Η ομιλία – Μέρος 3ο (Φινάλε)

Προηγούμενο

“Τελείωσα!”. Η φωνή του Κορνήλιου σταμάτησε τη ροή των σκέψεών της. Η Ηλέκτρα είχε ξαπλώσει στον καναπέ του γραφείου του πρύτανη για να ανασυγκροτηθεί και τελικά είχε μείνει ακίνητη για αρκετή ώρα. Σηκώθηκε καθιστή και τον κοίταξε. Έδειχνε κουρασμένος και καταβεβλημένος.

“Είσαι καλά;”, τον ρώτησε με ενδιαφέρον στη φωνή.
“Ναι! Μου έπεσαν κάπως βαριά όλα τα σημερινά. Μην αγχώνεσαι! Έβαλα υπογραφή εγώ για σένα και έχω στείλει ήδη το πιστοποιητικό παρακολούθησης στον πρύτανη. Είσαι και επίσημα πια πτυχιούχος. Συγχαρητήρια!”.

Η Ηλέκτρα σηκώθηκε αυθόρμητα και τον αγκάλιασε. Για ένα δευτερόλεπτο έκλεισε τα μάτια για να ρουφήξει όσο περισσότερο μπορούσε από εκείνον και αμέσως τραβήχτηκε σαν να την τίναξε ηλεκτρικό ρεύμα.

“Εεεεε συγνώμη. Σε ευχαριστώ πάρα πολύ! Αλήθεια!”.

Ο Κορνήλιος είχε μείνει στήλη άλατος. Είχε χρόνια να τη νιώσει πάνω στο κορμί του και ξύπνησαν ένστικτα για εκείνη που δεν πίστευε ότι είχε.

“Θέλω να μου πεις για το παιδί μας, Ηλέκτρα. Θέλω να τη δω αν γίνεται!”.

Η Ηλέκτρα χάιδεψε το βραχιόλι που φορούσε συνεχώς στο χέρι της. Εκείνο το παιδικό βραχιολάκι. Το βραχιολάκι της κόρης της. Της κόρης τους.

“Δεν γίνεται τώρα! Κοιμάται. Αν θέλεις πιο αργά!”. Παύση. “Πεινάς;”.

Η ερώτησή της τον αφόπλισε, μα κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Η Ηλέκτρα χαμογέλασε, πήρε την τσάντα της και του έκανε σήμα να την ακολουθήσει. Πήγαν στο αμάξι της. Εκείνη κάθισε στη θέση του οδηγού και ο Κορνήλιος δίπλα της. Ήταν πρώτη φορά τόσο κοντά μετά από τρία χρόνια.

Σταμάτησαν στο αγαπημένο τους ταβερνάκι λίγο πιο έξω από την Αθήνα. Στέκι τους για χρόνια. Ο Κορνήλιος τα έχασε. Είχε χρόνια να πάει. Η Ηλέκτρα σαν αερικό κινούνταν στον χώρο λες και της ανήκε. Κάθισε στο πρώτο τραπέζι δίπλα στη θάλασσα. Στο τραπέζι τους τότε. Στο τραπέζι της πια.

“Στο αμάξι δεν είπες κουβέντα!”, του είπε καθώς σέρβιρε τσίπουρο στα ποτήρια τους. Ο Κορνήλιος την κοιτούσε μαγεμένος. Είχε αλλάξει το κοριτσάκι του. Είχε γίνει ολόκληρη γυναίκα. Και μάνα. Την κοιτούσε σαν χαμένος.

“Τι σκέφτεσαι;”, τον ρώτησε.
“Εσένα!”. Την αφόπλισε η ειλικρίνειά του. “Εμάς βασικά. Πώς φτάσαμε εδώ…”. Παύση. “Εγώ φταίω!”, της είπε.

Η Ηλέκτρα του έπιασε το χέρι. “Φταίμε και οι δύο. Ήμουν μικρή και κεραυνοβολημένη. Γραπώθηκα πάνω σου. Τα ζήσαμε όλα στο έπακρο αλλά όταν ήρθε η Αμερική, κwλwσα. Ήθελα να έρθω μαζί σου…”
“Ναι αλλά ήρθε το μωρό!”

“Και εσύ έφυγες και με παράτησες έγκυο εδώ. Να με φάνε οι λύκοι. Οι γονείς σου νόμιζαν ότι ήθελα να σε κρατήσω εδώ και γκαστρώθηκα επίτηδες. Οι δικοί μου νόμιζαν ότι θα έφευγα με ένα μωρό στην κοιλιά. Στη σχολή δεν μπορούσα να πάω γιατί είχα δύσκολη εγκυμοσύνη, οπότε τι έκανα; Καθόμουν στο σπίτι μου και έκλαιγα. Και πίστεψέ με, έκλαιγα πολύ για μήνες! Δεν μιλούσαμε τότε. Όλα μαζί!”.

Σκούπισε φευγαλέα ένα δάκρυ από τα μάτια της. Ο Κορνήλιος όμως την έπιασε από το πηγούνι και την ανάγκασε να τον κοιτάξει.

Εγώ φταίω! Δεν έπρεπε να σε αφήσω και να φύγω. Όμως ναι… Φοβήθηκα! Φοβήθηκα ότι αν δεν έφευγα θα ήμουν ένα τίποτα και δεν το άντεχα. Επέλεξα να σας χάσω για να γίνω κάτι και αν γυρνούσα, να ήσουν περήφανη! Δεν έφυγα από πείσμα. Ήμασταν παιδιά, αλλά δεν θα σε εγκατέλειπα. Σε λάτρευα, Ηλέκτρα. Όπως λατρεύω και την κόρη μας. Έχω χάσει τα τρία πρώτα χρόνια της ζωής της και δεν με έχει πονέσει τίποτα περισσότερο από αυτό. Οι γονείς μου…”

“Ναι, ξέρω! Βιντεοκλήσεις. Φωτογραφίες. Κάρτες. Γράμματα. Όταν έμαθαν ότι γεννήθηκε η Λήδα, ήρθαν και με βρήκαν. Ήξερα ότι με αγαπούσαν αλλά ήταν θυμωμένοι επειδή πίστευαν ότι σε ήθελα εδώ. Η μικρή, τους μαλάκωσε την καρδιά. Τρία χρόνια οι γονείς σου και οι γονείς μου είναι βράχοι. Με βοήθησαν να τελειώσω τις σπουδές μου. Ο πατέρας σου με βοηθάει με το νοίκι. Οι μαμάδες μας την κρατάνε για να δουλεύω και να διαβάζω. Αν δεν είχα εκείνους…”.

Ο Κορνήλιος σηκώθηκε από την απέναντι καρέκλα όπου καθόταν και έκατσε στην διπλανή της. Της έπιασε τα χέρια και τα φιλούσε με λατρεία. Τα μάτια της Ηλέκτρας, κατακόκκινα από το κλάμα, τον κοιτούσαν με όση αγάπη είχαν μέσα τους. Ο Κορνήλιος, χωρίς δεύτερη σκέψη, την έφερε κοντά του και τη φίλησε στα χείλη απαλά. Ευλαβικά. Λυτρωτικά. Η Ηλέκτρα τον αγκάλιασε σφιχτά.

“Ηλέκτρα μου… καρδιά μου… Συγνώμη! Συγνώμη!”.
“Σσσσστ! Δεν πειράζει! Πάνε αυτά! Πέρασαν!”.

Τη φίλησε ξανά. Πιο έντονα αυτή τη φορά. Πιο παθιασμένα. Τα κορμιά τους πήγαιναν μόνα τους. Γνώριμα μονοπάτια. Οι καρδιές και οι ψυχές τους ενωμένες για πάντα και οι ζωές τους άρρηκτα συνδεδεμένες.

“Ηλέκτρα… Όλα αυτά τα χρόνια… Δεν…;”
“Όχι! Κανένας άλλος δεν άγγιξε την καρδιά και το κορμί μου. Βαθιά μέσα μου σε περίμενα και τώρα που θα φύγεις, φοβάμαι πάλι. Δεν θέλω να ζω μακριά σου!”

“Και εγώ κοριτσάκι μου μόνο εσένα σκεφτόμουν. Μόνο εσένα ήθελα! Μη φοβάσαι όμως… Δεν θα φύγω. Μου πρότεινε ο πρύτανης να γίνω καθηγητής εδώ και δέχτηκα!’

Η Ηλέκτρα τραβήχτηκε μακριά. Ο Κορνήλιος τρομοκρατήθηκε.

“Τι έγινε;”
“Τι είπες;”
“Είπα ότι δεν θα φύγω! Ότι θα μείνω εδώ. Μαζί σου. Με το παιδάκι μας. Για πάντα!”.

Η Ηλέκτρα κλαίγοντας με λυγμούς έπεσε στην αγκαλιά του και τον φιλούσε ασταμάτητα.

Ο ήχος μια βιντεοκλήσης διέκοψε τον έρωτά τους. Το πράσινο κουμπί πατήθηκε.

“Μαμά;”
“Έλα ζουζουνάκι μου!”
“Πού είσαι;”
“Έρχομαι τώρα! Κοίτα ποιος θα έρθει να σε δει!”.

Η Ηλέκτρα κοίταξε τον Κορνήλιο με απεριόριστη αγάπη. Τα βουρκωμένα μάτια του μαρτυρούσαν πόσο τις αγαπούσε και πόσο του είχε στοιχίσει η απόφαση να φύγει μακριά. Η Ηλέκτρα έστριψε το κινητό προς το μέρος του.

“Γεια σου μωρό μου! Έρχομαι σπίτι!”
“Μπαμπά;;;”

Κατερίνα Μοχράνη

Τέλος

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading