Το βράδυ της ντροπής

Η Μαργαρίτα ήταν μια εικοσάχρονη κοπέλα, πολύ διαφορετική από τα πρότυπα της εποχής. Φοιτήτρια της θεολογικής σχολής στο πανεπιστήμιο Αθηνών, όχι επειδή έτυχε να περάσει εκεί, αλλά επειδή το ήθελε κι ας τρόμαζε τους γονείς της η ιδέα της πρωτεύουσας. Από μικρή ένιωθε κοντά στα θεία. Η μαμά της την έπαιρνε μαζί της στην εκκλησία κάθε Κυριακή, κοινωνούσε συχνά, έβλεπε το καντήλι κάθε μέρα αναμμένο στο σπίτι τους και το θυμιατό να χαρίζει αυτήν την οσμή της γαλήνης και της αγαλλίασης. Οι επιλογές των ρούχων της μεγαλώνοντας, ήταν πολύ διαφορετικές από των υπόλοιπων κοριτσιών. Δεν περιελάμβανε τζιν παντελόνια, κολλητές μίνι φούστες και κοντά μπλουζάκια με ακάλυπτη τη κοιλιά, ούτε σκουλαρίκια σε αυτιά, μύτες, χείλη, ομφαλούς που ήταν πια της μόδας, που όμως ποτέ δεν έκρινε. Σεβόταν τις επιλογές των ανθρώπων και δεν ήταν η εξωτερική εμφάνιση του καθένα, ο λόγος για να βγάλει συμπεράσματα για την ψυχή και τον χαρακτήρα τους. Εκείνη για τον εαυτό της επέλεγε να είναι η συντηρητική της τάξης, της γειτονιάς, της παρέας, με μακριές φαρδιές φούστες, φαρδιές μπλούζες, χωρίς ίχνος μακιγιάζ. Η “κατηχητικούρα” ήταν το παρατσούκλι της, αλλά δεν την ενοχλούσε. Συνειδητά επέλεγε αυτήν την εμφάνιση. Ένιωθε άνετα μέσα στα “ράσα” που κοροϊδευτικά άκουγε να αποκαλούν τα ρούχα της. Διάβαζε βίους Αγίων και την Καινή Διαθήκη και προσευχόταν κάθε βράδυ πριν πέσει για ύπνο, μετρώντας τους κόμπους στο κομποσχοίνι της, όταν άλλοι έβριζαν ή κορόιδευαν τα θεία, την Εκκλησία και αμφισβητούσαν την ύπαρξη του Θεού. Στο πανεπιστήμιο πέρασε με σχετική ευκολία κι ένιωσε να κατακτά έναν στόχο ζωής.

Η διαδικασία της εύρεσης φοιτητικού σπιτιού, η επίπλωσή του, ήταν στιγμές χαράς και δημιουργίας, αφού το διακόσμησε όπως ονειρευόταν, με τους γονείς της να στηρίζουν κάθε επιθυμία της. Δεν ζητούσε υπερβολές, σεβόταν τον αγώνα τους. Το πρώτο βράδυ που έμεινε μόνη, στο νέο της σπίτι, μακριά από την ασφάλεια των γονιών της, ήταν ταυτόχρονα τρομακτικό και ανακουφιστικό. Μια νέα σελίδα στην ζωή της μόλις ξεκινούσε. Δεν ήταν ιδιαίτερα ανοιχτή σε γνωριμίες γιατί ήξερε ότι η εμφάνιση και οι απόψεις της διέφεραν σε ακραίο βαθμό από το σύνολο κι αυτό σίγουρα την καθιστούσε περίεργη στα μάτια της πλειοψηφίας. Προτιμούσε την απόσταση από όλους. Ευτυχώς βέβαια, ήξερε ότι η λέξη “διαφορετικότητα” στην μεγαλούπολη και στην πανεπιστημιούπολη ήταν κανόνας κι όχι εξαίρεση, οπότε δεν θα ένιωθε σαν τη μύγα μες στο γάλα. Άλλωστε, οι εποχές υποστήριζαν πια το διαφορετικό, δεν το αφόριζαν. Έτσι ήθελε να πιστεύει.

Στη σχολή της, από την πρώτη στιγμή ξεχώρισε ένα παιδί ξανθό, με γυαλιά, μετρίου αναστήματος, που της θύμιζε τον εαυτό της. Παλιομοδίτης σαν κι εκείνη στο ρουχισμό, ήσυχος, ντροπαλός, μετρημένος, μοναχικός. Έμαθε ότι ήταν επαρχιωτάκι κι εκείνος. Παρατήρησε ότι σε ανύποπτο χρόνο, της έριχνε ματιές. Ίσως κι εκείνος σκεφτόταν ότι ταίριαζαν οι δυο τους, το ντύσιμο τους, το στυλ τους, χωρίς όμως να επιδιώκει την γνωριμία τους. Με το πέρασμα του χρόνου, τίποτα δεν είχε αλλάξει. Μέχρι που τους δόθηκε μια εργασία και τότε την πλησίασε.
– Γεια χαρά. Είμαι ο Παναγιώτης.
– Μαργαρίτα, χάρηκα.
– Κρατούσες σημειώσεις από το μάθημα ε;
– Ναι, πάντα. Τις χρειάζεσαι;
– Αν γίνεται, θα με έσωζες, για την εργασία.
– Κανένα πρόβλημα.

Δειλά δειλά, άρχισαν να ανταλλάσσουν ματιές, χαμόγελα, ένα “γεια, τι κάνεις”. Κανένας δεν έδινε το πράσινο φως για κάτι παραπάνω, ωστόσο και οι δύο ένιωθαν πως υπήρχε ένα άτομο όμοιό τους, ένα άτομο να μοιραστεί την αγάπη για τα μαθήματα της σχολής και που συνειδητά ήταν εκεί, ένα άτομο που ομοίως, γινόταν θέμα συζήτησης από συμφοιτητές ή και φοιτητές άλλων σχολών για τις επιλογές ένδυσης και διασκέδασης, πολύ μακριά και έξω από των υπολοίπων.

Και οι δύο ήταν πάντα μόνοι, χωρίς να ανήκουν σε παρέες, χωρίς να συμμετέχουν σε πηγαδάκια. Η Μαργαρίτα ήταν καλά με όλο αυτό, δεν αναζητούσε τίποτα. Ο Παναγιώτης από την άλλη, ήθελε να ανήκει σε μια παρέα, δεν άντεχε την περιθωριοποίηση, αλλά ήξερε πως ποτέ δεν θα τον επέλεγαν οι δημοφιλείς παρέες για μέλος τους.

Όταν τον πλησίασε ο Κωνσταντίνος, ο πρωταθλητής στην κολύμβηση, με μετάλλια και διακρίσεις και φοιτητής της σχολής φυσικής αγωγής και αθλητισμού, που ήταν από τα πιο γνωστά άτομα στο πανεπιστήμιο, δεν το πίστευε και θεώρησε ότι θα αλλάξει η ζωή του δίπλα του. Αρχικά είχε ενδοιασμούς. Στην πορεία εξαλείφθηκαν, αφού δεν κρυβόταν κάτι ανησυχητικό πίσω από την προσέγγιση αυτή. Το αντίθετο! Τον συμβούλευε να αλλάξει το στυλ του, τα ρούχα του, το μαλλί, τον προέτρεψε να βγάλει τα γυαλιά και να βάλει φακούς επαφής και γενικά, προς έκπληξή του, τον έκανε να αισθανθεί μέλος της παρέας τους. Ούτε στιγμή τον έκαναν να νιώσει μειονεκτικά, ούτε τον κορόιδεψαν ποτέ.

Η Μαργαρίτα βλέποντας την αλλαγή στην εμφάνισή του και το κολλητηλίκι με τους τρεις τύπους που δεν συμπαθούσε καθόλου, παραξενεύτηκε. Πώς ήταν δυνατόν να πίστεψε ότι αυτοί τον πλησίασαν χωρίς να έχουν κάτι στο πίσω μέρος του μυαλού τους; Τον είχε για πιο έξυπνο. Στο βλέμμα του όμως, συνέχισε να διακρίνει τον συνεσταλμένο, ντροπαλό συμφοιτητή της. Δεν κάνουν τα ρούχα και το ζελέ στο μαλλί τον άνθρωπο. Εκείνη δεν έκρινε τόσο εύκολα τον κόσμο, από την εικόνα τους και μόνο. Άρχισε να γίνεται και πιο τολμηρός μαζί της. Της έπιανε την κουβέντα, ρωτούσε για την ζωή της, πού έμενε, για τους γονείς της. Απορούσε που κάθε φορά την προσέγγιζε και περισσότερο. Λίγο καιρό μετά, την προσκάλεσε σε ένα πάρτυ που διοργάνωνε ο δημοφιλής φίλος του, ο Κωνσταντίνος στην μεζονέτα της οικογένειάς του. Αρχικά αρνήθηκε διακριτικά. Αυτό που δεν περίμενε, ήταν η επιμονή του, μέχρι που την έπεισε. Δεν προσπάθησε να υποδυθεί μια άλλη για να ταιριάζει με τους άλλους. Φόρεσε τα ρούχα της, το χαμόγελό της και ήταν ο εαυτός της.

Στο πάρτυ, έπιασε μια γωνία κι από κει παρατηρούσε τον ξέφρενο χορό των περισσότερων, τις αγκαλιές, τα φιλιά ανάμεσα σε ετερόφυλα ή ομόφυλα ζευγάρια, το αλκοόλ να ρέει άφθονο και τον Κωνσταντίνο, να μη δίνει σημασία στην υπερκαλλονή που του τριβόταν, αλλά να κοιτάζει επίμονα την ίδια. Κοιτούσε αλλού, οπουδήποτε, προσπαθώντας να μη δείχνει την αμηχανία που της προκαλούσε. Ώρα μετά, την πλησίασε.
– Πώς περνάς;
– Καλά.
– Μόνο καλά; Ε! Πιες κάτι, να έρθεις στο κέφι!
– Όχι ευχαριστώ, δεν πίνω.
– Έλα, μη μας ξενερώνεις! Δες τι γίνεται γύρω σου! Πιες, χόρεψε, φλέρταρε! YOLO ρε φίλη! Ζούμε μόνο μια φορά!

Απομακρύνθηκε και σε λίγα λεπτά γύρισε με ένα ποτό στο χέρι. Κουνούσε το σώμα του, αγγίζοντας το δικό της, στον ρυθμό της μουσικής και ακούμπησε το ποτήρι στα χείλη της. Η Μαργαρίτα ένιωσε άβολα και προσπαθούσε να τον αποφύγει. Δεν ήταν σίγουρα ο χαρακτήρας της να ερωτοτροπεί με ανθρώπους που δεν γνώριζε και ιδιαίτερα με εκείνον που κάτι επάνω του την απωθούσε ανέκαθεν. Ο Παναγιώτης περιστοιχισμένος από την παρέα του Κωνσταντίνου, από την μία ένιωθε τυχερός που επιτέλους ήταν μέρος της και από την άλλη έβλεπε την Μαργαρίτα να ασφυκτιά με το στενό μαρκάρισμα του γόη, καινούργιου φίλου του.

– Έλα, πιες δύο γουλιές, δεν θα το πω πουθενά, θα μείνει μεταξύ μας, αστειεύτηκε.
– Σου είπα δεν πίνω, δεν θέλω, μην επιμένεις.
– Καλά, θα το σεβαστώ! Να σου φέρω μια πορτοκαλάδα; Ε κάτι πια! Είσαι καλεσμένη μου.
– Εντάξει, μια πορτοκαλάδα, του είπε, για να την αφήσει ήσυχη.

Η τελευταία της μνήμη ήταν να πίνει την πορτοκαλάδα και μετά να ξυπνάει στο νοσοκομείο με τον Παναγιώτη δίπλα της, σε έντρομη κατάσταση.
– Πονάει όλο μου το σώμα και το κεφάλι μου! Τι έγινε;
– Μαργαρίτα….
– Τι συμβαίνει Παναγιώτη;
– Συγγνώμη…. συγγνώμη…δεν ήθελα να σου συμβεί τίποτα από όλα αυτά, της είπε με κομμένη ανάσα. Έβγαλε το κινητό του και έβαλε να παίζει ένα βιντεάκι.

Έβλεπε τον εαυτό της, με το ποτήρι στο χέρι, με την πορτοκαλάδα που της είχε φέρει ο Κωνσταντίνος, να βγάζει τα ρούχα της, να τον αγκαλιάζει, να τραγουδάει. Οι υπόλοιποι στον χώρο φώναζαν το όνομά της, έβγαζαν επιφωνήματα ενθουσιασμού, την πάσαραν από αγκαλιά σε αγκαλιά, άγγιζαν το γυμνό της στήθος, έκαναν πρόστυχα σχόλια. Η κοπέλα φαινόταν να διασκεδάζει, να προκαλεί τον αντρικό πληθυσμό. Μόνο αν παρατηρούσες προσεκτικά διέκρινες ότι ήταν λουσμένη στον ιδρώτα, με το βλέμμα στα χαμένα, παραπατούσε, με την ανάσα της να βγαίνει με προσπάθεια.
– Τι… τι είναι αυτό; Παναγιώτη πότε τα έκανα αυτά;, τον ρωτούσε τρομοκρατημένη και ντροπιασμένη.
– Αυτό το βιντεάκι το τράβηξε ένας από την πεντάδα, από τους κολλητούς του Κωνσταντίνου και το ανέβασε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Μαργαρίτα, έχει κυκλοφορήσει παντού. Υπάρχει και χειρότερο…, της είπε, χωρίς να την κοιτάζει στα μάτια, ίσα που έβγαινε η φωνή του.
– Τι λες; Τι μου λες; Καταλαβαίνεις τι μου λες; Έχω γονείς, οικογένεια, γνωστούς. Θεέ μου τι ντροπή! Πώς θα τους κοιτάξω στα μάτια; Τι θα τους πω; Καταστράφηκα, καλύτερα να πεθάνω.

Τα αναφιλητά της ακούστηκαν μέχρι τους διαδρόμους και μια νοσηλεύτρια μπήκε στο δωμάτιο.
– Μη την ταραζεις νεαρέ, μάλωσε τον Παναγιώτη και συνέχισε. Έξω είναι και η αστυνομία, περιμένουν ώρες να συνέλθεις, δεν τους επιτρέψαμε να σε πλησιάσουν νωρίτερα.
– Αστυνομία; Καλά, τι στο καλό έγινε σε κείνο το πάρτυ;

Η νοσηλεύτρια έφυγε κι έμεινε να κοιτάζει επίμονα τον συμφοιτητή της, περιμένοντας εξηγήσεις.
– Μαργαρίτα… Σου έριξαν GBH στο ποτήρι σου.
– Τι πράγμα; Τι είναι αυτό;
– Κι εγώ, εδώ έμαθα τι είναι. Μια κατασταλτική ουσία του κεντρικού νευρικού συστήματος ή αλλιώς, γνωστή με την ονομασία “το χάπι του βιaσμou”.
– Τι λες; Ακούς τι λες; Τι μου έκανε; Πες μου! Τι μου έκανε το τέρας; Θέλω να μάθω!, ούρλιαζε κλαίγοντας.

Ένα δεύτερο βιντεάκι μόλις άρχισε να παίζει και να την διαλύει. Πάνω σε ένα κρεβάτι, εκείνη ανάσκελα, ακίνητη, ο Κωνσταντίνος με κατεβασμένο το παντελόνι επάνω της, να χασκογελάει, να τις δίνει ξυλιές ερωτικού χαρακτήρα και να επαναλαμβάνει “σ’ αρέσει; Σ’ αρέσει θεούσα να σε πηδaει ο Θεός Κωνσταντίνος;”. Ο βιaσμos της από εκείνον, δυστυχώς δεν ήταν αρκετός. Μόλις τελείωσε ο αρχηγός της ομάδας, ένας ένας ανέβαιναν επάνω της όπως ήταν ανάσκελα ή την γυρνούσαν μπρούμυτα, το έπαιζαν άντρες, βαριά αρσενικά, με μια κοπέλα με μειωμένο κινητικό έλεγχο και απώλεια αντίστασης λόγω της ουσίας που εν αγνοία της ήπιε. Παρακολουθούσε τον ομαδικό βιaσμo της από πέντε άντρες, που διασκέδαζαν με το σώμα της, χωρίς εκείνη να μπορεί να αντιδράσει. Χτυπούσαν συνωμοτικά τις παλάμες τους, κάθε φορά που κάποιος τελείωνε και ενθάρρυναν τον επόμενο για το κατόρθωμά του. Καθώς ήταν κάποιος επάνω της, οι υπόλοιποι φώναζαν “δώστα όλα θεούσα” και “Ουπς! Πάει η παρθενιά”, γελώντας δυνατά. Η τελευταία εικόνα του βίντεο, ήταν ένα κοντινό στο πρόσωπό της, που ήταν γυρισμένο στα πλάγια, με τα μάτια ανοιχτά, μα χωρίς αίσθηση του τι γινόταν γύρω της και ακουγόταν μια γρήγορη ανάσα, σαν κάποιος να έκλαιγε.

Η Μαργαρίτα δεν μπορούσε να μιλήσει. Τα δάκρυα την έπνιγαν. Ο Παναγιώτης, της έδωσε λίγα λεπτά και έχοντας την ανάγκη να βγάλει από μέσα του αυτά που τον βασάνιζαν, άρχισε να της εξιστορεί.
– Όταν άρχισες να έρχεσαι σε κέφι, με την πορτοκαλάδα σου και να γλεντάς, προσπάθησα να σε πλησιάσω, να σε συγκρατήσω. Με σταμάτησε ο Κωνσταντίνος λέγοντάς μου, “σε ευχαριστώ δεν θα σε χρειαστώ άλλο. Αυτό που ήταν να κάνεις, το έφερες εις πέρας. Φύγε τώρα. Μη ξανά πατήσεις στο σπίτι μου”. Κοιτούσα σοκαρισμένος. Με χρησιμοποίησε για να σε φέρω στο πάρτυ και να σε γελοιοποιήσουν. Αισθανόμουν υπεύθυνος για την εικόνα που εκτυλισσόταν μπροστά σε τόσους φοιτητές και που θα ταξίδευε και σε όσους δεν ήταν παρόντες. Μου έκανε νόημα να πάω στην εξώπορτα. Έφυγα από μπροστά του και αφού εκείνος ήταν απασχολημένος με εσένα και το θέαμα που πρόσφερες, κρύφτηκα στην αποθήκη δίπλα στην εξώπορτα. Όταν μετά από λίγη ώρα, σε τραβολογούσε στον πάνω όροφο μαζί με τους άλλους, σας ακολούθησα κρυφά. Οι υπόλοιποι κάτω, είχαν αναλάβει να διαδώσουν το συμβάν και να γελάνε εις βάρος σου. Ήταν πιωμένοι και ποιος ξέρει αν έκαναν και χρήση ουσιών, είχαν και την αδημονία να σου κάνουν κακό, που δεν κλείδωσαν. Έσπρωξα λίγο την πόρτα. Ήμουν εκεί, παρόν στις φρικαλεότητες που έκαναν. Ήμουν εκεί, τραβούσα το βίντεο του βιaσμou σου. Ήμουν εκεί, αλλά δεν σε βοήθησα ο δειλός. Έκλαιγα, πονούσα μαζί σου, αλλά δεν έκανα τίποτα. Κάλεσα την αστυνομία. Σε βρήκαν σε κακή κατάσταση. Σε έφεραν εδώ. Τους έδειξα το υλικό στο κινητό μου. Σου έκαναν τεστ ανίχνευσης της ουσίας και τεστ βιaσμou. Είμαι έτοιμος να αντιμετωπίσω όποια τιμωρία μου αντιστοιχεί.
– Πώς μπόρεσες; Πώς; Φύγε. Δεν θέλω να σε βλέπω μπροστά μου!

Έμεινε μόνη, να ανακαλεί τις εικόνες που μόλις είχε δει και να θέλει να πεθάνει. Χίλιες σκέψεις κατέκλυσαν το μυαλό της. Καλύτερα να πέθαινε παρά να αντίκριζε τους γονείς της, τους δασκάλους της στο χωριό, τον πνευματικό της. Την πήραν στο σπίτι τους οι γονείς της. Έβλεπε στο βλέμμα του μπαμπά της την απογοήτευση και γινόταν θρύψαλα η καρδιά της. Στη μικρή κοινωνία που ζούσαν ήταν το θέμα συζήτησης. Δεν είχε μείνει συντοπίτης που να μην είχε δει το βίντεο με την γυμνή κόρη τους να αλλάζει αντρικές αγκαλιές. Οι γονείς της περιφέρονταν με κατεβασμένο το κεφάλι. Δεν ήθελαν να το συζητάνε, ευχόμενοι να κουκουλωθεί, να ξεχαστεί. Λίγες μέρες μετά, την μετέφεραν στην Αθήνα από απόπειρα αυτοκτονίας με χάπια. Τότε, η μαμά της κατάλαβε ότι δεν στάθηκε κοντά στην κόρη της όπως έπρεπε. Δεν έπρεπε να ντρέπονται αυτοί, αλλά τα ανδρείκελα που εγκλημάτισαν απέναντι στο παιδί τους. Δεν κατέβασε ποτέ ξανά το κεφάλι. Ξεκίνησε έναν αγώνα να δικαιωθεί η κόρη της και να αποτελέσει η περιπέτειά τους παράδειγμα για όλα τα κορίτσια ή αγόρια που πέφτουν θύματα σε ανάλογα βιντεάκια ή θύματα βιaσμou. Πήρε αγκαλιά την κόρη της, ήταν στο πλευρό της, για να διαχειριστεί όλα όσα ένιωθε, φυσικά και με την βοήθεια ειδικού και ίδρυσε μια οργάνωση για όλα τα θύματα τέτοιων καταστάσεων. Μέλημα των δύο γυναικών ήταν κανείς να μη νιώθει ντροπή και ότι κανείς δεν είναι μόνος σε όλο αυτό.

Στο δικαστήριο η Μαργαρίτα αντιμετώπισε με θάρρος τους πέντε βιασtes της και η δεκαετής φυλάκισή τους, μπορεί να μην ήταν αρκετή, αλλά έφερε ηρεμία στην ψυχή της. Ο Παναγιώτης είχε ελαφρυντικά νομικά, όχι όμως και ηθικά. Μάθαινε για το έργο τους, παρακολουθούσε την πορεία της οργάνωσής τους, καμάρωνε τον δυναμισμό της. Προσπάθησε κάποιες φορές να την πλησιάσει, να ζητήσει συγγνώμη για μια ακόμη φορά, να της πει ότι χαίρεται για την τροπή της ζωής της, μα δεν δέχτηκε ποτέ η Μαργαρίτα να έρθουν σε επαφή.

Η Μαργαρίτα έγινε σύμβολο δυναμισμού. Δεν σταμάτησε ποτέ να βρίσκει αγαλλίαση δίπλα στον Θεό κι ας είχε προσπαθήσει κάποτε να διαπράξει το μεγαλύτερο αμάρτημα, να φτύσει το δώρο της ζωής και να δώσει τέλος. Κατάφερε μαζί με την μαμά της, να μιλήσουν πολλές γυναίκες που βιάστηκαν και δεν τολμούσαν να το ομολογήσουν από ντροπή.

Της πήρε πολλά χρόνια να εμπιστευτεί τους άντρες. Δεν έκανε σχέσεις. Δέκα χρόνια μετά την περιπέτειά της, στην οργάνωση τους ήρθε μια κοπέλα που ζήτησε την βοήθειά της, μαζί με τον αδερφό της. Ταίριαζαν σε όλα. Σεβάστηκε τις πληγές στην ψυχή της, είχε υπομονή και έδεσαν απόλυτα. Στην αυλή του σπιτιού τους, έχτισαν ένα εκκλησάκι, αφιερωμένο στον αγαπημένο Άγιο και των δύο, στον προστάτη τους, τον Άγιο Νικόλαο και έζησαν ευτυχισμένοι.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading