Η κυρία Μαρία ζούσε μόνη της, αλλά αγαπούσε πολύ τα ζωάκια, θεωρώντας τη μοναδική (εν ζωή) οικογένειά της. Τάιζε γατούλες στην αυλή, φρόντιζε αδέσποτους σκύλους και πετούσε ψίχουλα στα περιστέρια. Μα η αδυναμία της ήταν ένα ιδιαίτερο περιστέρι, ένα τυφλό περιστέρι που επισκεπτόταν καθημερινά το μπαλκόνι της. Μπορεί να μην είχε μάτια να δει, αλλά η κυρία Μαρία είχε καταλάβει πως έβλεπε με τα μάτια της ψυχής. Ένιωθε πως αυτή το αγαπούσε, κι έτσι έβρισκε πάντα το δρόμο για το σπίτι της. Ακολουθούσε τη μυρωδιά της και έτσι μπορούσε να τη βρίσκει. Το θαύμαζε για την ευστροφία του και για το θάρρος του. Παρόλο που δεν είχε μάτια, ήξερε να αξιοποιεί σωστά τις άλλες του αισθήσεις και, φυσικά, τα φτερά του, πετώντας περήφανο και βρίσκοντας προορισμούς.
Κάποια στιγμή, η κυρία Μαρία έπαθε άνοια, κι από το νου της άρχισαν να σβήνουν πληροφορίες για απλά καθημερινά πράγματα, όπως πού είχε τοποθετήσει τα αντικείμενα, ξέχναγε να φάει, είχε λησμονήσει πολλά από τα ζωάκια που ήταν στην αυλή, μα δεν ξέχναγε να πετά ψίχουλα στο αγαπημένο της τυφλό περιστέρι. Κάθε φορά που το έβλεπε, χαμογελούσε και του μιλούσε σαν να είναι παιδί.
Ώσπου μια μέρα, το περιστέρι ήρθε στην αυλή της με μια φωτογραφία. Η φωτογραφία απεικόνιζε ένα νεαρό κορίτσι αγκαλιά με ένα αγόρι με μεγάλα μαύρα γυαλιά. Η κυρία Μαρία, όταν είδε τη φωτογραφία, αυτόματα ανακάλεσε τις πιο έντονες αναμνήσεις της ζωής της και άφησε τα δάκρυά της να κυλήσουν. Στη φωτογραφία ήταν αυτή νέα, με τον μεγάλο της έρωτα, τον Μάρκο, που τον γνώρισε τυφλό, έτσι είχε γεννηθεί. Δεν είχε αντικρίσει ποτέ τον κόσμο, τα χρώματα της αυγής, του ηλιοβασιλέματος, τα αμυγδαλωτά μάτια της Μαρίας, μα αυτός είχε μια ψυχή γεμάτη χρώματα. Ερωτεύτηκε βαθιά τη Μαρία για την ομορφιά της ψυχής της, τις όμορφες συζητήσεις τους, τον ήχο του γέλιου της, τη φωνή της. Διαρκώς ψηλάφιζε το πρόσωπό της και προσπαθούσε να τη φανταστεί. Οι άλλες του αισθήσεις ήταν τόσο δυνατές που μπορούσε να καταλάβει πάντοτε, από τον ήχο της φωνής της Μαρίας, πότε ήταν τα μάτια της θλιμμένα, ακόμα και αν προσποιούνταν τη χαρούμενη, πότε καθόταν στο δωμάτιο με τα φώτα κλειστά και πότε άφηνε το φως να μπει διάχυτο στο δωμάτιό τους. Αγαπήθηκαν πολύ και βαθιά, δεν μπόρεσαν να κάνουν παιδιά, μα έμειναν μαζί πολλά χρόνια.
Μέχρι που η ζωή τους χώρισε. Ο Μάρκος αρρώστησε βαριά και έχασε τη ζωή του, και τότε η Μαρία απομονώθηκε και βυθίστηκε στη θλίψη της. Κλείστηκε στο σπίτι της και αφοσιώθηκε στη φροντίδα των ζώων. Άλλωστε, στη ζωή της ήθελε μόνο τον Μάρκο της· ήταν ο μοναδικός άνθρωπος που την είχε στηρίξει, που χρωμάτιζε την ψυχή της. Μαζί του δεν γνώρισε την έννοια της μοναξιάς, που βίωνε πολύ έντονα πριν τον γνωρίσει.
Καθώς επανέφερε όλη αυτή την ιστορία στη μνήμη της, όσο αδύναμο και αν ήταν πια το μυαλό της, κατάφερε κι έκανε τον συνειρμό ότι αυτό το περιστέρι ήταν ο αγαπημένος της, που στενοχωριόταν να τη βλέπει μόνη της και πήρε τη μορφή ενός τυφλού περιστεριού για να την προσέχει.
Το τυφλό περιστέρι δεν άφησε ποτέ την κυρία Μαρία· ήταν δίπλα της μέχρι τη στιγμή που έκλεισε τα μάτια της.
Ιωάννα Χαντζαρά

One response to “Το τυφλό περιστέρι”
[…] Περιστεροκαμώματα Το τυφλό περιστέρι […]