Ρεπλίκα

Η τελευταία ανάμνηση που είχα από εκείνον, ήταν μια μέρα στα μέσα του Οκτώβρη.
Στο Λύκειο υπήρχε ένας κανόνας: να πηγαίνουμε μια φορά τον μήνα ημερήσια εκδρομή — έτσι, για να αποφορτιζόμαστε όλοι, καθηγητές και μαθητές.
Για εμάς που θα δίναμε πανελλήνιες εκείνο το καλοκαίρι, ο χρόνος είχε αρχίσει ήδη να κυλά αντίστροφα. Το σχολείο φρόντιζε να οργανώνει τις εκδρομές όσο πιο νωρίς γινόταν — πριν ξεκινήσει ο αγώνας δρόμου για την ολοκλήρωση της ύλης, το άγχος του φροντιστηρίου, κι εκείνη την αδιόρατη αίσθηση πως κάτι τελειώνει∙ η ανεμελιά.

Σε μία από εκείνες τις εκδρομές, στο κοντινό αθλητικό κέντρο της περιοχής — με τις μπασκέτες, το φιλέ και το τσιμεντένιο δάπεδο που, όταν έσκαγαν οι μπάλες ηχούσε σαν κρότος, — καθόμουν στις κερκίδες. Χάζευα τα κορίτσια να παίζουν βόλεϊ, σε μια προσπάθεια να ξεχάσω το διαγώνισμα πάνω στους μιγαδικούς την επόμενη βδομάδα.

Ο Δημήτρης — ο καλύτερός μου φίλος — πλησίασε με το γνώριμο, πονηρό ύφος του. Με σκούντησε με τον αγκώνα, όπως έκανε πάντα όταν είχε κάτι βρώμικο στο μυαλό.
«Σταμάτα να κοιτάς τον κwλο της Μαιρούλας ρε μαλάka, έχει γκόμενο.»
«Δεν… δεν κοιτούσα εκεί…». Κοίταξα γύρω μήπως κανείς μας άκουσε. Έπειτα τον κάρφωσα με ένα βλέμμα που δεν σήκωνε παρεξήγηση. Το χαμόγελο δεν έλεγε να φύγει από το πρόσωπό του και ήξερα τον λόγο.
«Δεν είναι κανένα μυστικό. Βάζω στοίχημα πως όλοι στην τάξη, μη σου πω και σ’ ολόκληρο το σχολείο, θέλουν να δουν αυτό το σώμα γυμνό»

Τα χνώτα του μύριζαν τσιγαρίλα∙ ο καπνός μπαγιάτικος, σχεδόν σαν χόρτο. Ίσως και να ήταν — δεν θα μου έκανε πια εντύπωση.
«Ξεκίνησες διάβασμα για το διαγώνισμα των μαθηματικών την επόμενη βδομάδα;», έκανα μια προσπάθεια να αλλάξω το θέμα. Με βόλευε να μην μιλάω για την Μαιρούλα, ενώ βρισκόταν μερικά μέτρα μπροστά.
Μου έριξε ένα βλέμμα σαν να είχα μόλις πει τη μεγαλύτερη βλακεία του κόσμου.
«Σιγά μην διαβάσω από τώρα». Το χέρι του έκανε την κίνηση του γκαζιού, σαν να κρατούσε τη μηχανή του.
Δεν ήταν η πρώτη φορά που το συζητούσαμε∙ τελευταία δεν έχανε ευκαιρία να μου μιλήσει για τη λέσχη με τα μηχανάκια και τις κόντρες που είχαν στήσει με τα παιδιά του άλλου τμήματος — πάντα με εκείνο το ύφος περηφάνειας που δεν ήξερες αν έπρεπε να ζηλέψεις ή να τον λυπηθείς.

«Ποια είναι η αγαπημένη σου διασημότητα;», με ρώτησε, καθώς άνοιξε το κινητό του στην μηχανή αναζήτησης.
«Τι εννοείς διασημότητα; Σαν να λέμε ηθοποιό;»
Ένευσε. «Ναι, οτιδήποτε. Ηθοποιό, τραγουδίστρια, μοντέλο, μέχρι και streamer. Ό,τι δουλεύει καλύτερα για σένα δικέ μου»
Το κίτρινο χαμόγελό του με αναστάτωσε. Θυμήθηκα πώς γελούσαμε μαζί παλιά, στους υπολογιστές τα βράδια με τα ίδια αστεία. Τώρα όμως εκείνο το αγνό γέλιο είχε χαθεί. Ο νους του Δημήτρη πλέον είχε πολύ συγκεκριμένα ενδιαφέροντα.

«Ξέρω ‘γω; Η Scarlett Johannson». Προσπάθησα να κρύψω την νευρικότητα μου∙ δεν είχα ιδέα πού το πήγαινε.
«Ξέρεις τι είναι τα deepfakes;» ρώτησε, με ακόμα πιο γλοιώδες ύφος. Σήκωσα τους ώμους μου. Δεν ήξερα τι ήταν αυτό το πράγμα, αλλά, κρίνοντας από την έκφρασή του, μάλλον ήταν κάτι χυδαίο και αρρωστημένο.
«Κλείσε τα μάτια. Φαντάσου τη Scarlett, ή τη Μαιρούλα, ή οποιαδήποτε άλλη. Ντυμένη όπως ακριβώς θέλεις∙ να λέει ό,τι ακριβώς θέλεις — και, το καλύτερο, να κάνει ακριβώς αυτό που θέλεις». Η φωνή του γινόταν όλο και πιο αργόσυρτη, υγρή, λες και το στόμα του είχε πλημμυρίσει από σάλιο. Μου θύμισε φίδι που σε τυλίγει αργά, πολύ αργά. Ήθελα να του πω να το βουλώσει, μα κάτι μέσα μου δεν με άφηνε∙ μια νοσηρή περιέργεια με κρατούσε εκεί.

«Αυτό έχω βάλει σαν στόχο. Θα φτιάξω έναν ιστότοπο, αλλά αντί για τις διάσημες ηθοποιούς, θα μπορώ να φτιάξω την κοπέλα της γειτονιάς σου — θα είναι η φαντασίωσή σου που γίνεται πραγματικότητα…»
«Πώς… πώς μπορείς να το κάνεις αυτό;». Η φωνή μου έτρεμε — δεν ήξερα αν ήταν ο φόβος για κάτι τέτοιο ή η φλεγόμενη επιθυμία μου να δω την Μαιρούλα να μου μιλάει με προστυχόλογα.
«Με φωτογραφίες, βίντεο, ηχητικά μηνύματα, γενικά απλά καθημερινά πράγματα…», είπε πληκτρολογώντας και δείχνοντάς μου. «Η μηχανή μπορεί να μάθει πώς μιλάς, πώς γελάς, πώς συμπεριφέρεσαι γενικά… Είσαι εκεί ακόμα και αν δεν είσαι»

Αυτό μου έμεινε βαθιά χαραγμένο. Η φαντασίωσή σου που γίνεται πραγματικότητα… Κάτι μέσα μου πρόβαλλε αντίσταση, ήξερα πως δεν ήταν σωστό. Αλλά ο πειρασμός ήταν πολύ μεγάλος. Η Μαιρούλα, ή η κάθε Μαιρούλα εκεί έξω, δεν θα κοιτούσε ποτέ κάποιον σαν και μένα. Ένα μαθητούδι με έφεση στα μαθηματικά, χωρίς μηχανάκι, χωρίς γυμνασμένο σώμα, χωρίς τσιγάρο στο στόμα. Γι’ αυτό δεν του είπα τίποτα, ήλπιζα απλά να καταφέρει να φτιάξει τον ιστότοπό του.

Ο Δημήτρης πέθανε μόλις μία μέρα μετά το τέλος των πανελληνίων.
Η λέσχη του αποφάσισε να το “γιορτάσει” παίρνοντας τους δρόμους με τα δίκυκλα — μια τελευταία εορταστική βόλτα, όπως την είπαν. Σε μια κόντρα όμως έχασε τον έλεγχο της μηχανής και συγκρούστηκε μετωπικά με ένα αυτοκίνητο.

Όταν ο διευθυντής — μαζί με έναν απεσταλμένο της Τροχαίας — μας ανακοίνωσε το νέο, είπε πως αν φορούσε κράνος, ίσως να είχε σωθεί. Μα αμφιβάλλω. Είχα ακούσει με τι ταχύτητες έτρεχαν κάποια βράδια στη γειτονιά∙ οι εξατμίσεις ούρλιαζαν, τα λάστιχα άφηναν μαύρα σημάδια στην άσφαλτο, και ο αέρας μύριζε καμένο καουτσούκ ως το πρωί.

Όλοι έκλαψαν εκείνη τη μέρα στο σχολείο. Κανείς δεν μπορούσε να πιστέψει πως ένα παιδί μόλις δεκαοχτώ χρονών χάθηκε έτσι — μέσα σε μια στιγμή. Οι καθηγητές δεν ήξεραν τι να πουν, πέρα από ένα παραλήρημα συμβουλών αποφυγής.

Ήταν παράξενο∙ ο Δημήτρης, που ποτέ δεν υπήρξε υπόδειγμα μαθητή ούτε θέμα συζήτησης ή θαυμασμού, τώρα μιλούσαν όλοι γι’ αυτόν. Λες και είχε κάνει μια στροφή 180 μοιρών.

Όταν θα ερχόταν η ώρα της αποφοίτησης, αποφασίσαμε να κάνουμε κάτι για εκείνον. Δεν ξέραμε ακριβώς τι – οι καθηγητές πρότειναν να γράψουμε κάτι γι’ αυτόν και να το διαβάσουμε- σαν αποχαιρετιστήριο γράμμα. Δεν ξέρω όμως αν κάτι τέτοιο θα ήταν αρκετό ή αν θα βοηθούσε κανέναν.

Στις μέρες που μεσολάβησαν ως την αποφοίτηση, δεν είχα κουράγιο να βγω από το σπίτι. Ήταν κατακαλόκαιρο. Άλλοτε θα παίρναμε το ΚΤΕΛ με τον Δημήτρη για κάποια κοντινή παραλία∙ τώρα έμενα κλεισμένος στο δωμάτιο, μετρώντας μέρες και ώρες ώσπου να βγουν τα αποτελέσματα. Κοίταζα τη μαύρη οθόνη του υπολογιστή, μα δεν τολμούσα να την ανοίξω∙ τότε η απουσία του πονούσε πιο πολύ απ’ όλες τις άλλες φορές. Ήταν αυτός που μου έδειξε πώς να διασκεδάζω εκτός των βιβλίων μου. Στο ψηφιακό περιβάλλον δεν ήταν πια ο χυδαίος κάγκουρας, αλλά κρατούσε το χιούμορ και την παιδική του αφέλεια όπως παλαιότερα.

Κάθε απόγευμα, όταν άκουγα το κουδούνι, ήξερα ποια ήταν. Η μητέρα του Δημήτρη ερχόταν σχεδόν κάθε μέρα∙ καθόταν με τη μάνα μου στην κουζίνα κι έκλαιγαν μαζί — σιγά στην αρχή, ύστερα πιο δυνατά. Γινόταν όλο και πιο οδυνηρό κάθε φορά που ακουγόταν το όνομά του ή όταν θυμούνταν τις χαζομάρες που κάναμε μικροί.

Την καταλάβαινα, μα δεν άντεχα να βγω απ’ το δωμάτιο και να την αντικρίσω. Ο αέρας ξαφνικά δεν ήταν αρκετός για μένα. Οι τοίχοι δεν έφταναν για να καλύψουν τα κλάματα, την θλίψη. Ήθελα απλώς να βγουν τα αποτελέσματα, να φύγω από το σπίτι, από την κωμόπολη∙ να πάω κάπου μακριά, να αλλάξω παραστάσεις, να μην βλέπω τίποτα που να μου τον θυμίζει.

Η επιθυμία μου πραγματοποιήθηκε. Δεν πήγα στην αποφοίτηση∙ έστειλα απλώς τη μάνα μου να δει το χαρτί που αναρτούσαν στην πόρτα του σχολείου — την αναλυτική βαθμολογία και τη Σχολή που σε δεχόταν.
«Μαθηματικό στα Ιωάννινα», πρόφερε με ένα πικρό χαμόγελο όταν ήρθε στο σπίτι. «Αυτό δεν ήθελες;».
Στα χέρια της κρατούσε κι ένα ακόμα χαρτάκι — από εκείνα τα μικρά, αυτοκόλλητα σημειώσεων. Το άφησε πάνω στο γραφείο χωρίς να πει τίποτα και βγήκε από το δωμάτιο.
Πλησίασα και το ξεδίπλωσα.
«Αρρωστημένοι…» ψιθύρισα.
Έτσι τους αποκάλεσα όλους: το σύστημα, τους βαθμολογητές, τους δασκάλους, εκείνον που τόλμησε να κρεμάσει το χαρτί στον τοίχο.
Δημήτρης — Σχολή Μηχανικών Πληροφορικής, Λάρισα.

Τα Ιωάννινα είχαν κάθε πολυτέλεια που έλειπε από την κωμόπολή μου — κι όμως, οι δύο πόλεις δεν διέφεραν πολύ. Τα ίδια καφέ, τα ίδια μικρά μπαράκια, οι ίδιες πλατείες γεμάτες κόσμο. Οι συμφοιτητές μου πάντα καθόντουσαν όλοι μαζί και απολάμβαναν τους ζεστούς αχνιστούς καφέδες τους, ή τα ποτά τους σε κάποιο μαγαζί.
Εγώ, όμως, ήθελα απλώς να ξεχαστώ. Δυσκολευόμουν να κάνω παρέες∙ φοβόμουν να δεθώ ξανά, όπως είχα δεθεί με τον Δημήτρη. Έκανα κάποιες περιστασιακές φιλίες, γέλασα, τραγούδησα, χόρεψα∙ όμως τις περισσότερες μέρες τις περνούσα μόνος — στη βιβλιοθήκη ή σε κάποιο παγκάκι απέναντι από τη λίμνη.

Όποτε γύριζα αργά στις εστίες, άκουγα από το πάρκινγκ το γνώριμο μαρσάρισμα μιας μηχανής. Πάντα κάποιος ερχόταν να πάρει την κοπέλα του για να πάνε στο κέντρο. Μόνο ο ήχος του γκαζιού αρκούσε για να τιναχτώ όρθιος∙ περίμενα να εμφανιστεί ο Δημήτρης από κάποια γωνία, να με φωνάξει, να με πειράξει για τη Μαιρούλα — όπως τότε.
Στη σχολή χρησιμοποιούσαμε αναγκαστικά κάποια προγράμματα στον υπολογιστή — που τόσο απέφευγα το τελευταίο διάστημα. Έπρεπε να εξοικειωθούμε με τη χρήση εκπαιδευτικών λογισμικών, απαραίτητων αργότερα για τη διδασκαλία. Ένα βράδυ, καθώς μελετούσα φανταστικούς και πραγματικούς αριθμούς, ξύπνησε μια ανάμνηση: Η φαντασίωσή σου που μπορεί να γίνει πραγματικότητα…

Ανατρίχιασα. Θυμήθηκα τα πάντα — τα deepfakes, τον ιστότοπο — και τα δάχτυλά μου άρχισαν να τρέμουν πάνω στο πληκτρολόγιο. «Λες, πριν πεθάνει…»
Άρχισα να πληκτρολογώ: deepfake site generator, AI faces, custom avatars. Δεν βρήκα κάτι δικό του — μόνο κακόφημα site με γνωστές και άγνωστες πορνοστάρ, ηθοποιούς, μοντέλα και δεκάδες διαφημίσεις για “γρήγορο seξ κοντά σου”. Εκτός από μία που ξεχώριζε, γιατί δεν ταίριαζε καθόλου με το υπόλοιπο περιεχόμενο.
“Ξαναζήστε τις στιγμές που χάθηκαν. Μιλήστε ξανά με εκείνους που αγαπήσατε”
Ethereal Presence Inc.

Δεν μπήκα καν στον κόπο να πατήσω τον σύνδεσμο — τέτοιες διαφημίσεις είναι συνήθως γεμάτες ιούς. Έκλεισα τον υπολογιστή και ξάπλωσα. Εκείνο το βράδυ ο ύπνος δεν ήρθε εύκολα.

Στο όνειρο τον είδα∙ φορούσε κράνος και στεκόταν μέσα στο σκοτάδι. Σήκωσε το χέρι και η οθόνη του κινητού του άρχισε να τρεμοπαίζει στο σκοτάδι. Στο καρέ της εμφανίστηκε η Μαιρούλα — η καλλίγραμμη φοιτήτρια των ΤΕΦΑΑ — μόνο που τώρα με κοιτούσε κατάματα, χαμογελώντας, ψιθυρίζοντας πως με ποθούσε. Πίσω από το τζάμι του κράνους, το χαμόγελο του Δημήτρη μεγάλωνε, χυδαίο, όπως τότε.
«Η φαντασίωση μπορεί να γίνει πραγματικότητα, ξέρεις πως…»

Πετάχτηκα καταϊδρωμένος και έτρεξα στο μπάνιο. Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη — πιο ένοχος από ποτέ.
«Είσαι άρρωστος, το ξέρεις;» φώναξα, λες και περίμενα το είδωλό μου να μου απαντήσει.
«Αυτό πρέπει να σταματήσει…»

Ο χειμώνας είχε έρθει και η σχολή έκλεισε για λίγες μέρες πριν ανοίξει ξανά για εκατοντάδες φοιτητές, που θα στριμώχνονταν σαν ποντίκια για να μουντζουρώσουν με σύμβολα λευκές κόλλες Α4. Δεν ήθελα να μείνω στα Γιάννενα τον χειμώνα∙ οι λιγοστοί φίλοι μου είχαν φύγει για να περάσουν τις γιορτές με τους συγγενείς τους. Επιπλέον, η εστία που μου είχαν παραχωρήσει ήταν από τις πιο παλιές∙ τα παράθυρα δεν έκλειναν καλά, με αποτέλεσμα ο αέρας να γλιστράει πάντα μέσα στο δωμάτιο, όσο ζέστη κι αν έκανε η ταλαιπωρημένη παλαιική κεντρική θέρμανση. Οπότε βρήκα αφορμή και επιβιβάστηκα στο πρώτο ΚΤΕΛ για να γυρίσω πίσω.

Ο πατέρας μου επέμενε να έρθει με το αμάξι, να με παραλάβει από τον σταθμό. Από το τζάμι του λεωφορείου τον είδα πριν κοκκαλώσει το όχημα να περπατάει ασταμάτητα πέρα δώθε και να φυσάει την μύτη του. Σταμάτησε μόνο, όταν άνοιξαν οι πόρτες και αποβιβαστήκαμε. Με μια πρόχειρη αγκαλιά με καλωσόρισε και άρπαξε τις βαλίτσες από τα χέρια μου, παρά τις διαμαρτυρίες μου. Ήταν ανέκαθεν ισχυρογνώμων. Στην διαδρομή δεν είπαμε πολλά πράγματα, πέρα από τις ερωτήσεις που κάνει κάθε γονιός όταν βλέπει το παιδί του μετά από πολύ καιρό.
«Πώς τα περνάς εκεί;»
«Τι καιρό κάνει;»
«Αν όλα πάνε καλά με την σχολή» και το αλησμόνητο «Σου λείψαμε καθόλου;»

Η μάνα μου στεκόταν στο κατώφλι, με την πόρτα ορθάνοιχτη και τα χέρια χωμένα βαθιά στις τσέπες της. Η κορμοστασιά της σάλευε όποτε το παγερό ρεύμα έπεφτε πάνω της.
«Έλα μέσα, μην κρυώσεις∙ ο μπαμπάς θα φέρει τις αποσκευές», είπε βιαστικά, κάνοντας μια νευρική κίνηση με το χέρι. Το βλέμμα της για μια στιγμή πλανήθηκε στη γειτονιά — σαν να ’θελε να βεβαιωθεί πως κανείς δεν κοιτούσε.
«Νομίζαμε πως θα καθόσουν εκεί, για να συγκεντρωθείς καλύτερα για την εξεταστική», είπε έπειτα, πιο ήρεμα.
«Δεν μπορούσα να μείνω, μάνα. Αυτή η κωλοεστία μ’ έκανε να αποθυμήσω τη ζέστη του σπιτιού»
Δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε σιωπηλά, κι ο πατέρας μου έσκυψε, άρπαξε τις βαλίτσες και με ένα μικρό σπρώξιμο με έβαλε μέσα.

Η μυρωδιά του σπιτιού —βραστό νερό, καθαριότητα και κάτι γλυκό— μ’ έπιασε απ’ το λαιμό. Με την άκρη του ματιού μου είδα πάνω στον πάγκο το ταψί γεμάτο με μπριζόλες και πατάτες. Ειδικά ετοιμασμένο για μένα.
«Να σου φτιάξω μια ζεστή σοκολάτα, γλυκέ μου;», είπε καθώς πήγαινε προς την κουζίνα.
«Δεν θα έλεγα όχι σε μια ζεστή σοκολάτα»
«Πάνε να κάνεις ένα μπάνιο τώρα και θα σε περιμένουμε στην κουζίνα να μας πεις τα νέα σου»

Όταν πια η στάθμη του καφέ ροφήματος κατέβηκε αρκετά ώστε να φαίνεται ο πάτος του ποτηριού, και αφού είχα απαντήσει στις ερωτήσεις τους, κοίταξα από το παράθυρο της κουζίνας, όπου το στόρι ήταν κατεβασμένο μέχρι τη μέση. Τόσο ώστε να κρύβει το σπίτι του Δημήτρη∙ για λίγο ένιωσα λες και κρυβόμασταν από εκείνους. Έκανα μια ερώτηση που δεν γινόταν να αποφύγω:
«Τι νέα από τη γειτονιά;»

Ο πατέρας μου έκανε αμέσως μια αυθόρμητη κίνηση με το κεφάλι, λες και ήξερε πως αυτή η στιγμή θα ερχόταν — αργά ή γρήγορα.

Η μητέρα μου, που μέχρι πριν λίγο καθόταν στο τραπέζι και ανακάτευε ασταμάτητα το τσάι της με ένα κουτάλι, σηκώθηκε ξαφνικά και πήγε προς τον φούρνο, για να δει αν κατά το πέρας μόλις πέντε λεπτών είχε γίνει ως δια μαγείας το φαγητό.
«Σχετικά με αυτό…» ξεκίνησε διστακτικά ο πατέρας μου, κοιτάζοντας τη μητέρα μου για επιβεβαίωση.
«Πες του. Θα το μάθει, αργά ή γρήγορα»
«Τι έγινε; Πείτε μου»
Η περιέργεια είχε αρχίσει να με τρώει· η ανησυχία στο βλέμμα τους με έκανε να αισθάνομαι πως κάτι δεν πήγαινε καλά.

«Η οικογένεια του Δημήτρη μας έκανε μια πρόταση», τα ξεθωριασμένα γαλάζια μάτια του είχαν παγώσει πάνω μου. «Ο μικρός αδερφός του, ο Γρηγόρης, δεν τα πάει καλά στα μαθήματα τελευταία…»
« Εμ… Έτσι πάει. Το μήλο κάτω απ’ τη μηλιά θα πέσει», πετάχτηκε η μητέρα.
«…Θέλουν να του κάνεις ιδιαίτερα στα μαθηματικά»
«Αυτό είναι όλο;»
Η μητέρα τώρα ξανακάθισε στο τραπέζι και έπιασε το χέρι μου.
«Δεν είναι μόνο αυτό. Κάτι συμβαίνει σε εκείνο το σπίτι. Δεν πρέπει να πας, σε παρακαλώ. Θα πούμε πως έχεις διάβασμα για την εξεταστική — ή τέλος πάντων, θα βρούμε μια δικαιολογία, ε Χρήστο;»
Ο πατέρας έκανε μια αόριστη χειρονομία και συνέχιζε να παίζει με μια χαρτοπετσέτα.

«Για μισό λεπτό! Θα μου εξηγήσει κανείς τι συμβαίνει εδώ πέρα;», είπα, προσπαθώντας να αποκρυπτογραφήσω τα βλέμματά τους. Η μητέρα χαμήλωσε τα μάτια της, ανακάτεψε ξανά το τσάι της και το κουτάλι χτύπησε ελαφρά το φλιτζάνι.
Ο πατέρας ξερόβηξε, μα δεν είπε τίποτα. Μόνο έγειρε ελαφρά προς τα πίσω στην καρέκλα, αφήνοντας χώρο στη μητέρα να μιλήσει.

«Δεν μπορώ να στο εξηγήσω ακριβώς…» άρχισε εκείνη, τρίβοντας τα δάχτυλά της νευρικά. «Κοίτα, όλοι οι άνθρωποι που θρηνούν μπορεί να κάνουν αλλόκοτα πράγματα — πόσο μάλλον οι γονείς. Η Μάγδα, όπως θυμάσαι και από πριν φύγεις, ερχόταν συνέχεια εδώ για ψυχολογική υποστήριξη. Είχε σταματήσει να τρώει, να κοιμάται, να ζει γενικώς». Έκανε μια παύση∙ το χέρι της πήγε να πιάσει πάλι το κουτάλι, αλλά κάτι το σταμάτησε.
«Και μετά, μια μέρα… Ήρθε εδώ εντελώς διαφορετική. Χαρούμενη. Σαν… σαν να μην είχε συμβεί ποτέ τίποτα απ’ όλα αυτά. Μου είπε ότι βρήκε τρόπο να μιλήσει μαζί του»
Η φωνή της έσπασε, και για λίγο κανείς στο δωμάτιο δεν μίλησε.

«Στην αρχή νόμισα… Χριστέ μου, φυλακή το στόματί μου…» σταυροκοπήθηκε. Τα μάτια της, πίσω απ’ τα γυαλιά, γυάλιζαν, εκείνο το θολό γυάλισμα του βουρκώματος.
Ο πατέρας μου έβαλε απαλά το χέρι του στην πλάτη της.
«Μαρία, άσ’ το… δεν χρειάζεται»
«Όχι, πρέπει να ξέρει»
Η φωνή της μητέρας είχε χάσει τον έλεγχο, έτρεμε αλλά συνέχισε.

«Προσπάθησα να της μιλήσω… διακριτικά, να τη λογικέψω. Αλλά δεν ήθελε να ακούσει, μέχρι που είπε ότι θα μου δείξει. Μετά από λίγο καιρό, ήρθε εδώ, κάθισε απέναντί μου, έβγαλε το κινητό, κάλεσε τον αριθμό του Δημήτρη…»
Έκανε μια παύση∙ τα μάτια της έτρεμαν πίσω απ’ τα γυαλιά.
«Και μιλούσε μαζί του. Καταλαβαίνεις τι λέω; Τον άκουσα… Η φωνή του, ίδια, ολόιδια, απ’ το μεγάφωνο. Και μετά μου λέει ‘Μπορείς να τον δεις κιόλας’. Άνοιξε την κάμερα και…»
Σταμάτησε. Τα χείλη της άνοιγαν κι έκλειναν χωρίς ήχο, σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να συνεχίσει.
«—και να ο Δημήτρης, πιο ζωντανός από ποτέ. Κοίταζε μέσα απ’ την οθόνη, μου χαμογέλασε, είπε τ’ όνομά μου… Απαντούσε στις ερωτήσεις μου σαν… σαν να ζούσε όλο αυτόν τον καιρό! Νόμιζα πως ήταν σωσίας, κάποια αρρωστημένη φάρσα… Εκείνη γελούσε, μου είπε ‘Είδες; Στο ‘πα. Ζει.’»
Πήρε άλλη μια βαθιά ανάσα, μου φάνηκε πως δεν της έφτανε πραγματικά ο αέρας. Το χέρι της έπιασε τον κόρφο της.

«Της είπα πως κάποιος της παίζει ένα ύπουλο παιχνίδι, πως προσπαθεί να την εκμεταλλευτεί. Δεν ήθελε να ακούσει, με είπε στενόμυαλη, οπισθοδρομική, μέχρι και αναίσθητη. Ποια, εμένα; Την γυναίκα που της παραστάθηκε περισσότερο από όλους εδώ»
Η φωνή της χαμήλωσε. Το βλέμμα χάθηκε στα σχέδια που κοσμούσαν το φλιτζάνι.
«Μετά από αυτό αραιώσαμε, σταμάτησε να έρχεται, σταμάτησα να πηγαίνω… Μέχρι που ήρθε ο Περικλής ο άντρας της και ζήτησε εσένα… Δεν πάνε καλά τα πράγματα σου λέω. Δεν πρέπει να πας.»
«Οι άνθρωποι το έχουν χάσει τελείως…» συνέχισε ο πατέρας μου ήρεμα, κοιτάζοντας στο κενό.

«Μια μέρα ήρθε εδώ ένα φορτηγό, από κάποια εταιρεία με ξενόφερτο όνομα. Ξεφόρτωσαν κάτι — δεν ξέρω τι ακριβώς. Ήταν τυλιγμένο, αλλά το σχήμα του έμοιαζε με κάδρο, απ’ αυτά τα μεγάλα που βλέπεις στα αρχοντικά σπίτια. Τους άκουγα να φωνάζουν έξω, σαν τρελοί. ‘Ήρθε ο γιος μου! Επιτέλους επέστρεψε!’ Θεέ μου, συγχώρα με… Ξέρω τι θα σκεφτείς — αυτό που θα έλεγε κάθε λογικός άνθρωπος, αν δεν ήξερε τι έχει συμβεί. Ότι, δηλαδή, έφτιαξαν ένα πορτρέτο του Δημήτρη για να μην τον ξεχάσουν. Μα τι είδους πορτρέτο έχει καλώδια και τροφοδοτικό; Ρωτάω εσένα. Είμαι γέρος, δεν καταλαβαίνω από αυτά τα πράγματα… αλλά μπορώ να υποθέσω τι είναι»

Όταν σταμάτησε να μιλά, στο δωμάτιο ακουγόταν μονάχα ο ήχος του ρολογιού. Για μια στιγμή ένιωσα ανίκανος να ελέγξω το ίδιο μου το σώμα. Τα πόδια μου έτρεμαν ελαφρά και, όσο κι αν προσπαθούσα, δεν μπορούσα να τα σταματήσω. Τα μάτια μου είχαν μείνει ορθάνοιχτα — τόσο που τα ένιωσα να καίνε και να δακρύζουν.

Μέσα στο μυαλό μου επικρατούσε μια θύελλα∙ σκέψεις ασύνδετες, χωρίς αρχή, χωρίς τέλος, χωρίς λογική. Υποθέσεις που προσπαθούσαν να εκλογικέψουν αυτά που άκουσα.
«Περίμενε λίγο…» κατάφερα να ψελλίσω, προσπαθώντας να συγκρατήσω την ψυχραιμία μου. «Δηλαδή τι υπονοείς; Πως στο κάδρο είναι ο Δημήτρης; Ότι… είναι ψηφιακά ζωντανός, ας το πω έτσι;»
Ο πατέρας μου κούνησε αργά το κεφάλι, τόσο διακριτικά που η μητέρα μου δεν πρόλαβε να το προσέξει. Έπειτα ύψωσε τη φωνή του.
«Δεν ξέρω, και δεν με νοιάζει. Αυτά τα πράγματα είναι σατανικά… ανίερα. Αυτό που έκαναν είναι μεγάλη βλασφημία»

Άκουσα το τρέμουλο στην ανάσα του, είδα τα χέρια του σφιγμένα. Ο πατέρας μου ήταν φανερά αναστατωμένος, τρομαγμένος σαν να είχε δει κάποιο φάντασμα.
«Το είπαμε και στην αστυνομία — τι άλλο να κάναμε; Μέχρι και στον δήμαρχο πήγαμε. “Αν δεν παρενοχλούν κανέναν, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα”, έτσι μας είπαν»
Ο πατέρας μου μιλούσε σαν να απολογούνταν σε κάποιον∙ σαν κατηγορούμενος ενώπιον κάποιου δικαστηρίου έλεγε: Έκανα ό,τι μπορούσα… αλλά απέτυχα.

Δεν είπα τίποτα. Απλώς τράβηξα απότομα την καρέκλα και κατευθύνθηκα στο δωμάτιό μου.
«Πού πας τώρα;» ρώτησε ο πατέρας μου αγχωμένος.
«Άσ’ τον Χρήστο. Αυτά που άκουσε δεν είναι εύκολο να τα χωνέψει»

Στο δωμάτιο περπατούσα πέρα δώθε. Κοιτούσα από το παράθυρο, μασουλώντας τα νύχια μου — μια συνήθεια που είχα κόψει μετά τις πανελλήνιες. Όλο αυτό δεν φαινόταν πραγματικό, κι όμως η περιέργεια με κατέτρωγε. Ένα άτομο που θα έβλεπα για όλη μου τη ζωή μόνο ακίνητο στις φωτογραφίες, τώρα θα ήταν ολοζώντανο μπροστά μου. Θα μπορούσα να μιλήσω μαζί του…

Από ό,τι φαίνεται τελικά, η φαντασίωση μπορεί όντως να γίνει πραγματικότητα, αρκεί να το κυνηγήσεις. Δεν θα το έλεγα στους γονείς μου — δεν θα με άφηναν. Αλλά έπρεπε να δω.

Τους είπα πως θα πάω μια βόλτα στην κεντρική πλατεία, για να συναντήσω μερικούς παλιούς φίλους. Δεν ήταν μακριά από την αλήθεια. Ο Γρηγόρης με περίμενε στην πίσω αυλή του σπιτιού τους, καλά κρυμμένος από ανεπιθύμητα μάτια.
«Είσαι σίγουρος ότι θέλεις να το κάνεις αυτό;» με ρώτησε πριν μπω.
«Ναι. Ευχαρίστησή μου να σε βοηθήσω με τα μαθηματικά», προσπάθησα να τεντώσω τα χείλη μου, που για μια στιγμή φάνηκαν αμετακίνητα.
«Δεν είμαι τόσο χαζός, ξέρεις… Δεν ήρθες γι’ αυτό. Ήρθες να δεις εκείνον… Αλλά πρέπει να σε προειδοποιήσω. Ίσως δεις κάτι άλλο από αυτό που περιμένεις»
Με το σώμα του εμπόδιζε την είσοδο, λες και ήθελε να τον παρακαλέσω για να με αφήσει.

«Εντάξει, εντάξει. Ναι, ήρθα για να τον δω. Πρέπει να με καταλάβεις… ήταν ο καλύτερός μου φίλος. Τώρα ξαφνικά έχω την ευκαιρία να τον δω, να του μιλήσω. Σε κάθε περίπτωση, θέλω να δω πώς είναι — αυτό… το κάδρο»
Για μια στιγμή, φάνηκε να διαβάζει την απόγνωσή μου και παραμέρισε. Το βλέμμα του έλεγε: «Εγώ σε προειδοποίησα»

Το σπίτι φαινόταν άδειο, κάπως σκοτεινό. Τα παντζούρια ήταν κατεβασμένα στα περισσότερα δωμάτια.
Έπειτα, ήταν αυτή η ανεξήγητη σιγή — η πλήρης απουσία ήχου. Ούτε μια ανοιχτή τηλεόραση, ούτε ένα ραδιόφωνο· τίποτα.
«Οι γονείς σου πού είναι;»
«Τους είπε να φύγουν… Ήξερε πως θα έρθεις». Δεν έδωσα τόση σημασία στα λόγια του. Σε κάθε βήμα που κάναμε στο χολ, η καρδιά μου χτυπούσε όλο και δυνατότερα, τα χέρια μου ήταν ιδρωμένα. Στο μυαλό μόνο μια σκέψη έπαιζε σε επανάληψη: Πώς να ‘ναι άραγε;

Η πόρτα του δωματίου άνοιξε τόσο αργά και βασανιστικά, που για μια στιγμή νόμισα πως τα πάντα πάγωσαν — ο χρόνος, ο αέρας, το αίμα στις φλέβες μου, όλα.

Πάνω από το κρεβάτι του Γρηγόρη είδα το κάδρο. Σκοτεινό, προφανώς εκτός λειτουργίας. Από την απόσταση και χάρη στο χοντρό περίγραμμά του, πίστεψα πως ήταν απλώς μια μεγάλη κορνίζα. Όμως όχι∙ καμία σχέση. Ήταν σαν μια τεράστια μαύρη τηλεόραση — απ’ αυτές που βλέπεις μόνο στις βιτρίνες των καταστημάτων, πίσω από το τζάμι, και αρκείσαι να τις θαυμάζεις χωρίς να τις αγοράσεις.

Αν τη σύγκρινα με τη δική μας παλιά τηλεόραση στο σαλόνι, θα έλεγα πως αυτή είχε τουλάχιστον το διπλάσιο — ίσως και το τριπλάσιο — μέγεθος. Το περίγραμμά του, που αρχικά θεώρησα ξύλο, είχε λεπτές χαρακιές φωτός∙ σβησμένες, αλλά έτοιμες να ξυπνήσουν μόλις τεθεί σε λειτουργία. Στην κάτω δεξιά γωνία διέκρινα ένα γνώριμο λογότυπο. Ethereal Presence Inc.

Το κάδρο ξαφνικά από το άψυχο μαύρο γέμισε με ζωντανά χρώματα, σχέδια, και το λογότυπο της εταιρείας, αλλά πουθενά ο Δημήτρης. Σαν να κρυβόταν από το καρέ της οθόνης.
«Λοιπόν; Πού είναι;», ρώτησα τον Γρηγόρη ανυπόμονα.

Και τότε μια φωνή ακούστηκε μέσα από το κάδρο. Όχι κάποια ψηφιακή φωνή, μα απόλυτα αληθινή, γνώριμη. Η φωνή του Δημήτρη.
«Σπόρε φύγε τώρα… Θέλω να μείνω μόνος με τον φίλο μου»

Ο Γρηγόρης υπάκουσε υπερβολικά πρόθυμα και έκλεισε την πόρτα πίσω του χωρίς να πει λέξη.
«Δημήτρη; Είσαι στα αλήθεια εσύ;»
«Ναι… Φίλε μου»

Στο κάδρο εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια, σαν τελείες, έπειτα ενώθηκαν σε περιγράμματα και μέσα σε μια υπόθεση ενός λεπτού, να ο Δημήτρης μπροστά μου. Σαν να μην είχε φύγει ποτέ, ανέπνεε, κοιτούσε, χαμογελούσε. Με είδε παγωμένο να τον κοιτάζω ψάχνοντας να βρω έστω και μια ατέλεια.
«Κάνεις σαν να είδες φάντασμα…», η φωνή του είχε εκείνη την ίδια, γνώριμη ειρωνεία, μα πίσω της υπήρχε κάτι… βαρύτερο.

Ένα δευτερόλεπτο αμηχανίας πέρασε πριν μιλήσω.
«Πώς; Είσαι νεκρός… Ποιος είμαι;». Ήθελα να τεστάρω πόσο πιστό ήταν όντως το αντίγραφο. Πόσο καλή δουλειά είχε γίνει.

Τα μάτια του συρρικνώθηκαν με κοίταξε με ένα πονηρό βλέμμα σαν να με σκάναρε.
«Καταλαβαίνω τις αμφιβολίες σου, φίλε μου. Αλλά θα σου αποδείξω αυτό που θες. Θυμάσαι την εκδρομή του Οκτωβρίου; Έκανες τίποτα τελικά με την Μαιρούλα; Πολύ αμφιβάλλω»
Χαμογέλασε πλατιά, το στόμα του άνοιξε λίγο περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε, λες και το χαμόγελο είχε σχεδιαστεί πρόχειρα. «Ξέρω επίσης… Πως στα Γιάννενα ονειρεύτηκες την Μαιρούλα, σαν deepfake. Ξέρω πως μέσα σου ακόμα ελπίζεις πως μπορώ να το κάνω… Και να είσαι σίγουρος πως μπορώ»
«Πώς; Πώς το ξέρεις αυτό; Πώς γίνεται;» Ο ιδρώτας μου πάγωνε στον αυχένα. Ένιωθα το πρόσωπό μου να καίει. «Πώς… το ξέρεις αυτό;» ψέλλισα ξανά, η φωνή μου έβγαινε κομμένη. Ο Δημήτρης έκανε την κίνηση με τον αγκώνα όπως τότε στην εκδρομή σαν να ήθελε να πει κάτι σκανδαλιάρικο.
«Αυτό θα είναι το μικρό μου μυστικό… Ξέρω πολλά για σένα, για όλους»

Έκανα ένα βήμα μπροστά. «Είναι κόλπο. Ό,τι και αν είσαι, δεν είσαι ο Δημήτρης. Ποτέ δεν θα είσαι…»
«Είσαι σίγουρος; Μήπως θα είναι καλύτερο για σένα όταν θα με δεις με πραγματικό σώμα; Κάνε υπομονή. Οι γονείς μου πλήρωσαν αδρά την εταιρεία για το καινούργιο project: ένα κανονικό σώμα με το deepfake μου για πρόσωπο. Στην μητέρα μου δεν επαρκούσε να μιλάει με ένα κάδρο — ήθελε να μπορεί να με αγγίξει κιόλας»

Δεν μπορούσαν να βγουν λόγια από το στόμα μου. Για μια στιγμή πίστεψα πως εγώ ήμουν το άψυχο κάδρο που πίστευα να βρω και εκείνος ο ζωντανός.
Οπότε συνέχισε με το ίδιο συνωμοτικό ύφος:
«Όπως εσένα δεν σου αρκεί η κανονική Μαιρούλα και προτιμάς το deepfake της, έτσι δεν είναι φίλε; Δεν είναι καλύτερα έτσι τα πράγματα;»
«Πρέπει… Πρέπει να φύγω»

Με μια κίνηση άνοιξα την πόρτα δίχως να κοιτάξω πίσω και άρχισα να τρέχω όσο πιο γρήγορα μπορούσα. Από πίσω μου ακούστηκε: «Θα σε περιμένω να πάμε βόλτα με τη μηχανή… Ξέρω πως θα έρθεις να με δεις…»

Προσπέρασα τον Γρηγόρη στο κάτω πάτωμα σαν τρελός, αλλά είδα το φευγαλέο βλέμμα κατανόησης στα μάτια του πριν τον αφήσω πίσω μου. Όταν έφτασα αλαφιασμένος στο σπίτι, δεν απάντησα στις ερωτήσεις της μητέρας μου. Απλά έτρεξα και κλειδώθηκα στο δωμάτιό μου.

Στο κινητό μου ήρθε ένα μήνυμα. Ήταν από εκείνον: «Ένα δώρο για σένα από μένα. Γιατί η φαντασίωση μπορεί να γίνει πραγματικότητα.» Στο μήνυμα ήταν ένα deepfake της Μαιρούλας, όπως ακριβώς το φανταζόμουν τότε στο όνειρό μου, μόνο που τώρα συνέβαινε πραγματικά…

***
Ξόδεψα τις τελευταίες βδομάδες προσπαθώντας να επουλώσω ό,τι είχε απομείνει από μένα. Κλεισμένος σε ένα σπίτι με κλειστά τα παντζούρια και την τηλεόραση να ψιθυρίζει, σκεπτόμουν ξανά και ξανά τις πράξεις μου, τις επιθυμίες μου που είχαν φύγει εκτός ελέγχου.

«Σε άλλα νέα, αρχίζει αύριο η δικαστική διαμάχη μεταξύ των αρχών της πολιτείας και της εταιρείας Ethereal Presence σχετικά με το πρόγραμμα της Αιώνιο Άγγιγμα. Πρόγραμμα το οποίο έχει ήδη φύγει εκτός ελέγχου, λόγω της δημοτικότητάς του στο ευρύ κοινό. Το πρόγραμμα αυτό δίνει την δυνατότητα μέσω της τεχνολογίας, να γίνει επαναφορά κάποιου αποθανόντος τόσο σωματικά, όσο και ψυχικά. Οι αρχές κάνουν λόγο για ανεξέλεγκτη εξάπλωση, κοινωνικό χάος και ανεξήγητες υλικές ζημιές από τα ίδια τα προϊόντα του προγράμματος»
Η φωνή του εκφωνητή, αν και μονότονη, έκρυβε μια ανεπαίσθητη ανατριχίλα.
Και ποιος μπορούσε να τον κατηγορήσει; Η κατάσταση είχε ξεφύγει για τα καλά. Δεν υπήρχε γειτονιά που να μην έβρισκες και από κάποιον ‘αναστημένο’.

Πρώτα ήταν ο Δημήτρης. Μετά η Κατερίνα. Ύστερα ο κυρ-Λάζαρος. Και πάει λέγοντας.

Έσβησα την τηλεόραση και πήγα στο γραφείο.
Το κινητό δεν είχε σταματήσει να χτυπά. Στην άσπρη οθόνη έγραφε: Δημήτρης — κολλητός φίλος.
Δεν απάντησα, κοίταξα το άδειο γραφείο, πήρα ένα χαρτάκι και έγραψα: Όταν πεθάνω, σας παρακαλώ, μην με επαναφέρετε.

Το άφησα εκεί πάνω, δίπλα στο ποτήρι με το μισοτελειωμένο νερό. Οι γονείς μου σίγουρα κάποια στιγμή θα το έβρισκαν. Ελπίζω, στ’ αλήθεια, να σεβαστούν την επιθυμία μου και να μην μετανοήσουν, όπως έκαναν όλοι που είχαν βαφτίσει την οικογένεια του Δημήτρη φρενοβλαβή… Και τώρα είχαν μπει κι αυτοί στον ίδιο χορό. Ελπίζω… πραγματικά ελπίζω… Μα ποτέ δεν μπορείς να είσαι πραγματικά σίγουρος.

Γιώργος Ούρδας

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading