Δεν μπορεί να ήταν τυχαίο που μόλις άνοιξε το κινητό της, εμφανίστηκε μπροστά της αυτό το άρθρο! “Αν μπορούσες ως δια μαγείας να βρεθείς κάπου, θα ήταν σε ένα μέρος ή σε έναν άνθρωπο;”. Δεν συνέχισε την ανάγνωση. Το μυαλό της ταξίδεψε στην γενέτειρά της, στο παγκάκι τους. Εκεί θα ήθελε να ήταν και να γυρνούσε τον χρόνο πίσω.
****
Με διαφορά ενάμιση λεπτό, γεννήθηκαν οι δίδυμες της Μέλπως. Στο δωμάτιο του νοσοκομείου, η συγκίνηση και η ευτυχία ήταν ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Ο Δημήτρης, ο άντρας της, δεν σταματούσε να την φιλάει και να της λέει “ευχαριστώ για τα δύο δώρα που μου έκανες”. Δύο μικροσκοπικά πλασματάκια, ντυμένα στα ροζ, του είχαν κλέψει την καρδιά.
Η ζωή τους είχε αλλάξει ριζικά. Η εξάντληση είχε γίνει συνοδοιπόρος τους, αλλά δεν δέχτηκαν καμία βοήθεια από γιαγιάδες. Θα τα κατάφερναν μόνοι τους. Ο Δημήτρης οικοδόμος. Όλη μέρα σε αντίξοες καιρικές συνθήκες στις οικοδομές, περίμενε πώς και πώς να γυρίσει στο σπίτι να ταΐσει, να αλλάξει, να αγκαλιάσει τις γυναίκες της ζωής του. Η Μέλπω αποφάσισε να παραιτηθεί από το μαγαζί με σουβενίρ που δούλευε, μέχρι να γίνουν τουλάχιστον δύο χρονών τα κορίτσια της. Ήθελε να είναι εκεί στα πρώτα τους βήματα, στις πρώτες λεξούλες. Δούλευε πολλές ώρες και δεν ήταν πρόθυμη να χάσει στιγμές με τα δίδυμα. Ο Δημήτρης στήριξε την επιθυμία της κι ας ήταν τα έξοδα πολλά. Πίστευε κι εκείνος ότι τα παιδιά πρέπει να μεγαλώνουν με τους γονείς κι όχι με τις γιαγιάδες.
Η ζωή τους είχε αλλάξει ριζικά, αφού η αγάπη ως συναίσθημα, βρήκε το αληθινό, χωρίς όρια μέγεθός της, αφού διαπίστωναν μέχρι πού μπορεί να φτάσει η ευτυχία. Τα κορίτσια τους μεγάλωναν κι εκείνοι φώτιζαν. Αγαπημένη τους συνήθεια η βόλτα στην θάλασσα. Ειδικά φθινόπωρο και άνοιξη, που το Πόρτο Ράφτη δεν έσφιζε από κόσμο, ήταν μαγικά. Ο Δημήτρης λάτρευε να τις φωτογραφίζει όταν δεν είχαν στημένες πόζες. Σε στιγμές παιχνιδιού, αγκαλιών, γέλιου και τις στιγμές που η γυναίκα του έδειχνε στα μικρούλια, την ομορφιά του κόσμου γύρω τους. Πότιζε τις ψυχούλες τους με την μαγεία του τοπίου και τα χρώματα του ουρανού. Έδειχναν κι εκείνα με τα μικρά τους δαχτυλάκια τα σύννεφα, το ηλιοβασίλεμα, την αντανάκλαση του φεγγαριού στη θάλασσα, τους γλάρους. “Μαμά, μπαμπά κοιτάξτε!” έλεγαν σχεδόν ταυτόχρονα, πάντα αγκαλιασμένες. Επέλεγαν πάντα ένα συγκεκριμένο παγκάκι να κάθονται. Σε εκείνο, έδωσαν το πρώτο τους φιλί. Ήταν το παγκάκι τους, το πιο αγαπημένο τους μέρος. Είχαν ταξιδέψει αρκετά ανά την Ελλάδα και ταξίδι του μέλιτος πήγαν στο Παρίσι, στην πόλη του φωτός και του ρομαντισμού, μα εκείνο το παγκάκι, με θέα το απέραντο, ήταν το σημείο αναφοράς τους. Και τώρα, με τα κορίτσια τους μαζί, ήταν το καταφύγιό τους, ήταν το μέρος που ένιωθαν ότι ανήκουν. Πόσο καμάρωνε για τα δίδυμα του και για την Μέλπω του, που μεγάλωνε δύο καλά παιδιά, τόσο αγαπημένα…
Η Μέλπω έκανε τις ετοιμασίες των τρίτων γενεθλίων των κοριτσιών. Πώς πέρασαν τρία χρόνια; Σε δύο μέρες θα επέστρεφε στη δουλειά. Το μαγαζί με τα σουβενίρ άνοιγε πάλι την αγκαλιά του για κείνη. Τα κορίτσια θα ξεκινούσαν παιδικό σταθμό. Διακόσμησε την αυλή, έκανε δύο ξεχωριστές πανομοιότυπες τούρτες, όπως σαν μια σταγόνα νερό έμοιαζαν και τα κορίτσια της και διάφορες αλμυρές γεύσεις, με τα δίδυμα τριγύρω της, σε χρέη βοηθών. Η μέρα σύμμαχός τους, ζεστή και λαμπερή παρότι αρχές Νοέμβρη. Η Μέλπω δεν σταματούσε τα δάκρυα συγκίνησης. Ο Δημήτρης δεν σταματούσε να βγάζει φωτογραφίες. Οι μικρές δεν σταματούσαν να χαμογελούν.
Την επόμενη, καθάριζαν την αυλή όταν χτύπησε το τηλέφωνο. Άφησε τα κορίτσια να συνεχίσουν και μπήκε στο σπίτι.
Το ουρλιαχτό της, διαπέρασε τοίχους και τζαμαρίες, τρόμαξε τις μικρές που έτρεξαν κοντά της. Την βρήκαν πεσμένη στα γόνατα, με το καλώδιο του ακουστικού ανάμεσα στα πόδια της, να κλαίει γοερά.
– Μαμά! Μαμά, γιατί κλαις; τα κορίτσια την αγκάλιαζαν και κοιτούσαν το ένα το άλλο τρομαγμένα.
Δεν απάντησε. Τις άρπαξε στην αγκαλιά της κι έμειναν έτσι κάποιες στιγμές. Πληκτρολόγησε ένα νούμερο και την άκουγαν μέσα από αναφιλητά να μιλάει στην γιαγιά τους. “Μαμά… μαμά… ο Δημήτρης… Μαμά… τι θα κάνω; Σε παρακαλώ, έλα!”. Σε λίγη ώρα ήρθε η γιαγιά Άννα και τις πήρε στο σπίτι της. Δεν την ξαναείδαν την μαμά όλη τη μέρα. Την ρωτούσαν γιατί έκλαιγε η μαμά, γιατί δεν είναι μαζί τους, γιατί έφυγαν από το σπίτι, πού ήταν ο μπαμπάς τους, μα το μόνο που απαντούσε η γιαγιά ήταν “θα σας τα εξηγήσει όλα η μαμά” κι έκλαιγε κι εκείνη.
Την επόμενη μέρα το απόγευμα γύρισαν σπίτι τους. Η μαμά ντυμένη στα μαύρα, με πρησμένα, κόκκινα μάτια, χωρίς το χαμόγελο που είχε πάντα και μια αγκαλιά άψυχη. Τις έσφιγγε σα να προσπαθούσε να γιατρέψει τον πόνο της.
– Μαμά τι έχεις;, ρώτησε διστακτικά η Νεφέλη.
Δεν απαντούσε, έκρυβε το πρόσωπό της στα σώματα των κοριτσιών μέχρι που σήκωσε το κεφάλι της, έβλεπε μια την μία, μια την άλλη, χάιδευε τα μαλλιά τους και έψαχνε την δύναμη.
– Ο μπαμπάς σας αγάπες μου, δεν θα είναι πια εδώ, μαζί μας.
Τα κορίτσια απόρησαν, αλλά δεν έδειξαν ανησυχία.
– Είναι στην οικοδομή;
– Όχι Νεφέλη μου. Είχε ένα ατύχημα. Έπεσε από την σκαλωσιά, χτύπησε και δεν άντεξε το σώμα του. Ο μπαμπάς πέθανε. Είναι ψηλά στον ουρανό, μαζί με τον παππού.
Τα κορίτσια άκουγαν ιστορίες για τον παππού που δεν γνώρισαν ποτέ και που ήταν άγγελος στον ουρανό που τους προστάτευε όλους.
– Δηλαδή, δεν θα μένει εδώ μαζί μας;
Η παιδική άγνοια και αθωότητα έκαναν την Μέλπω να σκύψει πάλι το κεφάλι από πόνο.
Η ζωή τους είχε αλλάξει πάλι ριζικά, αλλά με την θλιβερή έννοια. Εκείνη, που δεν ζήτησε ποτέ βοήθεια από κανέναν, αφού είχε τον Δημήτρη της βράχο, συνοδοιπόρο, σε όλα, ήταν σε απόγνωση. Δεν ήξερε πια πώς να αντιμετωπίσει την καθημερινότητα. Δεν θυμόταν πως ήταν να πορεύεται μόνη, σα να είχε γεννηθεί έχοντας τον Δημήτρη πλάι της. Δεν ήξερε πώς να ζήσει χωρίς εκείνον δίπλα της. Έπρεπε να μάθει ξανά, να ζει. Να ξυπνάει μόνη, να φτιάχνει καφέ μόνο για κείνη, να μην ετοιμάζει το ταπεράκι για την οικοδομή, να μην αισθάνεται την ανάσα του στον λαιμό της και το φιλί στα μαλλιά της όταν τον ξεπροβόδιζε, να μην βάζει τέταρτο σερβίτσιο στο τραπέζι, να μην ακούει την φωνή του, να μην κάθεται δίπλα της στο παγκάκι τους, να μην τον βλέπει με την φωτογραφική στο χέρι να καμαρώνει και να χαμογελά ευτυχισμένος. Πονούσε τόσο πολύ η απώλειά του.
*****
Πάλεψε με όλες της τις δυνάμεις. Πολλές οι φορές που λύγισε από την υπερπροσπάθεια, μα δεν παρέδωσε ποτέ τα όπλα. Ήξερε πως ο Δημήτρης της, θα την ήθελε δυνατή. Τα κορίτσια μεγάλωναν ακούγοντας συνέχεια ιστορίες για κείνον και βλέποντας φωτογραφίες στα άπειρα άλμπουμ. Ήταν οι τρεις τους μια γροθιά. Το καμάρι της Μέλπως ήταν η αγάπη που είχαν οι κόρες της η μία για την άλλη. Χτυπούσε η μία, πονούσε η άλλη. Σπούδασαν φαρμακευτική, ενώ παράλληλα δούλευαν για να βοηθούν στα έξοδα την Μέλπω, με κοινό όνειρο που ειχαν από μικρές, να ανοίξουν το δικό τους φαρμακείο στο Πόρτο Ράφτη. Όταν τελείωσαν, με την χρηματική στήριξη της μαμάς τους, των γιαγιάδων και ενός αναπόφευκτου δανείου, έκαναν το όνειρό τους πραγματικότητα. Όλοι τις καμάρωναν και μακάριζαν την Μέλπω για τα παιδιά της.
Η κατά ενάμιση λεπτό μεγαλύτερη Νεφέλη, γνώρισε πολύ γρήγορα τον άντρα της ζωής της και στα είκοσι πέντε της παντρεύτηκε κι έμεινε αμέσως έγκυος. Η Άρτεμις έγινε χαζοθεία ενός αγοριού που λάτρευε. Τον κρατούσε πολλά βράδια για να βγαίνει το ζευγάρι, έμενε περισσότερες ώρες στο φαρμακείο για να φεύγει η αδερφή της, να βλέπει το σπίτι της, τον άντρα της, τον γιο της. Η Νεφέλη από την άλλη, ένιωθε πάντα σαν δεύτερη μαμά για την “μικρή”, όπως την αποκαλούσε. Υπερπροστατευτική, την συμβούλευε στα ερωτικά της, ήταν πάντα εκεί στις απογοητεύσεις, στους χωρισμούς, το σπίτι της ήταν κάθε ώρα ανοιχτό, την τάιζε, φρόντιζε πάντα να πραγματοποιεί κάθε επιθυμία της. Το δέσιμό τους γινόταν συχνά κομμάτι σχολιασμού των γειτόνων, των πελατών του φαρμακείου, των συγγενών. Κάποιοι το θαύμαζαν, άλλοι το καμάρωναν κι άλλοι το ζήλευαν. Η Μέλπω ήταν περήφανη και ήσυχη ότι όποτε κι αν έφευγε να βρει τον Δημήτρη της, άφηνε την μία υπό την προστασία της άλλης.
Στο πέρασμα των χρόνων, υπήρχε κάτι που δεν άλλαξε ποτέ και το έκαναν πάντα και οι τρεις γυναίκες μαζί, χωρίς ποτέ να το προσπερνούν. Το ραντεβού της Κυριακής, ανεξαρτήτου εποχής και καιρικών συνθηκών. Ήταν ένα δίωρο αφιερωμένο στην μαμά τους, στο παγκάκι τους. Ήταν το δίωρο που δεν επέτρεπαν σε κανέναν και τίποτα να τους αφαιρέσει. Ήξεραν πόσο σημαντικό ήταν για την μαμά τους, πως έτσι ένιωθε ότι κρατούσε ζωντανό και τον μπαμπά τους. Οι άνθρωποι όταν αγαπιούνται βρίσκουν τον χρόνο και όχι δικαιολογίες.
Τα χρόνια κυλούσαν με μαζέματα, φαγοπότια, αγκαλιές, μνήμες. Η Άρτεμις παρέμενε ελεύθερη, μη νιώθοντας την ολοκλήρωση δίπλα σε κάποιον άντρα ή με το να κάνει ένα παιδί. Άλλωστε είχε τον αιώνιο έρωτά της, τον ανιψιό της που ήταν πια στην εφηβεία και της εμπιστευόταν τα πάντα. Ήταν κι εκείνη που παρατήρησε ότι η μαμά της άρχισε να ξεχνάει σημαντικές ημερομηνίες που δεν ξεχνούσε ποτέ, επαναλάμβανε κάποια πράγματα, έχανε τον προσανατολισμό της, δυσκολευόταν να βρει κάποιες λέξεις καθώς μιλούσε. Η Νεφέλη την έλεγε υπερβολική και το προσπερνούσε. Ήταν πολύ νέα η μαμά τους ακόμα, είχε παιδευτεί πολύ στη ζωή της και υποστήριζε ότι απλά, είναι η κούραση και οι έννοιες ετών και το ότι δεν έδινε την απαιτούμενη προσοχή.
Όταν ο γιος της έκλεινε τα δεκαοχτώ, της έκανε εντύπωση που δεν πήρε η μαμά της πρωί πρωί τηλέφωνο να ευχηθεί, όπως έκανε όλα τα χρόνια. Μόνο τότε θορυβήθηκε. Πήγαν σε γιατρούς, το έψαξαν, έκαναν κάθε εξέταση που τους ζητήθηκε. Στα εβδομήντα της, κι όμως η νόσος είχε ήδη σβήσει από την μνήμη της σημαντικά γεγονότα. Οι δύο αδερφές έχασαν τη γη κάτω από τα πόδια τους. Ήξεραν πως το ταξίδι αυτό τους επιφύλασσε μάχες με την σκληρή πραγματικότητα. Είχαν η μία την άλλη, λάτρευαν την μαμά τους και θα έκαναν τα πάντα.
Η Νεφέλη ανέλαβε την σωστή διατροφή της. Δεν θα χώριζε την αδερφή της! Μαγείρευε για τέσσερις και όταν έστελνε δέματα στον φοιτητή ιατρικής στη Θεσσαλονίκη, μαγείρευε για πέντε και ήταν στην κουζίνα ώρες. Η Άρτεμις ποτέ δεν τα κατάφερε να ακολουθήσει αυτόν τον τομέα της νοικοκυράς. Απολάμβανε πάντα τα δημιουργήματα της χρυσοχέρας Νεφέλης, η οποία φρόντιζε με την μαγειρική της, να ξυπνά αρώματα και γεύσεις του παρελθόντος στην μαμά της. Η Άρτεμις της διάβαζε φωναχτά αγαπημένα της βιβλία και ξεφύλλιζαν παρέα τα οικογενειακά τους άλμπουμ, πάνω στα οποία στήνονταν ξανά και ξανά οι ιστορίες των απαθανατισμένων στιγμών. Όταν η μαμά της θυμόταν, η Άρτεμις δάκρυζε από συγκίνηση. Όταν απλά κοιτούσε, χωρίς η εικόνα να της λέει τίποτα, η κόρη της δάκρυζε από θλίψη.
Η νόσος κατάπινε την μαμά τους γρήγορα και ένιωθαν ανίσχυρες. Το μόνο που είχαν κόντρα στην απώλεια μνήμης της μαμάς τους, ήταν η αγάπη και το νοιάξιμο. Εναλλάξ, αναλάμβαναν την φροντίδα της και κρατούσαν φυλαχτό το ραντεβού της Κυριακής κι ας είχε αρχίσει πια η μαμά τους, να μη βρίσκει ιστορίες να διηγηθεί, να μη θυμάται τι σήμαινε εκείνο το παγκάκι για κείνη. Δεν την άφηναν μόνη πολλές ώρες. Πάντα ήταν μια από τις κόρες της παρέα, κατόπιν συνεννόησης.
Ένα πρωί, ενώ είχε βάρδια η Άρτεμις στο φαρμακείο με την βοηθό τους, μπήκε η Νεφέλη.
– Τι έγινε αδερφούλα; Γιατί δεν είσαι στη μαμά;
– Πρέπει να φύγω Θεσσαλονίκη στον μικρό. Έσπασε το χέρι του.
– Α! Καλά πώς; Να πας ρε, φυσικά.
– Εσύ πώς θα τα καταφέρεις εδώ; Τι θα κάνουμε ρε γaμώtο;
– Πάνε στο παιδί μας, μην σκας για εδώ. Θα αφήσω την Μαρία και θα πάω σε λίγο στη μαμά. Μη με ξεχάσεις, πάρε τηλέφωνο να μου πεις για το παιδί.
– Κι αν χρειαστεί να μείνω; Τι θα κάνεις εσύ;
– Ρε φύγε τώρα. Θα βρω την άκρη.
Η Νεφέλη έλειψε τέσσερις μέρες. Η Άρτεμις παιδεύτηκε πολύ μόνη της, μα ο νους της ήταν στον ανιψιό της και το σπασμένο χέρι. Όταν γύρισε πήγε κατευθείαν στο σπίτι της μαμάς της, η οποία δεν θυμόταν γιατί είχε φύγει και την κοιτούσε περίεργα.
– Αδερφή, πρέπει να μιλήσουμε.
– Ωχ, με τρομάζεις. Όλα καλά με το παιδί;
– Πρέπει να ξαναπάω. Το κάταγμα ήταν σοβαρό, κάναμε επέμβαση, δεν ήθελα να έχεις κι αυτό έννοια.
– Τι λες ρε Νεφέλη; Γιατί δεν μου είπες τίποτα;
– Πόσα να φορτωθείς; Άκουσέ με, πρέπει να βρούμε μια λύση για την μαμά.
– Τι λύση; Τι εννοείς;
– Δεν γίνεται άλλο να υπερβάλουμε εαυτό. Πού θα πάει αυτό; Να που συμβαίνουν και τα απρόοπτα. Πόσα κομμάτια να γίνουμε; Η μαμά δεν θα καλυτερεύσει, το αντίθετο!
– Νεφέλη τι λες; Τι προτείνεις;
– Να βρούμε μια γυναίκα να την φροντίζει ή να την βάλουμε σε ένα ίδρυμα που θα της παρέχουν ιατρική περίθαλψη και φροντίδα.
– Τι;
– Άρτεμις, σχεδόν τρία χρόνια τώρα τρέχουμε, φαρμακείο – σπίτι – πατρικό και ανάποδα, με τον τελευταίο χρόνο να έχει μεγάλη πτώση η μαμά.
– Εξαρχής είπαμε ότι θα είναι δύσκολο, το ξέραμε, αλλά αποφασίσαμε να μη βάλουμε ξένο άτομο στη φροντίδα της. Ας μη συζητήσω για το ίδρυμα, ούτε να το σκεφτώ δεν θέλω.
– Ναι, αλλά η θεωρία με την πράξη έχουν τεράστια απόσταση. Άρτεμις, την αγαπώ όσο κι εσύ, αλλά ο ρομαντισμός δεν χωράει πια. Η κατάστασή της έχει χειροτερέψει κι έπεται το απόλυτο κενό. Δεν θα μας αναγνωρίζει. Τι θα κάνουμε;
– Πώς άλλαξες έτσι γνώμη; Τι μεσολάβησε;
– Πνίγομαι! Ξέρεις τι είναι να μη μπορώ να πάω στο παιδί μου χωρίς να σκέφτομαι τι αφήνω πίσω;
– Θα βρούμε μια λύση. Πάντα δεν βρίσκουμε; Μαζί;
– Μία είναι η λύση. Δεν αντέχω άλλο Άρτεμις. Κουράστηκα.
– Καταλαβαίνω, πιέστηκες. Όλα θα γίνουν, θα δεις.
– Εσύ δεν έχεις άντρα και παιδί, δεν μπορείς να καταλάβεις.
Η Άρτεμις έμεινε να την κοιτάζει. Δεν απάντησε. Το ύφος της αδερφής της είχε αλλάξει. Το ίδιο και ο τόνος της φωνής της. Ποτέ ξανά δεν ήταν τόσο απόλυτη, τόσο αδιάλλακτη. Δεν μπορούσε να καταλάβει πού έκρυβε τόση αγανάκτηση.
Την επόμενη μέρα, βρήκε δικαιολογίες για την ασυνέπεια στις υποχρεώσεις απέναντι στην μαμά τους, αφήνοντάς την μόνη και την μεθεπόμενη έφυγε πάλι για Θεσσαλονίκη, ανακοινώνοντάς το στην αδερφή της τηλεφωνικά. Η Άρτεμις ένιωσε ξαφνικά μια παγερή μοναξιά. Δεν ήταν οι ευθύνες που την τρόμαξαν, αλλά η αίσθηση ότι κάτι είχε αλλάξει στη σχέση της με την δίδυμη αδελφή της. Την πήρε πολλές φορές τηλέφωνο χωρίς ποτέ να το σηκώσει. Πήρε στον ανιψιό της, χωρίς τύχη ούτε κι εκεί. Πληγή ανοιχτή η ψυχή της. Τα δύο άτομα που λάτρευε, μετά την μαμά της, την άφηναν έξω από τη ζωή τους, μέσα σε μια στιγμή.
Την τρίτη μέρα απουσίας της στην Θεσσαλονίκη, σήκωσε το τηλέφωνο που δε σταμάτησε ποτέ να χτυπά.
– Ναι.
– Νεφέλη; Επιτέλους! Έχω πάρει τόσες φορές. Γιατί δεν το σηκώνεις;
– Σου άφηνα χρόνο να σκεφτείς.
– Νεφέλη, τι σου συμβαίνει; Ποτέ δεν υπήρξε παύση ανάμεσα μας και σιωπή! Πόσο μάλλον ένταση!
– Τι θέλεις να ακούσεις Άρτεμις; Ότι όλα θα πάνε καλά κι ότι έχουμε η μία την άλλη; Μεγαλώσαμε για τέτοια παραμύθια, δε νομίζεις;
– Παραμύθια; Μια ζωή είχαμε η μια την άλλη, τι άλλαξε τώρα;
– Όσο εθελοτυφλείς, δεν βλέπεις ότι όλα άλλαξαν. Δεν μπορούμε πια να κάνουμε τίποτα για την μαμά, κατάλαβέ το. Τι θα κάνουμε όταν δεν θα μας αναγνωρίζει;
– Θα την αγαπάμε.
– Μα δεν έχει να κάνει με την αγάπη! Δηλαδή αν την βάλουμε σε ίδρυμα, παύουμε να την αγαπάμε; Τι μπορούμε να της προσφέρουμε; Θα θαφτούμε μαζί της, δεν το βλέπεις; Εγώ έχω άντρα και παιδί.
– Ναι! Μου το είπες ξανά! Άσε που το γνωρίζω ήδη. Έχεις άντρα και παιδί, σωστά. Είναι καλά ο ανιψιός μου; Δεν σήκωνε ούτε αυτός το τηλέφωνο.
– Πονάει. Καλά είναι, αναρρώνει.
– Μάλιστα… Πότε επιστρέφεις;
– Είδες; Καίγεσαι για το πότε επιστρέφω. Δεν μπορείς το βάρος. Πρέπει να απαλλαγούμε Άρτεμις.
– Ρώτησα, γιατί μου έλειψες, όχι για το πότε θα μοιραστώ το… βάρος, είπε απογοητευμένη κι έκλεισε το τηλέφωνο.
Δεν ήταν αυτή η αδερφή της. Μπορούσε να κατανοήσει την κούρασή της, αλλά όχι την έκρηξή της. Δεν ήταν μόνο η μαμά τους. Ούτε ρώτησε πώς τα βγάζει πέρα στο φαρμακείο. Ναι, φυσικά, είχαν την υπάλληλό τους, αλλά πότε σταμάτησε να νοιάζεται, να συμπονά;
Άφησε το σπίτι της, για να μη χάνει χρόνο με τα πήγαινε έλα και κοιμόταν στο πατρικό της. Φρόντιζε την μαμά της μόνη της. Της μαγείρευε, μα μετά την πρώτη πιρουνιά, το απομάκρυνε από μπροστά της. Ούτε και από έξω, τα έτοιμα φαγητά ακουμπούσε, σα να μην άντεχε που δεν ήταν φτιαγμένα από τα χέρια της Νεφέλης.
– Γιατί δεν τρως μαμά; την ρωτούσε αγκαλιάζοντάς την, χωρίς να παίρνει απάντηση. Μόνο την κοιτούσε, σιωπηλά.
Ήταν Κυριακή. Έπιασε αγκαζέ την μαμά της και πήγαν στο αγαπημένο τους σημείο. Μόνο τις Κυριακές που ήταν ασαράντιστο το μωρό τους, δεν ήταν μαζί τους η Νεφέλη, ποτέ άλλοτε. Ακόμα και τις διακοπές τους τις κανόνιζαν έτσι και οι δύο, να είναι παρούσες στο ραντεβού τους. Και τώρα, ήταν οι δυο τους.
– Πού είναι η Νεφέλη;, ρώτησε σα μικρό παιδί, που κάνουν την ίδια ερώτηση πολλές φορές.
– Δεν είπαμε; Ο εγγονός σου έσπασε το χέρι του και πήγε να τον φροντίσει λίγες μέρες.
– Ψέματα μου λες. Το βλέπω στα μάτια σου.
Η Άρτεμις την κοιτούσε σαστισμένη.
– Τι ψέματα βρε μανούλα μου; Γιατί να σου πω ψέματα;
Δεν μίλησε άλλο η Μέλπω. Έβλεπε τους γλάρους να πετούν και αναστέναξε.
Δεν την ξαναπήρε τηλέφωνο ή Άρτεμις. Ούτε όμως και το δικό της χτύπησε. Πρώτη φορά, στα σαράντα οχτώ τους χρόνια, που δεν μίλησαν τόσες μέρες. Λαχταρούσε να την ακούσει, να της πει ότι την αγαπάει κι ότι δεν αντέχει να είναι έτσι μεταξύ τους, μα δεν το έκανε. Όχι από εγωισμό, από δειλία. Φοβόταν την αντίδρασή της.
Την Τρίτη το πρωί, πήγε στο φαρμακείο και την βρήκε εκεί.
– Γύρισες; Καλώς ήρθες! Το παιδί;
– Καλά, έχει δρόμο μπροστά του, αλλά καλά ευτυχώς. Η μαμά;
– Καλά. Μένω στο σπίτι της αυτές τις μέρες.
– Βέβαια! Εσύ, η καλή, η ευαίσθητη κόρη, που την αγαπάς.
Δεν προλάβαινε τις εξελίξεις η Άρτεμις. Δεχόταν τα χτυπήματα και δεν ήξερε πια τι να πει, τι να κάνει.
– Νεφέλη, τι λες;
– Άρτεμις θέλω να την βάλουμε σε ίδρυμα. Θα διαλέξουμε το καλύτερο, όσο πιο κοντά μας γίνεται. Θα είναι για καλό όλων μας.
– Εγώ δεν συμφωνώ! Θα την αναλάβω εγώ. Δεν θέλω τίποτα από σένα.
Νοίκιασε το σπίτι της, μετακόμισε στο πατρικό της και χώρισαν τις πρωινές και απογευματινές βάρδιες στο φαρμακείο ανά βδομάδα κι όχι μέρα με τη μέρα εναλλάξ, που το είχαν τα χρόνια που παράλληλα φρόντιζαν την μαμά τους. Δεν βλεπόντουσαν. Ό,τι αφορούσε το φαρμακείο το κανόνιζαν μέσω της υπαλλήλου τους. Η Νεφέλη δεν χτύπησε ποτέ την πόρτα του σπιτιού, να δει την μαμά της. Η Άρτεμις μάθαινε από συγγενείς και από πελάτες ότι έκανε συχνά ταξίδια αναψυχής και κοντινές αποδράσεις με τον γαμπρό της. Αυτό που την πονούσε πιο πολύ, ήταν ότι την απέκοψε από την ζωή του και ο ανιψιός της. Του έστελνε μηνύματα, εξηγώντας του ότι μπορεί η ζωή να τα έφερε έτσι, μα για εκείνη θα ήταν πάντα ο έρωτάς της κι ότι δεν άντεχε να μη έχουν επικοινωνία. Δεν μπήκε καν στον κόπο να της πει ένα “δεν θέλω να έχω σχέσεις μαζί σου πια”. Η μαμά της, μαράζωνε, θαρρείς και η απουσία της κόρης της βάρυνε περισσότερο τον ψυχισμό της. Για ένα διάστημα η Άρτεμις ήλπιζε ότι κάποια Κυριακή θα την δουν στο παγκάκι τους, θα αγκαλιάζονταν όλες μαζί και θα τα ξεχνούσαν όλα. Δεν έγινε ποτέ.
Κι όπου κατά τύχη συναντιόντουσαν οι αδερφές, δεν έβλεπε λαχτάρα στο βλέμμα της. Το αντίθετο. Διέκρινε μια υπεροψία, έναν αρνητισμό, που ήταν μαχαίρι στην καρδιά. Ποιος να της το ‘λέγε ότι θα κατέληγαν δύο ξένες οι δυο τους…
Πέρασαν έτσι τέσσερα ολόκληρα χρόνια. Με ολοκληρωτική αφοσίωση στην μαμά της, με ψυχικό κόστος και απέραντη μοναξιά. Δεν το μετάνιωσε λεπτό κι ας είχε ξεπεράσει τα όρια της εξάντλησης καιρό πριν. Τον τελευταίο χρόνο δεν την αναγνώριζε καν. Συνέπεσε με το ότι η καλύτερη της φίλη, είχε μείνει χωρίς δουλειά αφού το μαγαζί που δούλευε έκλεισε και της ζήτησε να μένει κάποιες ώρες με τη μαμά της επί πληρωμή. Είχε την σιγουριά, με ποια άφηνε την μαμα της όταν έλειπε κι αυτό ήταν πολύτιμο. Τα πράγματα χειροτέρεψαν όταν άρχισε να γίνεται επιθετική, να έχει παραισθήσεις και να αρνείται παντελώς να φάει. Η Άρτεμις με υπομονή, προσπαθούσε να την ηρεμήσει. Δεν θα την παρατούσε τώρα που την είχε ανάγκη πιο πολύ από ποτέ. Κρατούσε ώρες μπροστά της, ένα κουταλάκι με γάλα, λέγοντάς της ιστορίες, μήπως και ανοίξει το στόμα της. Είχε μείνει ένα μικροσκοπικό κουβαράκι πάνω στο κρεβάτι.
Δεν κράτησε πολύ. Ένα απόγευμα, έσβησε, έτσι απλά. Την έκλαψε πολύ την μανούλα της. Γονατιστή, χάιδευε το αποστεωμένο πρόσωπό της και τα δάκρυά της έτρεχαν. Δεν είχε κανέναν πια.
Στην κηδεία, η Νεφέλη ήταν τρομακτικά ψυχρή. Σαν να πήγαινε στην κηδεία μιας γνωστής. Ούτε ένα δάκρυ, ούτε έναν παρήγορο λόγο στην αδερφή της. Η Άρτεμις ήταν ήδη διαλυμένη τόσα χρόνια, δεν είχε πια προσδοκίες από κείνη. Αυτός που την εξέπληξε ευχάριστα ήταν ο ανιψιός της, που την αγκάλιασε, της ψιθύρισε “μου έλειψες” και απέφευγε να την κοιτάξει στα μάτια, μάλλον από τύψεις. Ανταπέδωσε την αγκαλιά, τον χάιδεψε και του είπε “έγινες άντρας αγόρι μου. Κι εμένα μου έλειψες” .
Μόλις έκαναν και τα σαράντα, η Άρτεμις ζήτησε να δει την Νεφέλη. Μπήκε κατευθείαν στο θέμα, πριν προλάβει να ρωτήσει τον λόγο της συνάντησής τους, αφού την άκουγε νευρική στο τηλέφωνο.
– Η διαθήκη της μαμάς είναι γνωστή χρόνια τώρα, μας τα μοίρασε, το μόνο που έχουμε κοινό, είναι το φαρμακείο. Αποφάσισα να πουλήσω το μερίδιό μου. Αν το θέλεις, καλώς, αλλιώς θα έχεις κάποιον άλλον συνέταιρο.
Η Νεφέλη δεν περίμενε κάτι τέτοιο και η έκφραση της πρόδιδε έκπληξη. Όχι όμως κάποιο συναίσθημα λύπης ή κάτι που να αποδεικνύει ότι είχε ακόμα συναισθήματα μέσα της. Η Άρτεμις ένιωσε να ξεριζώνεται ό,τι είχε απομείνει στην καρδιά της από την αδερφή της.
Την επόμενη μέρα, της έβαλε στην τράπεζα το ποσόν που ζήτησε και η Άρτεμις μια εβδομάδα μετά μετακόμισε. Δεν είχε τίποτα να την κρατάει στο Πόρτο Ράφτη. Αναζητούσε όσο τίποτα, μια αλλαγή στη ζωή της. Την ιδέα της την έδωσε μια συμφοιτήτριά της, από την Κρήτη, που κρατούσαν επαφές και ήξερε τα καθέκαστα. Της πρότεινε να μπει συνέταιρος στο φαρμακείο της στα Χανιά, αφού ήταν έγκυος σε δίδυμα και είχε κι ένα αγοράκι δύο ετών, ο άντρας της ήταν γιατρός και το εικοσιτετράωρό τους πιεσμένο. Δέχτηκε χωρίς δεύτερη σκέψη.
Δύο χρόνια μετά, μια Κυριακή πρωί, σκάλιζε το μικρό δωματιάκι που είχε σαν αποθήκη. Δεν είχε ανοίξει ακόμα την κούτα με τα προσωπικά αντικείμενα της μαμάς της. Αποφασιστικά, την πήρε στο μπαλκόνι. Το πρώτο πράγμα που είδε, ήταν η φωτογραφική μηχανή του μπαμπά της. Οι μνήμες των ατελείωτων φωτογραφιών με κείνη και την αδερφή της, των τριών χρόνων που πρόλαβε να τις ζήσει, πλημμύρισαν το μυαλό της. Την κρατούσε στα χέρια της, όταν ακούστηκε ένα τσικ κι άνοιξε το καπάκι. Είχε μέσα ένα φιλμ.
Πρωί πρωί το άφησε σε ένα φωτογραφείο για εμφάνιση κι ας μην χρησιμοποιούσε ο κόσμος πια φιλμ. Θα τις έπαιρνε το μεσημέρι, αλλά δεν περνούσε η ώρα στο φαρμακείο. Πλησίαζε το κλείσιμο και είχε ησυχία. Έπιασε το κινητό της. Ο τίτλος του άρθρου που βγήκε στην οθόνη, δεν μπορεί, ήταν βαλτός. Κάποιος της έκανε φάρσα. Όλα από χθες, που σκάλισε το παρελθόν, την ταξίδευαν στο Πόρτο Ράφτη.
Στα χέρια της κρατούσε τον φάκελο και τον άνοιξε βιαστικά. Δεν μπορούμε να πιστέψει αυτό που έβλεπε. Όλες οι φωτογραφίες από τα τρίτα τους γενέθλια που δεν πρόλαβε να εμφανίσει. Πόση αγάπη και χαρά στις ξεθωριασμένες παλιές φωτογραφίες μιας άλλης εποχής. Ζωντάνευαν στα χέρια της οι γονείς της, η αδερφή της, η ζωή της. Στάθηκε στην τελευταία φωτογραφία που δεν ήταν από τα γενέθλια, που δεν είχε καν πρόσωπα. Ήταν το παγκάκι τους, η θάλασσα και μια ομάδα γλάρων που ο φωτογραφικός φακός του μπαμπά της, έπιασε στο πέταγμα. Η γαλήνη και η ομορφιά του τοπίου, σε συνδυασμό με τις μνήμες, της έφεραν δάκρυα στα μάτια. Ναι, αν είχε την δυνατότητα να βρεθεί κάπου ως δια μαγείας, θα ήταν σε εκείνο το μέρος της φωτογραφίας, με την μαμά και την αδερφή της. Τους χώριζε ο παράδεισος με την μαμά της και η χιλιομετρική, αλλά κυρίως η ψυχική απόσταση με την αδερφή της. Ακόμα και τώρα όμως, που είχε να την δει και να ακούσει νέα της, δύο χρόνια, θα ήθελε, όλα, να είχαν εξελιχθεί αλλιώς. Τα αδέρφια δεν θα έπρεπε να αφήνουν τίποτα να μπει ανάμεσά τους. Τα αδέρφια θα έπρεπε να είναι πάντα μια γροθιά, στα εύκολα και τα δύσκολα της ζωής.
Σε μια άδεια κορνίζα πάνω στην τραπεζαρία της, έβαλε την φωτογραφία. Τις μνήμες της, δεν μπορούσε κανείς να τις ξεριζώσει από μέσα της.
Χρυσούλα Καμτσίκη
