Η ζωή που τους ανήκε

«Συγγνώμη, Μαντμαζέλ… Σας γνωρίζω;», ακούστηκε μία διστακτική φωνή δίπλα της και η Ζαν γύρισε ξαφνιασμένη. Ο νεαρός άνδρας την κοιτούσε με μάτια διάπλατα ανοιχτά, φανερά σαστισμένος. Ξαφνικά ήρθε και κόλλησε σχεδόν το πρόσωπό του στο δικό της, κοιτώντας την εξεταστικά. Η μυρωδιά του καπνού, αναμειγμένη με ακριβή ανδρική κολώνια την τύλιξε.
«Δεν είναι δυνατόν!», ψέλλισε στα ελληνικά και τα μάτια του στρογγύλεψαν ακόμη περισσότερο.
«Γιάννη;», είπε πιο δυνατά και η Ζαν, που ήταν εξίσου έκπληκτη, πισωπάτησε και προσπάθησε να του γυρίσει την πλάτη. Ο νεαρός όμως άντρας την άρπαξε από τα μπράτσα δυνατά και κοίταζε μια το πρόσωπό της, μια το κορμί της. Η Ζαν φορούσε ένα στενό κόκκινο φόρεμα που διέγραφε τις καμπύλες της, ένα μαύρο κοντό καρέ σακάκι και ένα ασορτί κόκκινο καπελάκι πάνω στα κοντοκουρεμένα μυρωδάτα μαλλιά της.

«Εεε! Τι κάνεις; Άφησέ τη!», τον πρόσταξε στα γαλλικά μια μικρόσωμη κοπέλα που συνόδευε τη Ζαν και άρχισε να τον λούζει με βρισιές. Μα ο νεαρός άντρας δεν μπορούσε να ξεκολλήσει το βλέμμα του από την κοπέλα. Η Ζαν, σα να ξύπνησε ξαφνικά, τινάχτηκε και τον έσπρωξε φωνάζοντας του δυνατά στα γαλλικά, «Άφησέ με!» ξανά και ξανά. Αυτό έδωσε το έναυσμα σ’ ένα γεροδεμένο νέο με μπλε σακάκι να επέμβει και να τον χτυπήσει δυνατά στα πλευρά κόβοντάς του την ανάσα και αναγκάζοντας τον να χαλαρώσει τη λαβή του.

«Λουί, όχι!», ούρλιαξε η Ζαν έντρομη και μπήκε στη μέση «Πάμε, πάμε! Ας τον!», πρόσταξε τον νέο και αρπάζοντας το μπράτσο του τον τράβηξε πέρα, ενώ ταυτόχρονα ζήταγε άηχα βοήθεια από την άλλη κοπέλα που επίσης τράβηξε τον Λουί. Είχαν απομακρυνθεί μερικά μέτρα, όταν η Ζαν γύρισε και κοίταξε τον νεαρό καλοντυμένο άντρα που τους κοιτούσε μαρμαρωμένος με μια έκφραση πόνου. Η Ζαν έδωσε στα γαλλικά εντολή στην Λιζέτ να απομακρύνει τον Λουί και ξάφνου γύρισε κι έτρεξε κατά το μέρος του νεαρού άντρα σαστίζοντάς τους.

«Συγγνώμη, Μίλτο…», τραύλισε στα ελληνικά. «Θα… Θα στα εξηγήσω… όλα», είπε κομπιάζοντας κι έκανε να φύγει, αλλά συνειδητοποιώντας ότι δεν είχε ολοκληρώσει, γύρισε και του είπε μαλακά: «Αύριο στις 12 στο cafe de Flore. Μόνος. Κατάλαβες; Μόνος! Κουβέντα στον Παύλο!» του επισήμανε με αυστηρό ύφος και άρχισε να τρέχει γοητευτικά θηλυκά, παρόλο που το στενό φόρεμα της την εμπόδιζε, προς τους άλλους, πάνω στις κομψές γόβες της, αφήνοντάς τον άναυδο.

Ο Μίλτος είχε φτάσει ένα τέταρτο νωρίτερα στο καφέ και είχε καθίσει σ’ ένα από τα εξωτερικά τραπεζάκια κοιτώντας ανυπόμονος γύρω του. Η μυρωδιά του καφέ, αναμειγμένη με τα δυνατά αρώματα που φορούσαν οι θαμώνες του καφέ, του έφερναν ακόμη μεγαλύτερη υπερδιέγερση και εκνευρισμό. Ενάμιση χρόνο τώρα το μυστήριο της εξαφάνισης του Γιάννη από το τρένο, του μικρού προστατευόμενου του φίλου του και συμφοιτητή του Παύλου, τους είχε γίνει εμμονή.

Η ώρα περνούσε και η κοπέλα που έμοιαζε στον Γιάννη δεν έλεγε να φανεί. Έτριψε πάλι με δύναμη τη βάση της μύτης του και το μέτωπό του. Το κεφάλι του κόντευε να σπάσει από χθες. Η σκηνή της συνάντησης του με ‘κείνη την κοπέλα έπαιζε σε λούπα στο κεφάλι του. Πρέπει να το ονειρεύτηκε… Πραγματικά, για λίγο, είχε νομίσει ότι ήθελε τόσο να τον βρουν, που νόμισε ότι εκείνη η όμορφη κοπέλα ήταν αυτός. Ήταν απίστευτη η ομοιότητα! Είχε ακόμη και εκείνη τη μικρή ελιά στο πλάι του δεξιού της ματιού. Μα το χυμώδες, σαν κλεψύδρα κορμί της, το πλούσιο στήθος της που πάλλονταν καθώς βαριανάσαινε, οι όμορφες γάμπες της καθώς έτρεχε, δεν μπορούσαν να ανήκουν σε άντρα. Αποκλείεται να έπεφτε τόσο έξω. Πώς μπερδεύτηκε έτσι; Και για λίγο το είχε πιστέψει ότι έκανε λάθος… Μόνο που η κοπέλα γύρισε και του μίλησε. Κι όχι μόνο του μίλησε στα ελληνικά, μα τον αποκάλεσε με τ’ όνομά του! Είχε ο Γιάννης δίδυμη αδελφή; Δεν άντεξε, το είπε στον Παύλο και η αντίδρασή του τον παραξένεψε. Για λίγο του πέρασε η ιδέα ότι το γνώριζε. Όλη νύχτα και όλο το πρωί συζητούσαν με τον Παύλο για αυτήν την περίεργη συνάντηση. Δυσκολεύτηκε πάρα πολύ να τον πείσει ότι όλο αυτό δεν ήταν στο μυαλό του ή κάποιου είδους πλάκας. Εκείνο που τον παρεξένεψε περισσότερο ήταν η επιμονή του Παύλου να μην πάει στο ραντεβού. Κοίταξε πάλι κατά τον δρόμο τις γυναίκες και τους άντρες που περνούσαν βιαστικοί στον απέναντι δρόμο. Η ματιά του καρφώθηκε σ’ ένα νεαρό άντρα που φορούσε ένα καλοραμμένο τουίντ κοστούμι και μια τραγιάσκα κατεβασμένη χαμηλά ώστε να καλύπτει το πρόσωπό του. Χαμογέλασε καθώς τον είδε να κουνά, φανερά εκνευρισμένος, το πόδι του μισοκρυμμένος πίσω από ένα δέντρο στο απέναντι πεζοδρόμιο. Δεν ήταν ανόητος, ήξερε ότι ήταν ο Παύλος.

Ο Παύλος δεν άντεχε άλλο να στέκεται και να παρακολουθεί τον κόσμο που περνούσε προσπαθώντας να τη βρει… Από εχθές που του μίλησε ο Μίλτος για την παράξενη ομοιότητα της κοπέλας με τον Γιάννη, η καρδιά του κόντευε να εκραγεί. Αυτή πρέπει να ήταν! Απίστευτη συγκυρία! Ενάμιση χρόνο τώρα προσπαθούσε να ξετυλίξει ένα κουβάρι δίχως αρχή και τέλος. Και μέσα σε λίγες μέρες το κουβάρι ξετυλίχθηκε μόνο του…

Είχε έρθει στο Παρίσι κατόπιν απαίτησης του πατέρα του, ως μία ευκαιρία να συναντηθούν. Είχε προετοιμαστεί για την κατσάδα που θα άκουγε, που αψήφισε τις εντολές του να μην ασχοληθεί άλλο με την εξαφάνιση του Γιάννη. Για το μόνο που δεν είχε προετοιμαστεί, ήταν για αυτά που του είπε ο πατέρας του. Ο Γιάννης, ο Γιάννης που τον είχε σαν μικρό αδερφό του, ήταν στην πραγματικότητα κορίτσι. Όχι ένα απλό κορίτσι, αλλά η κόρη του πολιτικού αντιπάλου του πατέρα του και πρώην συμπολεμιστή του στο μέτωπο, που του είχε σώσει τη ζωή και που τώρα βρισκόταν εξορία. Κανείς δεν έπρεπε να μάθει ότι η Ιωάννα Βηλαρά, που την έψαχνε όλη η αστυνομία στην Ελλάδα επί τρία χρόνια, έμενε ως Ιωάννης Καλπούζος στο σπιτάκι του κηπουρού, του υπουργού, ιδίως ο Μίλτος. Και ακόμη περισσότερο ότι, χάρις τον πατέρα του, κατάφερε να πάρει την “υποτροφία” και την άδεια εξόδου από την χώρα. Ήδη είχαν ρισκάρει πολλά με το να την “κρύψουν” τόσο καιρό και ακόμη περισσότερα, όταν ο πατέρας του αποφάσισε ότι θα ήταν καλύτερα να ταξίδευε μαζί του ως το Παρίσι.

Η σκέψη του έτρεξε στην ημέρα που έφευγαν για Μασσαλία από τον Πειραιά με το ατμόπλοιο. Στην προβλήτα βρισκόταν σύσσωμη η οικογένειά του, τον αγκάλιαζαν, τον φιλούσαν, ακόμη και ο αυστηρός και δύστροπος πατέρας του. Πιο δίπλα ο Γιάννης… Γιάννα, μάλωσε τον εαυτό του, στεκόταν μόνος και τους κοιτούσε. Ήταν κατάχλωμος και φανερά αγχωμένος, ενώ το κορμί του τρεμούλιαζε πού και πού. Τα μάτια του κοιτούσαν ανήσυχα γύρω τους και κόμποι ιδρώτα στραφτάλιζαν στο μέτωπό του, καθώς προχωρούσαν στη γραμμή για να σφραγίσουν τα διαβατήριά τους και να επιδείξουν τις άδειες εξόδου από τη Χώρα, ο Παύλος του πήρε το διαβατήριο από τα τρεμάμενα ιδρωμένα χέρια του και το έδωσε αυτός. Ο υπάλληλος τους κοίταξε καχύποπτος και έκανε νόημα στον αστυνομικό που καθόταν όρθιος δίπλα του. Εκείνος τους χαμογέλασε υποτακτικά και κάτι έγειρε και ψιθύρισε στο αυτί του υπαλλήλου, χτυπώντας με το δάχτυλό του το διαβατήριο του στο σημείο που ήταν γραμμένο το επώνυμό του, έπειτα του έκανε νόημα με τα μάτια προς τα εκεί που καθόταν οι συγγενείς. Ο Παύλος ακολούθησε το βλέμμα του. Η παρουσία του πασίγνωστου υπουργού της κυβέρνησης, και πατέρα του, ήταν αρκετή για να μπουν βιαστικά οι σφραγίδες στα διαβατήρια και να τους ευχηθούν μ’ ένα δουλοπρεπές χαμόγελο: “Καλό ταξίδι”. Ακόμη θυμάται το βλέμμα του Γιάννη καθώς έσφιγγε την κουπαστή την ώρα που το καράβι απομακρυνόταν από το λιμάνι αφήνοντας τολύπες μαύρου βρωμερού καπνού.

«Δεν πιστεύω να φοβάσαι;» τον ρώτησε με πειρακτικό τόνο ο Παύλος, μα εκείνος δεν αποκρίθηκε.
«Δεν είπαμε, μικρέ, ότι δε χρειάζεται να φοβάσαι; Θα είμαι δίπλα σου και δε θ’ αφήσω κανέναν να σε πειράξει!» τον διαβεβαίωσε ακόμη μια φορά. «Άλλωστε το υποσχέθηκα και στον θείο σου! Θα σε προσέχω εγώ!».

Μόνο που αυτήν του την υπόσχεση, ο Παύλος, δεν κατάφερε να την κρατήσει. Επί ενάμιση χρόνο αυτή η σκέψη τον βασάνιζε. Οι ενοχές τον κατέτρωγαν, σαν τον αετό που τσιμπολογούσε τα σπλάχνα του Προμηθέα. Αθέτησε την υπόσχεσή του και φάνηκε ανάξιος της εμπιστοσύνης του πατέρα του και του κυρ Χρήστου, του κηπουρού τους. Πώς θα τον αντίκριζε ξανά; Τι θα του έλεγε; Ότι από τη διαδρομή από Μασσαλία προς Παρίσι έχασε τον πολυαγαπημένο του ανιψιό; Πώς τον έχασε; Τι έπαθε; Κινδύνευε; Ζούσε; Τα ερωτήματα τον έκαιγαν.

Ακόμη περισσότερο φάνηκε ανάξιος στα μάτια του μικρού αυτού παιδιού που τον εμπιστεύτηκε. Πώς θα μπορούσε να τον εγκαταλείψει; Δεν είχε κανέναν άλλο σ’ εκείνον τον ξένο τόπο. Ενάμιση χρόνο τώρα προσπαθούσαν να λύσουν αυτό το μυστήριο μαζί με τον καλύτερο του φίλο, τον Μίλτο. Κανείς δεν τον είδε να κατεβαίνει. Τι συνέβη μέσα σ’ αυτό το τέταρτο προτού φτάσει το τρένο στο Παρίσι;

Ο Παύλος προσπάθησε με όποιον τρόπο είχε να βρει μια άκρη. Απευθύνθηκε στην πρεσβεία, την αστυνομία και σε όσους γνωστούς του πατέρα του κατάφερε να βρει, χωρίς αποτέλεσμα, μα δεν μπορούσε να παραμείνει για πολύ στο Παρίσι, καθώς έπρεπε να παρουσιαστεί στο πανεπιστήμιο στο Λονδίνο. Παρόλα αυτά καλοπλήρωσε ένα ντετέκτιβ και πεταγόταν, μαζί με τον Μίλτο, όσο πιο συχνά μπορούσε, για να συνεχίσει να τον ψάχνει… Μέχρι τώρα δεν είχε κανένα στοιχείο και τώρα έμαθε πως ο Γιάννης, ήταν Γιάννα και όχι μόνο αυτό αλλά κινδύνευαν όλοι εάν μαθευόταν η αλήθεια. Οι τύψεις και η έγνοια έγιναν οργή για όλα αυτά τα ψέματα από όλους αυτούς τους ανθρώπους που εμπιστευόταν με κλειστά μάτια τόσα χρόνια. Και να που τώρα μετά από τόσο καιρό που δεν είχε κανένα ίχνος, εμφανίστηκε αυτή η κοπέλα που του μοιάζει, σύμφωνα με τον Μίλτο, και που μιλά ελληνικά… Αν είναι ο Γιάννης, Γιάννα ξαναδιόρθωσε τον εαυτό του για πολλοστή φορά, έπρεπε να τη βρει, προτού μιλήσει στον Μίλτο και τους θέσει όλους σε κίνδυνο… Έπρεπε να μάθει τι είχε σκοπό να πει στον Μίλτο και να την προειδοποιήσει να μην εμπλέξει τον πατέρα του.

Μα πού είναι; Αναρωτήθηκε κοιτώντας ανυπόμονος το ρολόι τσέπης του κι έσβησε το τσιγάρο του με το πόδι του. Έχουν ήδη περάσει σαράντα λεπτά από τις δώδεκα! Ξεφύσηξε εκνευρισμένος και πήρε να περπατά κυκλικά γύρω από το δέντρο με τον παχύ κορμό, τον γεμάτο ερωτικές χαράξεις, παρακολουθώντας τον κόσμο και κατά το καφέ όπου ο περίμενε ο επίσης φανερά συγχυσμένος Μίλτος. Ο Παύλος τον κοίταξε καχύποπτα. Γιατί δε θέλησε να συναντήσει αυτόν, αλλά ζήτησε από τον Μίλτο να είναι μόνος;

Η Ζαν κοίταξε ακόμη μία φορά το ρολόι πάνω από την πόρτα στο μαγαζί με τα αρώματα. Έπειτα το βλέμμα της πέρασε απέναντι τον δρόμο ως το μικρό τραπεζάκι όπου καθόταν ο Μίλτος και την περίμενε. Τόση ώρα παραμόνευε και δεν είδε τον Παύλο πουθενά, ούτε τον Μίλτο να προδίδει ότι και κάποιος άλλος γνωστός του είναι εκεί. Για πόσο ακόμη να την περιμένει, αναρωτήθηκε. Μέσα της βαθιά ήλπιζε απλά να τα παράταγε και να έφευγε. Πόσο μετάνιωσε που γύρισε, που του μίλησε ελληνικά, που προδόθηκε μόνη της! Δάγκωσε δυνατά ένα μικρό πετσάκι από τα νύχια της, που τα είχε ήδη φάει ως τη ρίζα και το τράβηξε με αποτέλεσμα να ανοίξει πληγή. Παρόλο που προσπαθούσε τόσον καιρό να προετοιμαστεί ψυχολογικά για μια τέτοια συνάντηση, της φαινόταν σαν να έπρεπε να επιτελέσει τον πιο αδύνατο άθλο. Να τους αντιμετωπίσει… Να αντιμετωπίσει την οργή τους και κυρίως την απογοήτευσή τους… Είχε προετοιμάσει ένα αληθοφανές ψέμα, αλλά θα το πίστευαν; Ακόμη κι έτσι όμως θα γίνονταν έξαλλοι που τους κρυβόταν τόσο καιρό! Κυρίως ο Παύλος.

Αχ ο Παύλος… Πόσο θα ήθελε να τον ξαναδεί, να την αγκαλιάσει από τους ώμους όπως τότε στο καράβι και να της πει με εκείνη τη μαλακή βραχνή φωνή “Μη φοβάσαι…”. Φοβόταν, φοβόταν τι θα έλεγε αν μάθαινε για αυτήν. Σίγουρα θα τα έλεγε όλα στον πατέρα του… Κι εκείνος θα απέλυε τον κακόμοιρο τον θείο Χρήστο. Θα τον απέλυε μόνο ή θα τον φυλάκιζαν; Όπως τους γονείς της; Ή ακόμη χειρότερα, θα τον σκότωναν, αν μάθαιναν ότι επί τρία χρόνια έκρυβε την κόρη μεγαλοστελέχους του ΕΛΑΣ στο μικρό σπιτάκι του κήπου του βουλευτή της δεξιάς στην Κηφισιά;

Και η Γιάννα τα κατάφερε, επί τρία χρόνια παρίστανε το αγόρι, τα τρία πιο τρομακτικά και ταυτόχρονα εκπληκτικά χρόνια που βίωσε ως τότε. Η απόλυτη ελευθερία του να είναι αγόρι, να μπορεί να κάνει ότι θέλει χωρίς περιορισμούς, με άπειρες δυνατότητες και ταυτόχρονα η απόλυτη καταπίεση ώστε να μην προδοθεί. Όσες διαβεβαιώσεις, ότι δεν πρόκειται να πάθει τίποτα και αν της είχε δώσει ο θείος Χρήστος, εκείνη δεν ήθελε, και δεν μπορούσε, να γίνει αιτία να χαθεί ο άνθρωπος αυτός που την προστάτεψε και την μεγάλωσε και κατάφερε να τη στείλει με ασφάλεια στο Παρίσι. Και ποιος ήταν ο πιο ασφαλής τρόπος να φύγει, από το να καταφέρει να πάρει υποτροφία για το πανεπιστήμιο και να τη συνοδεύσει ο γιος του βουλευτή της κυβέρνησης που θα πήγαινε για σπουδές στην Αγγλία; Γι’αυτό δούλεψε σκληρά ώστε να πετύχει την υποτροφία στο ιδιωτικό λύκειο αρρένων όπου την είχε βάλει ο βουλευτής, ως χάρη προς τον θείο της. Και αυτοί τον κορόιδευαν… Ω πόσο ντρεπόταν…

Πόσο ντρεπόταν! Ο άνθρωπος αυτός τους είχε βοηθήσει τόσο εν αγνοία του κι εκείνοι όχι μόνο είχαν εκμεταλλευτεί τη γενναιοδωρία του, αλλά τον είχαν θέσει σε μεγάλο κίνδυνο. Όλους τους είχαν θέσει σε μεγάλο κίνδυνο. Ιδίως τον Παύλο. Κι ο Παύλος της είχε φερθεί τόσο καλά… Παρόλο που την περνούσε κατά τρία χρόνια, ήταν πάντα πρόθυμος να τη βοηθήσει, όταν δεν καταλάβαινε κάτι στα μαθήματά της ή να την προστατέψει από τους νταήδες και τους ψηλομύτιδες που της κολλούσαν κάθε φορά που τολμούσε να ξεμυτίσει από το σπίτι για να πάει στο σχολείο. Οι μέρες που ταξίδευε μαζί του, που τον ένιωθε να κοιμάται και να ζει στη διπλανή καμπίνα, ήταν από τις πιο γλυκόπικρες. Τόσο κοντά και τόσο μακριά… Και όταν έφτασαν πια στη Γαλλία και πήραν το τρένο για Παρίσι, εκείνη δεν είχε κουράγιο να του τα πει όλα, όπως την είχε ορκίσει να κάνει ο θείος της. Μόνο λίγο πριν φτάσουν στο Παρίσι χώθηκε στην τουαλέτα ως Γιάννης και βγήκε ως Γιάννα, Ζαν πια… Κατέβηκε στον σταθμό πέρασε σχεδόν δίπλα του και εκείνος δεν την κατάλαβε γιατί έψαχνε έντρομος τον “Γιάννη” που είχε εξαφανιστεί… Τα μάτια του, τα μάτια του τα γεμάτα τρόμο και ανησυχία ακόμη τη στοίχειωναν καθώς και οι κραυγές του που φώναζαν το όνομα της. Το όνομα του Γιάννη, διόρθωσε τον εαυτό της. Μα Γιάννης δεν υπήρχε, υπήρχε μόνο η μικρή ανόητη και ερωτευμένη Γιάννα, που η καρδιά της έσπασε εκείνη την ημέρα.

Πώς θα μπορούσε να του πει την αλήθεια; Μόνο που εκείνος δε σταμάτησε να τη ψάχνει… Το ήξερε καλά ότι είχε προσλάβει ντετέκτιβ, μα οι ομοϊδεάτες των γονιών της, που τόσο την είχαν βοηθήσει να βγάλει τα χαρτιά της και να γραφτεί στο πανεπιστήμιο, ακόμη και να βρει δουλειά σ’ αυτό το μαγαζί με αρώματα, την προστάτευαν. Αυτό έπρεπε να τελειώνει εδώ, αρκετά! Έπρεπε, να ζητήσει τη βοήθεια του Μίλτου, ως τον μόνο που θα μπορούσε να πείσει τον Παύλο να τα παρατήσει… σκεφτόταν καθώς άνοιγε την πόρτα και βιαστική έφτασε ως τον δρόμο για να περάσει απέναντι. Ξάφνου κάποιος την άρπαξε από το μπράτσο δυνατά κάνοντάς τη να ουρλιάξει από τον πόνο και με μια απότομη κίνηση την έστρεψε κατά το μέρος του. Ο Παύλος την κοιτούσε με μάτια διάπλατα ανοιχτά, ενώ το στόμα του ήταν σφιγμένο σε μία γραμμή.
«Παύλο…» ψέλλισε έντρομη η Ζαν και η ανάσα της κόπηκε.
Η λαβή του χαλάρωσε και το στόμα του μισάνοιξε σαν να ήθελε κάτι να πει καθώς έγερνε από πάνω της και τότε αυτή, χωρίς να το σκεφτεί, πισωπάτησε μερικά βήματα. Ήχος από αμάξι που φρενάρει ακούστηκε και ο καθρέφτης ενός μαύρου Φορντ τη χτύπησε στα πλευρά και μπλέχτηκε στη ζώνη της με αποτέλεσμα να την παρασύρει…

Η Ζαν ξεντύθηκε με απαλές κινήσεις, προσπαθώντας να μην πονέσει περισσότερο και νωχελικά χώθηκε μέσα στο χλιαρό νερό της μπανιέρας. Ανάσανε βαθιά κι έπειτα βούτηξε το κεφάλι της μέσα στο νερό. Μακάρι το νερό να μπορούσε να ξεπλύνει την ντροπή που ένιωθε. Ήθελε να σβήσει αυτήν τη μέρα. Αυτόν τον ενάμιση χρόνο… Αυτά τα τρία χρόνια… Ένιωσε να πνίγεται. Έβγαλε το κεφάλι της από το νερό απότομα και ρούφηξε λαίμαργα τον αέρα. Τα δάκρυά της ενώθηκαν με τις σταγόνες του νερού. Τα δάκρυά του έσταζαν καυτά στο πρόσωπό της καθώς την παρακαλούσε ν’ ανοίξει τα μάτια της. Έκλαιγε για αυτήν, για αυτήν; Για τον Γιάννη; Νοιαζόταν… Την πήρε αγκαλιά για να την πάει στο νοσοκομείο, την πήρε αγκαλιά ακόμη και για να την ανεβάσει ως τον τελευταίο όροφο, τη σοφίτα όπου έμενε μαζί με τη Λιζέτ. Και όλη αυτήν την ώρα δε ρώτησε τίποτα άλλο πέρα από το αν είναι καλά, αν πονά… Δεν επέτρεψε ούτε στον Μίλτο να τη ρωτήσει οτιδήποτε. Η μόνη του έγνοια ήταν να τηρήσει τις οδηγίες του γιατρού. Η μόνη της έγνοια ήταν να εξαφανιστεί! Να μπορούσε να εξαφανιστεί! Ένιωσε το κορμί της να τρεμουλιάζει και το στόμα της άρχισε να συσπάται ανεξέλεγκτο σα να είχε ρίγη. Ξάφνου ένιωθε το νερό παγωμένο και σε μία προσπάθεια να σταματήσει το τρέμουλο προσπάθησε ν’ ανοίξει τη βρύση και να προσθέσει ζεστό νερό.

«Μην ανησυχείς Λιζέτ, θα μείνω εγώ μαζί της ώσπου να ‘ρθεις… Για την περίπτωση που λιποθυμήσει ή κάτι χρειαστεί» τη διαβεβαίωσε μαλακά ο Παύλος. Η Λιζετ κοίταξε ακόμη μια φορά τους δύο καλοντυμένους νεαρούς άντρες εξεταστικά και γεμάτη αμφιβολία.
«Δεν ξέρω κατά πόσο…» προσπάθησε να φέρει αντιρρήσεις.
«Το φαρμακείο θα κλείσει σε λίγο και ο γιατρός ήταν ξεκάθαρος ότι πρέπει να πάρει αντιβίωση!» της είπε ανυπόμονα ο Παύλος.
«Θα πήγαινα μόνος, αλλά πραγματικά δεν ξέρω αυτήν τη γειτονιά! Θα χαθώ!» επενέβη ο Μίλτος και της χαμογέλασε φιλικά. Έπειτα έριξε ένα πλάγιο βλέμμα στον Παύλο. Ήξερε ότι ο φίλος του καιγόταν να μείνει μόνος με την κοπέλα και να μιλήσουν, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει για ποιο λόγο, τόση ώρα, που είχε τόσες ευκαιρίες, το απέφυγε.
«Σε πέντε λεπτά θα είμαστε πίσω!» είπε η Λιζέτ στον Παύλο με προειδοποιητικό τόνο, καθώς έκλεινε την πόρτα πίσω της και πήρε να κατεβαίνει με γοργό ρυθμό τα σκαλοπάτια ακολουθούμενη από τον Μίλτο.

Ο Παύλος αναστέναξε κι έπειτα προχώρησε κατά τον στενό διάδρομο που οδηγούσε στα υπνοδωμάτια. Ήρθε και στάθηκε έξω από την πόρτα του μπάνιου όπου πριν λίγο είχε μπει η Ζαν για να κάνει μπάνιο. Κόλλησε το μέτωπό του στην πόρτα και αναστέναξε πάλι. Ο γιατρός τους είπε ότι δεν έπρεπε να κοιμηθεί και να προσέχουν μη λιποθυμήσει… Η καρδιά του αναπήδησε ξαφνικά στη σκέψη. Δεν ακούγεται τίποτα από το μπάνιο. Να λιποθύμησε; Να χτυπήσει; Να την ρωτήσει αν είναι καλά; Τι να κάνει; Κόλλησε τ’ αυτί του στην πόρτα και κράτησε την ανάσα του. Του φάνηκε πως την άκουσε να βογγά και κούνησε στεναχωρημένος το κεφάλι του. Τι ανόητος που είναι! Κόντεψε να σκοτωθεί εξαιτίας του! Σάστισε τόσο που χωρίς να το σκεφτεί την άρπαξε άγαρμπα και την κατατρόμαξε.

Η εικόνα της Ζαν καθώς έβγαινε βιαστική και αναψοκοκκινισμένη από το αρωματοπωλείο ήρθε στο μυαλό του. Ήταν τόσο όμορφη με τα κοντοκουρεμένα μαλλιά της και το στενό μοβ φόρεμά της που διαγράμμιζε τις καμπύλες της που όλοι οι άντρες γύρισαν να την δουν… Κούνησε το κεφάλι του προσπαθώντας να αποδιώξει τη σκέψη και πήρε να βολτάρει στον στενό διάδρομο. Στα δεξιά ήταν ένα δωμάτιο βαμμένο σ’ έντονο ροζ χρώμα, φραμπαλάδες, λουλούδια, αρκουδάκια και ένα τραπέζι γεμάτο καλλυντικά, του φάνηκε τόσο παράξενο. Τότε το μάτι του έπεσε στο απέναντι δωμάτιο. Λιτό, σχεδόν σπαρτιατικό, σε χρώματα μπλε και λευκό, με μια μεγάλη βιβλιοθήκη και ένα γραφείο. Προχώρησε προς τα εκεί και μπήκε στο δωμάτιο που μύριζε Γιάννη-α. Το βλέμμα του τράβηξε μια φωτογραφία που βρισκόταν πάνω στο γραφείο της. Αυτός και η Γιάννης-α. Εκείνη κοιτά ντροπαλά και αμήχανα τον φακό, ενώ εκείνος έχει περάσει το χέρι του προστατευτικά γύρω από τους ώμους της. Τη θυμάται εκείνη την ημέρα, τη μέρα του πάρτι του. Ξαφνικά κατακοκκίνησε και έπιασε το μέτωπό του απελπισμένος. Τι ντροπή! Εκείνη την ημέρα είχε μεθύσει για τα καλά, όπως και όλοι οι άλλοι, όλοι πέρα από τον Γιάννη, τον οποίο κορόιδευαν και στο τέλος είχαν βγει όλοι με τα σώβρακα και κυνηγιόντουσαν στην αυλή! Τι ντροπή! Έριξε μια ακόμη ματιά γύρω του. Στο κομοδίνο της βρισκόταν το βιβλίο που της χάρισε για τα γενέθλια του “Πόλεμος και ειρήνη”. Χαμογέλασε θλιμμένα. Μια κραυγή ακούστηκε από το μπάνιο και ο ήχος νερού να χύνεται στο πάτωμα με πάταγο. Ο Παύλος έτρεξε προς τα εκεί χωρίς να το σκεφτεί και άνοιξε διάπλατα την πόρτα. Η Ζαν γυμνή, γεμάτη μελανιές και εκδορές είχε γύρει με μια πετσέτα πάνω από την σπασμένη βρύση και πάλευε να συγκρατήσει το χλιαρό νερό που έτρεχε σαν πίδακας. Ο Παύλος άρπαξε μια μεγάλη πετσέτα και την τύλιξε, ξαφνιάζοντάς τη, έπειτα την τράβηξε έξω από την μπανιέρα και της έκανε νόημα να κάτσει στην άκρη.

«Τον γενικό, κλείσε τον γενικό!» του φώναξε τουρτουρίζοντας και του έδειξε την κουζίνα κι εκείνος έτρεξε προς τα εκεί «Είναι κάτω από τον νεροχύτη!» του φώναξε. «Δεν είναι η μέρα μου σήμερα…» την άκουσε να λέει πίσω του, καθώς έσφιγγε τον διακόπτη μισοχωμένος κάτω από τον νεροχύτη. Γύρισε και την είδε να στέκεται τυλιγμένη με τη χοντρή πετσέτα που της έφτανε ως τους μηρούς και τις σταγόνες του νερού να γλύφουν το κορμί της και ένιωσε τον χρόνο να σταματά… Ήταν η μέρα που την ερωτεύτηκε… Ήταν η μέρα που ορκίστηκε ότι δε θα την ξαναέχανε, ότι θα την προστάτευε για πάντα και δε θα επέτρεπε σε κανέναν να τους εμποδίσει από το να είναι μαζί. Ακόμη και αν αυτό σήμαινε πόλεμο.

Έτσι είναι η ζωή, πόλεμος. Διεκδικείς, απαιτείς, βάζεις όρια, αμύνεσαι, για να προστατέψεις αυτό που αγαπάς, ώστε να ζήσεις με ειρήνη μέσα σου και με τον άνθρωπό σου.
Τους είπαν εγωιστές που βάλανε πάνω από τις οικογένειές τους, την καταγωγή τους και την πατρίδα τους, τους εαυτούς τους. Μα έζησαν τόσο καιρό με τύψεις και ενοχές για επιλογές που τους επέβαλαν οι άλλοι που τίποτα δεν θα τους έκανε να αλλάξουν γνώμη… Κάθε δισταγμός είχε σβήσει. Κάθε φόβος είχε χάσει τη δύναμή του. Κάθε στιγμή αμφιβολίας είχε δώσει τη θέση της στην αποφασιστικότητα. Γιατί η ζωή τους ανήκε πια….

Αναστασία Χ.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading