“Εεεεε… Κύριε Πρύτανη, θα μπορούσαμε να κάνουμε ένα διάλειμμα; Δεν έχει μείνει πολύ, αλλά θα ήθελα να πάρω μια δυο ανάσες!”.
Όση ώρα ο Κορνήλιος μιλούσε, δεν είχε αφήσει το χέρι της Ηλέκτρας και εκείνη δεν είχε κάνει καμία κίνηση για να το απελευθερώσει. Μόλις ο πρύτανης έδωσε την έγκριση για το διάλειμμα, ο Κορνήλιος πήρε την Ηλέκτρα από το χέρι και εξαφανίστηκαν από τις πίσω πόρτες. Σε ένα λεπτό είχαν βρεθεί στο γραφείο του πρύτανη.
Μόλις έκλεισε η πόρτα πίσω τους, η Ηλέκτρα πέταξε την τσάντα της στον καναπέ, έπιασε τα μαλλιά της και άρχισε να βηματίζει πάνω κάτω. Ο Κορνήλιος στεκόταν ακίνητος και την κοιτούσε στα χαμένα.
“Πότε ήρθες;”, τον ρώτησε εκείνη.
“Πριν τρεις μέρες!”
“Γιατί;”
“Για την ομιλία!”. Παύση. “Δεν ήξερα ότι..”
“Ναι! Δεν ήξερες ότι είναι η τελική φάση για το πτυχίο ΜΟΥ. Μήπως δεν ήξερες και για τη διατριβή μου;”
“Στο ορκίζομαι όχι!”
“Ασε τους όρκους, Κορνήλιε! Οι όρκοι σου με χόρτασαν!”
Σωριάστηκε στον καναπέ και έπιασε το κεφάλι με τα δύο της χέρια.
Ο Κορνήλιος με βαριά βήματα κατευθύνθηκε προς το γραφείο. Το κορμί του έπεσε βαρύ στην καρέκλα κάνοντας έναν εκκωφαντικό ήχο μέσα στην απόλυτη ησυχία. Μόνο ανάσες ακούγονταν. Εκείνος έσπασε πρώτος τη σιωπή…
“Ηλέκτρα…”
“Μη!”
“Τι ‘μη’; Δεν είπα τίποτα!”
“Μη λες το όνομά μου! Σε παρακαλώ!”. Τα μάτια της είχαν βουρκώσει, αλλά δεν σήκωνε το κεφάλι της να τον κοιτάξει. Ένιωθε το αίμα στο κεφάλι της να βράζει.
“Δεν το ήξερα! Δεν μπορούσα να φανταστώ ότι θα ήσουν εδώ. Δεν περίμενα ότι θα συνεχίζες. Άσε που εσένα δεν σου άρεσαν ποτέ οι ομιλίες!”
Τον κατακεραύνωσε με το βλέμμα. “Αυτό είναι το θέμα μας; Ότι ‘δεν μου άρεσαν ποτέ οι ομιλίες’ ή ότι εσύ είσαι εδώ με σάρκα και οστά μετά από τόσα χρόνια;”
“Δεν..”
“Ναι… ‘ΔΕΝ’ Κορνήλιε! Η ζωή σου ένα ‘δεν’. Η ζωή μας ένα ‘δεν’…”
Κατέβασε ξανά το κεφάλι.
Σιωπή. Ξαναέσπασε εκείνος τη σιωπή πρώτος.
“Και τι ήθελες να κάνω δηλαδή;”
“Τι ήθελα να κάνεις; Να νοιαστείς. Να στείλεις ένα μήνυμα. Να πάρεις ένα γ@μhμέvo τηλέφωνο και να ενημερώσεις. Να με προειδοποιήσεις. Να με προετοιμάσεις. Αλλά πού…’
“Θα σου φαίνονταν πιο φυσιολογικό το ‘Έρχομαι Ελλάδα για μια ομιλία. Θα ήθελα πολύ να σε δω!’;”
Η Ηλέκτρα έβαλε τα γέλια. “Το πρώτο σκέλος, ναι. Το δεύτερο περιττό. Αν ήθελες να με δεις, θα κινούσες Γη και Ουρανό για να έρθεις. Αλλά ξέχασα… Εσύ απλά έριξες μια μαύρη πέτρα πίσω σου, πήρες το αεροπλάνο και εξαφανίστηκες. Ok ναι… Η καριέρα σου. Το ξέρω ότι είναι πάντα πρώτη, αλλά εμείς; Εμείς ένα τίποτα; Ένα βάρος; Ένα εμπόδιο;”. Παύση. “Και πόσο σε αγαπούσα, Κορνήλιε. Πόσο σε θαύμαζα. Πόσο…”
Τα μάτια της άρχισαν να τρέχουν δάκρυα. Τόσες αναμνήσεις ξεχύθηκαν σαν χείμαρρος μπροστά της. Εκείνη πήγαινε ακόμα σχολείο όταν τον γνώρισε. Τρίτη Λυκείου. Εκείνος τριτοετής στην εγκληματολογία. Έρωτας κεραυνοβόλος. Ήξερε ότι η διαφορά ηλικίας ήταν πρόβλημα και περίμενε υπομονετικά να ενηλικιωθεί για να την κάνει δική του. Οι οικογένειές τους ήταν ενήμερες από την αρχή και απλά στήριζαν διακριτικά. Έβλεπαν ότι μόνο καλό θα έκανε αυτή η σχέση και τους δύο.
Για εκείνον, η Ηλέκτρα ήταν η αφορμή να μαζευτεί και να αφοσιωθεί στη σχολή του. Για εκείνη, ο Κορνήλιος ήταν και ο λόγος που στρώθηκε στο διάβασμα και πέρασε πρώτη στην εγκληματολογία. Εκείνος δε, την λάτρευε όσο τίποτα όμως πάντα η αγάπη του μοιραζόταν ανάμεσα σε εκείνη και στην καριέρα του. Είχε φιλοδοξίες και όνειρα και είχε βάλει σκοπό της ζωής του να πετύχει για χάρη της. Εκείνη τον θαύμαζε και τον αγαπούσε μέχρι θανάτου. Δεν την ένοιαζαν τα χρόνια διαφοράς, ούτε οι διαφορετικές ζωές. Ήταν πλασμένοι ο ένας για τον άλλον. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν…
Κανένας από τους δύο δεν μιλούσε. Είχαν βυθιστεί στις σκέψεις τους. Ο ήχος της πόρτας τους ξύπνησε από τον λήθαργο των αναμνήσεων.
“Κύριε Λάππα, πέρασε η ώρα. Θέλετε να ‘ρθείτε να ολοκληρώσετε την ομιλία;”
Ο Κορνήλιος έγνεψε καταφατικά και σηκώθηκε από το γραφείο. Κατευθύνθηκε προς την πόρτα, όμως σταμάτησε.
“Θα με περιμένεις να τελειώσω;”
Η Ηλέκτρα σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε. Ο Κορνήλιος στεκόταν απέναντί της και της χαμογελούσε. Αυτό το χαμόγελο της έκοψε τα γόνατα.
“Λέγε… Θα με περιμένεις;”
Η Ηλέκτρα κούνησε το κεφάλι και χαμογέλασε. “Ναι! Θα σε περιμένω! Έχουμε πολλά να πούμε!”
“Το ξέρω…”. Έκανε να φύγει μα κοντοστάθηκε. Γύρισε προς το μέρος της.
“Αν δεν έχεις πρόβλημα, θέλω να δω και το παιδί μας!”.
Κατερίνα Μοχράνη
Συνεχίζεται…

One response to “Η ομιλία – Μέρος 2ο”
[…] Προηγούμενο […]