Συχνά κάνουμε λόγο για κατάθλιψη, κρίσεις πανικού, και αγχώδεις διαταραχές, αλλά δε δίνεται αρκετή έμφαση στην Διαταραχή του Μετατραυματικού Στρες, η οποία είναι μία αρκετά σοβαρή αγχώδης διαταραχή που επηρεάζει έντονα την ποιότητα ζωής των ατόμων που την βιώνουν. Πιο συγκεκριμένα, η διαταραχή Μετατραυματικού Στρες (Post-Traumatic Stress Disorder – PTSD), είναι μια αγχώδης διαταραχή που αναπτύσσεται ύστερα από την έκθεση ενός ατόμου σε ένα έντονα τραυματικό γεγονός. Το άτομο αδυνατεί να προσαρμοστεί φυσιολογικά σε στρεσογόνες καταστάσεις ή ερεθίσματα που του θυμίζουν το τραύμα, βιώνοντας έντονο άγχος, φόβο και ανασφάλεια. Δεν πρόκειται απλώς για μια φυσιολογική αντίδραση στο στρες, αλλά για μια επίμονη κατάσταση που επηρεάζει σοβαρά τη σκέψη, τα συναισθήματα και τη συμπεριφορά του ατόμου.
Συχνά, άτομα που έχουν υποστεί σωματική ή λεκτική κακοποίηση, αναπτύσσουν την πεποίθηση ότι ο κόσμος είναι ένα επικίνδυνο και εχθρικό μέρος. Ο φόβος αυτός μπορεί να οδηγήσει σε υπερεπαγρύπνηση, ευερεθιστότητα και υπερβολικές αντιδράσεις σε μικρά ερεθίσματα. Πολλές φορές παρερμηνεύουν τα λόγια ή τις πράξεις των άλλων, θεωρώντας πως απειλούνται, και έτσι οδηγούνται σε αδικαιολόγητα ξεσπάσματα θυμού ή απόσυρση. Αντίστοιχα, άτομα που έχουν βιώσει ξαφνική απώλεια αγαπημένου προσώπου μπορεί να κυριεύονται από εμμονικές σκέψεις γύρω από τον θάνατο. Ακόμη και μια απλή αδιαθεσία ή μια καθυστέρηση επικοινωνίας μπορεί να προκαλέσει έντονο πανικό και καταστροφολογικές σκέψεις.
Επιζώντες φυσικών καταστροφών ή σοβαρών ατυχημάτων παρουσιάζουν συχνά υπερβολικές αντιδράσεις σε δυνατούς ήχους ή ξαφνικά ερεθίσματα, καθώς και δυσκολία συγκέντρωσης και διαρκές αίσθημα ανησυχίας. Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά συμπτώματα της PTSD είναι η αναβίωση του τραυματικού γεγονότος μέσω έντονων αναμνήσεων, σκέψεων ή εφιαλτών. Ο ύπνος των ατόμων αυτών είναι ανήσυχος, ενώ πολλές φορές δυσκολεύονται να κοιμηθούν, καθώς το μυαλό τους κατακλύζεται από φόβους και σκέψεις που σχετίζονται με το τραύμα.
Τα άτομα με διαταραχή μετατραυματικού στρες, συχνά αποφεύγουν μέρη, ανθρώπους ή δραστηριότητες που τους θυμίζουν το γεγονός. Αυτή η αποφυγή μπορεί να οδηγήσει σε κοινωνική απομόνωση και αποξένωση ακόμη και από τα πιο κοντινά τους πρόσωπα. Νιώθουν ότι κανείς δεν τα καταλαβαίνει, βιώνουν έντονη μοναξιά και μια βαθιά αίσθηση κενού. Σε πιο σοβαρές περιπτώσεις, η απόγνωση και η απώλεια νοήματος μπορεί να οδηγήσουν σε αυτοκtοvιkeς σκέψεις.
Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι δεν αναπτύσσουν όλοι PTSD μετά από ένα τραυματικό γεγονός. Οι αντιδράσεις διαφέρουν ανάλογα με ατομικούς παράγοντες, όπως η ψυχική ανθεκτικότητα, η υποστήριξη από το περιβάλλον, τα παιδικά βιώματα και οι βιολογικές διεργασίες του εγκεφάλου. Ένα ισχυρό κοινωνικό δίκτυο και η αίσθηση ασφάλειας μπορούν να λειτουργήσουν προστατευτικά απέναντι στην εμφάνιση της διαταραχής.
Η αντιμετώπιση της PTSD απαιτεί μία πολυδιάστατη προσέγγιση. Η ψυχοθεραπεία, ιδίως η γνωσιακή-συμπεριφορική θεραπεία , έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική. Σε ορισμένες περιπτώσεις, συνιστάται και φαρμακευτική αγωγή για τη ρύθμιση του άγχους και της διάθεσης. Εξίσου σημαντική είναι η κατανόηση και η στήριξη από το οικογενειακό και κοινωνικό περιβάλλον, ώστε το άτομο να μη νιώθει μόνο και παρεξηγημένο.
Η διαταραχή μετατραυματικού στρες δεν αποτελεί ένδειξη αδυναμίας, αλλά φυσιολογική αντίδραση σε ένα αφύσικα οδυνηρό γεγονός. Με την κατάλληλη θεραπεία, υποστήριξη και ενημέρωση της κοινωνίας, τα άτομα που πάσχουν από PTSD μπορούν να επανακτήσουν την ισορροπία και την ποιότητα ζωής τους.
Ιωάννα Χαντζαρά
