Αυτός ο κήπος ήταν το καταφύγιο της Μαργαρίτας, γιατί ήξερε όλα της τα μυστικά και τα όνειρα. Από μικρό παιδί της άρεσε να βγαίνει και να κοιμάται τα μεσημέρια στο αφράτο χορτάρι. Άφηνε τον ήλιο να ζεστάνει τα βλέφαρά της και τις μυρωδιές από τα λουλούδια να γαργαλήσουν την μύτη της. Η άνοιξη ήταν η αγαπημένη της εποχή, μα κάθε καιρός είχε την δική του χάρη. Χειμώνα βαρύ δεν έκανε ποτέ στο χωριό τους, λες και ήταν φτιαγμένο να έχει μόνο τρεις εποχές. Σαν ένιωσε όμως το απαλό χιόνι να πέφτει στο πρόσωπό της, άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Ξαπλωμένη ήταν ακόμα στο χορτάρι όσο φώναζε η μάνα της να σηκωθεί να μπει γρήγορα μέσα στο σπίτι. Μα δεν γινόταν να χάσει αυτή τη μοναδική στιγμή, δεν είχε ξαναδεί ποτέ χιόνι και της φαινόταν τόσο μαγικό. Σαν άκουσε όμως τον καλπασμό του κουρασμένου αλόγου πετάχτηκε αμέσως όρθια.
Ο ταλαιπωρημένος αναβάτης κατέβηκε από το άλογο και πλησίασε στην ξύλινη πόρτα του κήπου. Ήταν ένας όμορφος νέος με σκονισμένα ρούχα και ανάκατα μαλλιά που φαινόταν να είχε μέρες να ξαποστάσει. Στάθηκε και κοίταξε στα μάτια την Μαργαρίτα.
«Χαίρεται. Ονομάζομαι Μάρκος και είμαι περαστικός στον τόπο σας. Αν έχετε την καλοσύνη να μου προσφέρετε λίγο νερό. Σας παρακαλώ».
Εκείνη κούνησε το κεφάλι, μα έτρεξε πρώτα να ειδοποιήσει την μάνα της. Αυτή βγήκε από την κουζίνα σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια παλιά πετσέτα και στάθηκε για μια στιγμή να επεξεργαστεί τον άγνωστο νέο. Από πάνω της βρόντηξε ο ουρανός και σήκωσε το κεφάλι της να τον κοιτάξει. Μύρισε την κακοκαιρία να έρχεται. Δεν ήταν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. Αν δεν έδιωχνε τον νεαρό άντρα, θα της ξώμενε στο σπίτι. Και είχε κόρη της παντρειάς.
«Βάλε το άλογό σου με τα ζώα», είπε τελικά, γιατί η ανθρωπιά της υπερίσχυσε. Και μετά θα έβλεπε πώς θα έκανε κουμάντο με τον επισκέπτη. «Δείξε του, παιδί μου», έκανε νόημα στην κόρη της, μα δεν μπήκε σπίτι, περίμενε να τους δει να γυρνάνε.
Η Μάρθα ήταν υπερπροστατευτική μαμά. Και πώς να μην ήταν, που τίποτα άλλο δεν είχε στον κόσμο παρά μόνο την κόρη της. Ο σύζυγός της αρρώστησε πολύ νέος, δεν πρόλαβε να χαρεί το μωρό τους. Μα και αυτή δεν είχε χρόνο να το αναθρέψει όπως θα ήθελε, γιατί φρόντιζε τον άντρα της. Ένα χρόνο άντεξε και έφυγε στον ύπνο του. Και μείνανε οι δύο τους, η μία να έχει μόνο την άλλη. Τότε έδωσε όλη της την αγάπη και την προσοχή που στέρησε στο παιδί της. Από τύψεις μα και φόβο μην της αρρωστήσει και αυτό και το χάσει.
Βήμα δεν έκανε χωρίς την Μαργαρίτα, ανάσα δεν έπαιρνε μακριά της. Και όσο μεγάλωνε το κορίτσι της και γινόταν δεσποινίδα, έβλεπε τα χαρίσματά της να ανθίζουν. Την καλοσύνη και την ταπεινότητά της, την αγάπη για το διάβασμα και την μουσική. Τίποτα δεν της στέρησε η Μάρθα και σχολείο και μαθήματα και ό,τι ήθελε. Δεν άκουγε που έλεγαν ότι αυτά δεν είναι για τα κορίτσια. Και όσα προξενιά ήρθαν στην πόρτα της πριν κλείσει τα 18, τα έδιωξε όλα. Αν ήταν το πεπρωμένο της θα έρθουν πάλι, έτσι έλεγε. Μα κανείς δεν ήρθε ξανά να ζητήσει την Μαργαρίτα, γιατί ο κόσμος είχε τον δικό του ρυθμό και όχι αυτόν που είχε στο μυαλό της η μάνα της. Λίγο την πείραζε βέβαια που δεν είχε παντρευτεί η κόρη της ακόμη, γιατί έτσι θα την είχε πιο πολύ καιρό κοντά της να την χορτάσει. Φοβόταν την στιγμή που θα δει εκείνη τη λάμψη στα μάτια της, αυτό το φως που ξέρεις ότι είναι το χτύπημα του έρωτα. Γιατί ήξερε πως τότε δεν θα μπορούσε να αρνηθεί.
«Σας ευχαριστώ», είπε ο νεαρός, κατέβασε μονορούφι το ποτήρι με το νερό και το ακούμπησε πάνω στο τραπέζι.
Η Μάρθα έβαλε στην φωτιά μια κατσαρόλα με νερό. Τα φρεσκοκομμένα λαχανικά ήταν δίπλα της στον πάγκο και έπιασε να τα κόψει ένα ένα. Η χιονοθύελλα είχε αγριέψει και ο ουρανός ήταν κατάμαυρος. Κοιτούσε έξω από το μικρό παράθυρο της κουζίνας και αναστέναζε.
«Πήγαινε, κόρη μου, να φτιάξεις το δωμάτιό σου να ξεκουραστεί ο νέος. Και έλα εσύ στο δικό μου», πρόσταξε την Μαργαρίτα και εκείνη πήγε αμέσως να βγάλει καθαρά σεντόνια και κουβέρτες.
«Δεν ήθελα να σας βάλω σε κόπο. Θα συνεχίσω το ταξίδι μου σύντομα»
«Το άλογό σου είναι κουρασμένο και με αυτόν τον καιρό δεν θα πας πολύ μακριά. Μείνε όσο επιθυμείς», είπε απαλά η Μάρθα και συνέχισε με όλες τις απαραίτητες ερωτήσεις για να μάθει από πού κρατάει η σκούφια του. Έπρεπε να βεβαιωθεί για τα ήθη και τις αξίες με τις οποίες είχε μεγαλώσει.
Ο Μάρκος ήταν και αυτός μοναχοπαίδι, είχε χάσει δύο αδερφούς και πήγαινε να επισκεφτεί έναν μακρινό του θείο να συνδράμει στα κτήματά του. Οι γονείς του ήταν νέοι και υγιείς και είχαν την δική τους περιουσία στο χωριό και τα κατάφερναν και μόνοι τους. Αγρότης ο πατέρας του, νοικοκυρά η μητέρα του. Είχε τελειώσει το σχολείο και αγαπούσε και αυτός τα βιβλία.
«Θα μου διαβάσεις κάτι;» ρώτησε το βράδυ την Μαργαρίτα και αφού πήρε το θετικό νεύμα από την μάνα της, πήγε και έφερε τα αγαπημένα της βιβλία και τα αράδιασε πάνω στο τραπεζάκι.
Άναψαν φωτιά και έκατσαν στο πάτωμα μπροστά από το τζάκι περιτριγυρισμένοι από τα βιβλία, τις γάτες και τον σκύλο της οικογένειας. Η Μάρθα έβγαλε ένα μπουκάλι καλό κρασί που έκρυβε για ειδική περίσταση. Έβαλε στον Μάρκο ένα ποτήρι και ένα πιο μικρό στην κόρη της και τσούγκρισαν τα ποτήρια τους. Η Μαργαρίτα παραξενεύτηκε γιατί ποτέ δεν έβγαζε κρασί η μάνα της. Ήταν μια σιωπηλή συγκατάθεση, αλλά δεν το είχε καταλάβει ακόμη. Η μαμά της όμως το ήξερε ήδη.
Το επόμενο πρωί, ο Μάρκος σηκώθηκε πρώτος για να προλάβει να μιλήσει στην Μάρθα πριν ξυπνήσει η κόρη της. Ήθελε να ζητήσει το χέρι της. Η μητέρα έδωσε την ευχή της, μα ζήτησε σαν όρο να γυρίσει με τους γονείς του και να το κάνει επίσημα. Και ως τότε δεν θα έλεγε τίποτα στην Μαργαρίτα. Ήθελε η πρόταση γάμου να γίνει σωστά με την τιμή που άξιζε στην κόρη της και για να γίνει αυτό έπρεπε να είναι παρόντες και οι δικοί του γονείς. Ο Μάρκος συμφώνησε, την ευχαρίστησε για την φιλοξενία, πήρε το άλογό του και έφυγε. Ζήτησε από την Μάρθα να μεταφέρει τις ευχαριστίες του στην κόρη της, για να μην την αφήσει με τον λογισμό ότι έφυγε χωρίς να την αποχαιρετίσει. Έτσι έγινε και ο νέος έφυγε με την υπόσχεση να ξαναγυρίσει.
«Γιατί έφυγε έτσι;» ρωτούσε στενοχωρημένη η Μαργαρίτα.
«Θα ξαναγυρίσει», την διαβεβαίωνε η μητέρα της.
Το ήξερε ότι αυτός θα ξαναγυρίσει. Είχε δει την λάμψη στα μάτια του. Το χτύπημα του έρωτα. Ήταν η ώρα.
Ήταν μεσημέρι και η Μαργαρίτα όπως συνήθιζε κοιμόταν στον κήπο πάνω στο αφράτο χορτάρι. Ξαπλωμένη ήταν ακόμα όσο φώναζε η μάνα της από το σπίτι να σηκωθεί να μπει γρήγορα μέσα. Μα δεν την άκουγε, γιατί κοιμόταν βαθιά. Σαν ένιωσε όμως τις απαλές νιφάδες χιονιού να πέφτουν στο πρόσωπό της, άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Τότε σταμάτησε το κουρασμένο άλογο με τον όμορφο νέο στην ξύλινη πόρτα του κήπου τους και πετάχτηκε αμέσως όρθια.
«Χαίρεται. Είμαι ο Μάρκος και είμαι περαστικός στον τόπο σας. Θα μπορούσατε, παρακαλώ, να μου προσφέρετε λίγο νερό;».
Εκείνη έμεινε να τον κοιτάζει ακίνητη και αμίλητη, νομίζοντας ότι ακόμη κοιμάται. Ήταν ακριβώς όπως το είχε ονειρευτεί. Και βγήκε έξω η μάνα της σκουπίζοντας τα χέρια της σε μια παλιά πετσέτα και στάθηκε και αυτή δίπλα της για μια στιγμή να επεξεργαστεί τον άγνωστο νέο. Από πάνω της βρόντηξε ο ουρανός και σήκωσε το κεφάλι της να τον κοιτάξει. Μύρισε την κακοκαιρία να έρχεται. Δεν ήταν προετοιμασμένη για κάτι τέτοιο. Κοίταξε την κόρη της που ήταν ακόμη ασάλευτη και είδε την λάμψη στα μάτια της. Το χτύπημα του έρωτα. Κατάλαβε. Ήταν η ώρα. Η ώρα που μπήκε εκείνος ο νέος στον κήπο της Μαργαρίτας.
CC
