Διπλή αγάπη

Όταν η Ελισάβετ είδε ξανά την κόρη της μετά από 7 χρόνια να στέκεται στην είσοδο του εστιατορίου κρατώντας ένα κοριτσάκι από το χέρι, ήξερε ότι ήταν μπροστά σε μια από τις πιο σημαντικές αποφάσεις της ζωής της. Μπορούσε να φύγει και να συνεχίσει την ζωή της όπως έκανε μέχρι τότε ή να αποφασίσει αν θα έκανε εκείνο το πρώτο βήμα προς την συμφιλίωση. Εκείνο το δύσκολο βήμα που πρέπει να καταπιείς τον εγωισμό σου και να κατεβάσεις το κεφάλι και όταν είσαι μια κυρία της τάξεως της Ελισάβετ, αυτό είναι πολύ δύσκολο. Όταν εσύ έχεις διώξει την κόρη σου από το σπίτι και την έχεις αφήσει μόνη της να αναμετρηθεί με την ζωή ενώ κουβαλά μια νέα μέσα της. Όταν έχεις την δυνατότητα να βοηθήσεις και επιλέγεις να μην το κάνεις. Τότε καταλαβαίνεις ότι το πικρό δηλητήριο του εγωισμού σκότωνε τελικά εσένα.

«Ελεονόρα»

«Μαμά;»

«Καλησπέρα», μουρμούρισε και έτρεμε η φωνή της. Πώς να πει και τι να πει και πώς να ανοίξει την κουβέντα. Μα ήταν και οι καλοί τρόποι της τάξης της που δεν την άφηναν να φανεί αγενής και να προσπεράσει τον χαιρετισμό δημόσια. Γιατί έπρεπε να περάσει από δίπλα τους για να μπει στο εστιατόριο και δεν μπορούσε να το κάνει χωρίς να τις χαιρετίσει.

«Τι κάνεις εδώ;»

«Περιμένω τον πατέρα σου…»

«Ο μπαμπάς; Είναι εδώ ο μπαμπάς;» γλύκανε στην σκέψη να τον ξαναδεί, γιατί μόνο εκείνος στάθηκε στο πλευρό της και πάλεψε για εκείνη. Και περισσότερο από όλα όσα έχασε, της στοίχισε που έχασε εκείνον.

«Ναι. Είχε μια δουλειά εδώ», κοίταξε γύρω της προσπαθώντας να διασκεδάσει την απέχθειά της για την ταπεινότητα της μικρής πόλης που εκεί βρήκε να κλείσει μια μεγάλη συμφωνία για την εταιρεία ο άντρας της. «Ταξιδέψαμε αυθημερόν. Είπαμε να φάμε κάτι πριν φύγουμε. Και μόνο αυτό το μέρος ήταν κοντά».

«Εδώ δουλεύω!»

«Αλήθεια; Τι σύμπτωση, ποιος να το περίμενε ότι θα σας έβρισκα εδώ!», γέλασε αμήχανα. Έπιασε την καρδιά της να δει μήπως και της έκανε την χαρά να την προδώσει εκείνη τη στιγμή. Μα και σε αυτό άτυχη ήταν. Μια χαρά ήταν η καρδιά της και ας ήταν άδεια.

«Θέλεις να σας συστήσω;» ρώτησε η Ελεονόρα για να μην αποφασίσει μόνη της αν η μαμά της ήταν έτοιμη να ακούσει για πρώτη φορά να την αποκαλούν γιαγιά.

«Ναι. Φυσικά», ένιωσε κρύο ιδρώτα να την λούζει και το μόνο που σκεφτόταν ήταν πότε θα καταφτάσει ο Αιμίλιος, ο άντρας της που πάντα ήξερε τι να πει και πώς να το πει. Και εκείνη τη στιγμή τον χρειαζόταν πιο πολύ από ποτέ.

«Λία, γλυκιά μου, αυτή είναι η Ελισάβετ, η γιαγιά σου»

«Γεια σας», είπε ντροπαλά το κοριτσάκι. «Θα φάμε μαζί σήμερα;»

Αυτή ήταν μια ερώτηση στην οποία η Ελισάβετ δεν μπόρεσε να πει όχι και έτσι όταν έφτασε τελικά ο Αιμίλιος, κοίταξε από το τζάμι το τραπέζι που καθόταν η γυναίκα του στο εστιατόριο και δεν μπόρεσε να πιστέψει ότι έβλεπε να κάθονται μαζί της η κόρη και η εγγονή τους. Ίσιωσε την γραβάτα του να κάνει καλή εντύπωση στην μικρή που πρώτη φορά θα γνώριζε, τουλάχιστον από κοντά. Και αυτό γιατί είχε παραβεί τους κανόνες της Ελισάβετ και όχι μόνο είχε κρυφή επικοινωνία με την κόρη του ανά διαστήματα, αλλά είχε δει και φωτογραφία του παιδιού της. Για συνάντηση από κοντά ή οικονομική βοήθεια ούτε λόγος, θα τον ανακάλυπτε, δεν υπήρχε αμφιβολία, θα μυριζόταν στον αέρα την προδοσία του. Είχε όμως μάθει να παίζει στα δάκτυλα την τεχνολογία και να εξαφανίζει τα ψηφιακά του ίχνη. Και να που τώρα τον λυπήθηκε ο Θεός και έβαλε το χέρι του να τελειώσει αυτό το θέατρο του παραλόγου. Μετά από 7 χρόνια, ήρθε η ώρα να σταματήσει να κρύβεται και να μπορεί επιτέλους όχι μόνο να δει από κοντά τα αγαπημένα του κορίτσια, αλλά να φάει και μαζί τους. Αυτά τουλάχιστον ευχόταν, γιατί κατά βάθος ήξερε ότι το αποτέλεσμα θα κρινόταν στο τέλος εκείνου του δείπνου. Και η Ελισάβετ δεν θα έκανε εύκολα πίσω, γιατί θα έπρεπε να παραδεχτεί ότι έκανε λάθος και αυτό ήταν κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ στην ζωή της. Μα ποιος είναι αλάνθαστος; Να σηκώσει πρώτος την πέτρα. Και η Ελισάβετ κρατούσε πάντα μια στο χέρι της.

Ο Αιμίλιος μπήκε στο εστιατόριο χασκογελώντας κάτω από το μουστάκι του και η Ελισάβετ του έριξε ένα αυστηρό βλέμμα μπας και συνετιστεί. Μα δεν πτοήθηκε και άνοιξε τα χέρια του διάπλατα και μόνο που δεν χοροπηδούσε όσο τις αγκάλιαζε. Και μόνος του συστήθηκε περήφανα και μόλις η λέξη «παππούς» βγήκε από το στόμα του, άρχισαν να τρέχουν ποτάμια τα δάκρυα από τα μάτια του. Και η Ελισάβετ δεν ήξερε πού να κρυφτεί και κατέβασε μια γερή γουλιά από το κρασί της και έκανε αέρα στο εαυτό της με τον κατάλογο. Η Ελεονόρα από την άλλη συγκινήθηκε, γιατί ονειρευόταν να έρθει η στιγμή της γνωριμίας τους και όσο περνούσαν τα χρόνια, της φαινόταν πια σαν όνειρο μακρινό. Και να που έγινε και είδε την γνωστή λάμψη στα μάτια της κόρης της. Μια λάμψη που μόνη της έπλεξε αστεράκι αστεράκι για να είναι πάντα η κόρη της ευτυχισμένη με τα λίγα και με το καθόλου κάποιες φορές. Φτάνει που είχαν η μία την άλλη.

Έτσι μεγάλωσε η Ελεονόρα την κόρη της, ένα παιδί που η μητέρα της εναντιώθηκε στην γέννησή του από την πρώτη στιγμή. Ένα παιδί που η μητέρα της ξεκαθάρισε ότι δεν υπήρχε περίπτωση να δεχτεί και αφού η Ελεονόρα ήταν αποφασισμένη να το κρατήσει, θα έπρεπε να ακολουθήσει και τον ανάλογο δρόμο μακριά από εκείνους. Αντιστάθηκε ο πατέρας της και πήρε το μέρος της, μα η Ελισάβετ ήταν ακούνητη σαν βράχος στην απόφασή της. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι η κόρη της, μόλις 18 χρόνων, με ένα πολλά υποσχόμενο και προσεχτικά σχεδιασμένο μέλλον μπροστά της και ένα βαρύ επώνυμο πίσω της, θα απαρνιόταν τις τιμές και τις δόξες της τάξης τους. Ότι θα προτιμούσε να φύγει από την ασφάλεια και τις ανέσεις του σπιτιού τους, που ούτε το μικρό της δαχτυλάκι δεν ήταν αναγκασμένη να κουνήσει, γιατί τα είχε όλα έτοιμα στο πιάτο. Και τι πιάτο, ολόχρυσο! Και όλα αυτά για ένα παιδί, ένα εμπόδιο στις σπουδές, στα πτυχία, στην επιτυχία. Γιατί αν δεν είναι επιτυχία να ακολουθήσεις τα όνειρα των γονιών σου, τότε τι είναι;

«Ένα χάμπουργκερ!» παράγγειλε η μικρή και το ίδιο διάλεξε και η μαμά της.

«Τι έχετε από μακαρονάδες;» ρώτησε η Ελισάβετ, με την ελπίδα να έχουν κάτι με αστακό ή έστω με γαρίδες.

«Με κόκκινη σάλτσα, κιμά, α λα κρεμ, πέστο και κοτόπουλο. Τι θα θέλατε;»

«Πάρε και εσύ ένα χάμπουργκερ, γιαγιά! Και εσύ παππού!», πρότεινε η μικρή και δεν παρατήρησε ότι το πρόσωπο της Ελισάβετ άλλαξε δύο τρία χρώματα μέχρι να καταφέρει να συμφωνήσει.

Κατά τη διάρκεια του δείπνου, φυσικά η Ελισάβετ έτρωγε με τα μαχαιροπίρουνα, γιατί δεν υπήρχε περίπτωση να πιάσει φαΐ με τα χέρια της και κοιτούσε ένα ένα τα κομμάτια από το μαρούλι της σαλάτας πριν τα βάλει στο στόμα της. Ο χώρος, η μουσική, η ατμόσφαιρα, ο κόσμος, ένιωθε σαν εκλεπτυσμένο ψάρι έξω από την κρυστάλλινη του γυάλα. Αυτές οι γεύσεις την ξένιζαν και σίγουρα δεν θα τις επέλεγε ποτέ για το δείπνο της. Μα όταν τελείωσε, της άφησε μια γεύση νοσταλγίας. Θυμήθηκε τότε που ήταν φοιτήτρια στο ιδιωτικό κολέγιο και αυτά τα γεύματα ήταν μια μικρή επανάσταση απέναντι στο σύστημα. Ένα σύστημα που για λίγα λεπτά όταν ήταν νέα ένιωθε ότι καταπατούσε και άφηνε με το ακριβό παπούτσι της το αποτύπωμα της αντίστασης. Βέβαια γρήγορα τα ξέχασε όλα αυτά, γιατί συνειδητοποίησε ότι δεν υπήρχε άλλος δρόμος εκτός από εκείνον που χάραξαν οι γονείς της. Και κατάλαβε ότι το πιο ακριβό πράγμα τελικά ήταν η ελευθερία. Και δεν είχε αρκετά για να την αγοράσει.

Κάποια στιγμή, η μικρή ζήτησε να πάει στο παλιό της δωμάτιο να μαζέψει μια κούτα με τα παλιά πράγματά της. Αυτός ήταν και ο λόγος που είχαν πάει στο εστιατόριο εκείνο το βράδυ.

«Τι εννοεί να πάει στο παλιό της δωμάτιο;» ρώτησε η Ελισάβετ.

Τότε η Ελεονόρα εξήγησε ότι όταν έφυγε από το σπίτι τους εκείνο το βράδυ με μια τσάντα ρούχα και την κοιλιά στο στόμα, δεν ήξερε τι να κάνει και πού να πάει. Έτσι περιπλανήθηκε μέχρι να φτάσει σε εκείνη τη μικρή πόλη και στην πόρτα αυτού του εστιατορίου. Η γυναίκα που έκλεινε εκείνη την ώρα το μαγαζί, άνοιξε την πόρτα να δεχθεί το κορίτσι και να του δώσει μια αγκαλιά, ένα πιάτο φαΐ, μια δουλειά και μια αποθήκη που την έκανε δωμάτιο να μείνει. Όσο και να μην ήθελε η Ελισάβετ να ακούει πως μια άλλη γυναίκα έγινε η μάνα που η ίδια δεν ήταν για το παιδί της, πάντα μέσα της ήξερε πως κάπως θα τα είχε καταφέρει η κόρη της. Δεν περίμενε βέβαια τέτοια εξέλιξη και εντυπωσιάστηκε όταν άκουσε πως τελικά η Ελεονόρα σπούδασε και πήρε το πτυχίο και τώρα ήταν το δεξί χέρι της ιδιοκτήτριας. Ούτε περίμενε να είχε αγκαλιάσει κάποια άλλη το νεογέννητο εγγόνι της, να είχε ακούσει τις πρώτες του λέξεις, να είχε χειροκροτήσει τα πρώτα του βήματα. Γιατί εκεί έγιναν όλα αυτά, ανάμεσα σε εκείνα τα τραπέζια του εστιατορίου. Και όσο άκουγε για τις επιδόσεις του παιδιού στο σχολείο, για την υποδειγματική του συμπεριφορά, για τους επαίνους στο ωδείο, την εθελοντική της προσφορά, το ενδιαφέρον της για τον πολιτισμό και την λογοτεχνία, τόσο έβλεπε κομμάτια του εαυτού της σε εκείνο το κορίτσι. Κομμάτια που κάποτε ήθελε να εξαφανίσει λες και η ζωή ενός παιδιού είναι πιο σπουδαία αφού γεννηθεί και ασήμαντη πριν αναπνεύσει.

«Θα θέλατε να έρθετε στο σπίτι για δείπνο την επόμενη Κυριακή;»

Ο Αιμίλιος χαμογέλασε κάτω από το μουστάκι του. Ένιωθε στον αέρα ότι μέσα στο μυαλό της γυναίκας του γινόταν πόλεμος και αυτή η ερώτηση σήμαινε ότι το κάστρο είχε κατακτηθεί. Καιρός ήταν.

«Ναι, μαμά. Θα το θέλαμε πολύ»

«Καλησπέρα! Πώς σας φάνηκε το φαγητό;» ρώτησε με τσιριχτή φωνή η πρόσχαρη, μικροκαμωμένη γυναίκα.

«Ήταν όλα τέλεια», πρόλαβε να απαντήσει η Ελεονόρα. «Να σου συστήσω την μητέρα και τον πατέρα μου. Αιμίλιος και Ελισάβετ. Από εδώ, η Κυριακή. Είναι η ιδιοκτήτρια του εστιατορίου»

«Χάρηκα πολύ», είπε ο Αιμίλιος και σηκώθηκε όρθιος για να δώσει το χέρι του. «Ήταν όντως όλα πολύ ωραία απόψε. Και περιποιημένα. Φαίνεται ότι αγαπάτε αυτό που κάνετε»

«Και… σας ευχαριστούμε πολύ», είπε με νόημα η Ελισάβετ και χαμογέλασε με ειλικρίνεια και ευγνωμοσύνη στην γυναίκα.

«Ήταν μεγάλη μου χαρά», απάντησε και εκείνη με την σειρά της και χαμογέλασε ικανοποιημένη.

Και έτσι οι δύο αυτές γυναίκες με δύο απλές κουβέντες είπαν περισσότερα από όσα εννοούσαν.
Η Ελισάβετ ήξερε ότι είχε πολύ δρόμο μπροστά της μέχρι να καταφέρει να αναπληρώσει όσα είχε χάσει και όσα είχε στερήσει από τους ανθρώπους γύρω της. Ήταν έτοιμη να δώσει όση πιο πολλή χαρά και αγάπη μπορούσε. Θα ήταν διπλή χαρά. Διπλή αγάπη.

«Και από πού βγαίνει το Λία;» ρώτησε την εγγονή του ενώ έβγαιναν από το εστιατόριο και την έκλεισε στην αγκαλιά του.

«Από το Αιμιλία, παππού!»

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading