τι σου βρήκε!»
«Και εγώ αυτό αναρωτιέμαι», χαμογέλασε και ξάπλωσε δίπλα στην Ελένη να την προστατεύσει από τα κύματα, που όσο ταξίδευε το καΐκι τους χτυπούσαν ανελέητα. Και δεν καταλάβαινε ο Δημήτρης γιατί η θάλασσα ήταν φουρτουνιασμένη και δεν ηρεμούσε μέχρι να περάσουν. Μα δεν ήξερε ότι αυτή τους έσπρωχνε να φτάσουν πιο γρήγορα στην άλλη άκρη.
Όταν άνοιξε ξανά τα μάτια της η Ελένη, στο κρεβάτι του νοσοκομείου, τότε ήταν σαν όλοι οι πόνοι να ξύπνησαν και αυτοί και να την χτυπούσαν σε κάθε σημείο του σώματός της.
«Αγάπη μου», της είπε αυτός που της κρατούσε ακόμη το χέρι και δεν έφυγε στιγμή από κοντά της.
«Έζησα», βούρκωσε γιατί δεν ήξερε αν έπρεπε να ζει.
«Σε έσωσε. Η θάλασσα που αγαπούσες»
«Γιατί με έσωσε;»
«Για να ζεις μόνο για εμένα», της φίλησε και τα δύο χέρια.
«Τα πόδια μου. Δεν νιώθω τα πόδια μου», του είπε και έτσι όπως την κοίταξε κατάλαβε ότι δεν θα περπατήσει ποτέ ξανά.
«Θα σε φροντίσω εγώ», της υποσχέθηκε μα αυτή πλάνταξε και έκλαψε για την ζωή της που δεν θα ήταν ποτέ ξανά η ίδια.
«Δεν θα κολυμπήσω ξανά»
«Θα κολυμπήσεις», της σκούπισε τα δάκρυα από τα μάγουλά της και αυτή έκλεισε σφιχτά τα μάτια της.
Τα άνοιξε ξανά στην αγκαλιά του, μέσα στην θάλασσα, φορώντας νυφικό και το δαχτυλίδι της μαμάς του που κατάφερε να την συγχωρέσει και ήταν κρυμμένο τόσο καιρό μέσα στο βελούδινο κουτάκι. Εκεί έζησαν για πάντα, στο μικρό τους σπίτι που ήταν φτιαγμένο πάνω στην άμμο και βαμμένο με τα όνειρά τους, εκεί που τίποτα δεν μπορούσε να σταματήσει τον έρωτά τους. Εκεί που ο Θεός και η θάλασσα ήταν πάντα με το μέρος τους, εκεί που η αγάπη ξεπερνούσε κάθε εμπόδιο και το μόνο που χρειάζονταν αυτοί οι δύο ήταν λίγο ψωμί και λίγο νερό. Και την θάλασσα που αγαπούσε.
CC
