Στον κήπο με το αρισμαρί, βρέθηκε η Αλεξάνδρα για να συγχαρεί την ξαδέρφη της για τον γάμο της. Δεν είχε προλάβει να φτάσει εγκαίρως για το μυστήριο και πήγε κατευθείαν στο γλέντι που θα γινόταν στον κήπο του πατρικού της. Απλά και όμορφα ήταν όλα, χωρίς φανφάρες, χωρίς υπερβολές. Λιτή μα εκθαμβωτική και η νύφη, που μόλις είδε την ξαδέρφη της, έτρεξε να την χαιρετίσει. Από πίσω και οι θείες, που δεν θα έχαναν την ευκαιρία να την περάσουν από κόσκινο. Είχαν καιρό να την δουν από κοντά, είχε μετακομίσει σε άλλη πόλη και δούλευε σε ένα εστιατόριο. Με την δουλειά και τα τρεξίματα, είχε πολύ καιρό να επιστρέψει. Για αυτό την έβαλαν αμέσως να κάτσει σε ένα τραπέζι και στήθηκαν γύρω της για την ανάκριση.
Η Αλεξάνδρα χαιρέτισε ντροπαλά τους καλεσμένους και θαύμασε τον στολισμό του τραπεζιού. Αγάπη όλου του σογιού ήταν το αρισμαρί και ήταν ο πρωταγωνιστής της διακόσμησης. Στρογγυλοκάθισαν και οι θείες με τα τσαλακωμένα ταγιέρ και έβγαλαν βεντάλιες και τσιγάρα να ακούσουν τα νέα της.
«Πώς πάει η δουλειά;»
«Υπάρχει κανένας άντρας στην ζωή σου;»
«Πότε θα γυρίσεις ξανά;»
«Έβαλες πάλι κιλά;»
Την έσωσε όμως ο πατέρας της, που αντιλήφθηκε την άφιξή της και έτρεξε να την ελευθερώσει από τις αδερφές και τις ξαδέρφες του. Ζήτησε συγγνώμη και την πήρε να κάτσει στο δικό τους τραπέζι με την μαμά της και τους φίλους τους.
«Πρόλαβα;» την ρώτησε συνωμοτικά και της έβαλε ένα ποτήρι κρασί.
«Άργησες, μπαμπά», του χαμογέλασε αυτή και ήπιε μια γερή γουλιά.
«Αγάπη μου, θυμάσαι την γειτόνισσά μας την Μαρία;» ρώτησε η μαμά της και η Αλεξάνδρα κούνησε το κεφάλι.
«Πώς είστε; Να μας ζήσει το αίτιο».
«Να είσαι καλά, κοπέλα μου. Χρυσό κορίτσι, η ανιψιά σου, Δημήτρη. Από μωρό την θυμάμαι πόσο γλυκό και ευγενικό πλάσμα ήταν. Καλοσύνη σας που μας καλέσατε στην χαρά σας».
«Ε, τόσα χρόνια και εμείς δίπλα δίπλα οικογένεια είμαστε», τσούγκρισε εκείνος. «Και με τον Κωστή σας από μικρά τα κορίτσια σαν τα αδελφάκια. Τον θυμάσαι τον Κωστή, Αλεξάνδρα;»
Εκείνη σήκωσε τα μάτια της και μπουκωμένη όπως ήταν με την σαλάτα, παρατήρησε τον άντρα. Τον κοίταξε, τον ξανακοίταξε. Τίποτα.
«Έλα, βρε κορίτσι μου, δεν τον θυμάσαι; Μικρή ήσουν, μα δεν πέρασαν δα και τα χρόνια. Πόσο είσαι; Συνομήλικη με τον Κωστή μου;»
«Τριάντα πέντε».
«Α, γειά σου. Μια ηλικία. Πέντε χρόνων ήσασταν και παίζατε με την ξαδέρφη σου στην αυλή μας τα καλοκαίρια και βάζαμε μια μεγάλη λεκάνη με νερό και βουτούσατε και τα τρία τσιτσίδι», ξέσπασε σε γέλια και παρέσυρε και τους υπόλοιπους.
Η Αλεξάνδρα στραβοκατάπιε το μαρούλι και έπιασε το ποτήρι με το κρασί να πιει, μα δεν κατέβαινε η ντροπή, είχε κολλήσει στον λαιμό της. Σήκωσε τα μάτια της πάλι στον άντρα να δει μήπως αυτός τουλάχιστον την βγάλει από την δύσκολη θέση, μα ήταν ακούνητος και αμίλητος σαν την παγοκολόνα. Σε αντίθεση με τους γονείς τους που ήταν η ψυχή της παρέας εκείνο το βράδυ. Προσπαθούσε μα δεν μπορούσε να φανταστεί αυτόν τον ψυχρό άνθρωπο να διασκεδάζει. Μόνο όταν έπιασε το κλαδάκι με το αρισμαρί που ήταν δίπλα στο πιάτο του και το μύρισε, σκέφτηκε πως ίσως και να είχε λίγη ψυχή μέσα του.
«Μην τρως άλλο, χρυσή μου», της έβγαλε το κουτάλι από το στόμα μια θεία που περνούσε από πίσω της. «Ωραίο το πιλάφι, μα φτάνει. Αχ, αυτή η δουλειά σου σε έκανε έτσι…»
«Θεία!»
«Α! Με φωνάζουν!» έφυγε με έναν επιδέξιο ελιγμό.
«Μην ακούς τον κόσμο, Αλεξάνδρα μου», την παρηγόρησε η μαμά της.
«Να ήταν ξένος κόσμος…»
«Αλήθεια, πώς είναι η δουλειά σου;» ρώτησε η Μαρία.
«Καλά, δόξα τω Θεώ. Γνωρίζω συνέχεια καινούργιους ανθρώπους, ανακαλύπτω νέες γεύσεις. Σκέφτομαι να γράψω και ένα βιβλίο με συνταγές. Μα το όνειρό μου είναι να κάνω δική μου εκπομπή στην τηλεόραση».
«Πολύ ωραία! Μήπως μπορεί να βοηθήσει ο γιος μου; Είναι δημοσιογράφος, ξέρεις. Όλο και κάποια άκρη θα έχει. Ε, Κωστή;» τον σκούντησε.
«Μαμά, δεν νομίζω ότι είναι δουλειά μου να βρω…»
«Δεν πειράζει. Θα βρω εγώ την άκρη μου», μουρμούρισε, γιατί θεώρησε ότι από ευγένεια τουλάχιστον θα μπορούσε να πει ότι θα βοηθήσει κι ας μην το έκανε. Ούτε η μουσική, ούτε το κρασί, ούτε η ατμόσφαιρα φαινόταν να του έδινε χαρά αυτού του ανθρώπου, τίποτα πέρα από το να κοιτά το πιάτο του και να μυρίζει το κομμένο αρισμαρί.
Εκείνο το βράδυ, η Αλεξάνδρα έμεινε στο πατρικό της για να μην μπει μες τον δρόμο νυχτιάτικα. Χάρηκαν οι γονείς της που θα είχαν ξανά την μονάκριβή τους στο σπίτι κι ας ήταν για μια νύχτα. Ετοίμασαν το παλιό της δωμάτιο και έβγαλαν μοσχομυριστά σεντόνια από αυτά που μυρίζουν έτσι μόνο στο σπίτι των γονιών σου. Την καληνύχτισαν και οι δύο σαν να ήταν ξανά μικρούλα και άφησαν την πόρτα λίγο ανοιχτή να μπαίνει φως στο δωμάτιο. Μα η Αλεξάνδρα δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Σκεφτόταν τον γάμο της ξαδέρφης και το μέλλον της και την δουλειά και τον έρωτα που έχασε τον δρόμο και δεν έφτασε να χτυπήσει ακόμη την δική της πόρτα. Και τους έβλεπε όλους γύρω της να προχωράνε και αυτή ένιωθε ότι μένει στάσιμη από το βάρος των κιλών της, που πίστευε πως ήταν και η αιτία της δυστυχίας της. Τίποτα δεν μπορούσε να ευχαριστηθεί, μια παρέα, μια βόλτα, μια έξοδο, ούτε καν την δουλειά της γιατί παντού υπήρχε φαγητό. Και ένιωθε πως όποτε έπιανε το πιρούνι όλοι την κοιτούσαν σαν να μην μπορούσε να το αφήσει κάτω. Και ίσως και να είχαν δίκιο που την σχολίαζαν, γιατί αλλιώς δεν θα είχε κάνει τόσο κόπο για να χάσει μόνο πέντε κιλά τα οποία δεν της φάνηκαν και καθόλου. Άλλα πέντε ήταν ο επόμενος στόχος, μικρός μα ήθελε να τα καταφέρει. Και μετά άλλα πέντε και άλλα πέντε μέχρι να φτάσει τα είκοσι στο σύνολο. Τότε μόνο θα μπορούσε να πάει να ζητήσει δουλειά στο κανάλι, της είχε πει εκείνος ο υπεύθυνος. Καλή μαγείρισσα ήταν, γλυκιά, χαριτωμένη με ωραία χαρακτηριστικά μα έπρεπε να είναι αδύνατη για να βγει στην τηλεόραση. Και η Αλεξάνδρα τον πίστεψε γιατί δεν της έκανε εντύπωση που το βάρος στο σώμα της ήταν βάρος και στην ζωή της. Έτσι το ένιωθε για πολλά χρόνια. Το φαγητό, η παρηγοριά της είχε γίνει η φυλακή της. Και ας της έλεγε ο μπαμπάς της να το κάνει για την ίδια, εκείνη νόμιζε ότι το έλεγε επειδή την αγαπούσε. Αργότερα κατάλαβε πόσο δίκιο είχε.
Μήνες μετά, ένα τηλεφώνημα έκανε την Αλεξάνδρα να μαζέψει τα πράγματά της και να γυρίσει ξανά πίσω στο πατρικό της. Η υγεία της μαμάς της είχε χειροτερέψει. Χρειαζόταν φροντίδα μέχρι να γίνει το χειρουργείο και έπρεπε να συνδράμει. Δεν ήξερε πόσο θα κάτσει, ήξερε μόνο ότι έπρεπε να είναι εκεί. Οι μέρες έγιναν βδομάδες και αναγκάστηκε να παραιτηθεί από το εστιατόριο. Την αγαπούσε την δουλειά της, μα περισσότερο αγαπούσε την μαμά της. Όσο έμενε εκεί, μετέτρεψε την κουζίνα σε στρατόπεδο. Εκεί έμπαινε κάθε μέρα και ετοίμαζε νέες συνταγές που τις έγραφε σε ένα τετράδιο για να τις συμπεριλάβει στο βιβλίο της. Κάτι κλωτσούσε μέσα της όμως, ένιωθε ότι έβλεπε τον σωστό δρόμο μα ότι πήγαινε από άλλο μονοπάτι.
«Αλεξάνδρα, ανοίγεις;» φώναξε ο πατέρας της όταν ακούστηκε το χτύπημα στην πόρτα. Ήταν σύνηθες να έχουν επισκέπτες τέτοιες μέρες, πήγαιναν να ευχηθούν καλή επιτυχία για το χειρουργείο.
«Πώς είναι η Αγγελική μας;» ρώτησε η Μαρία και πίσω της στεκόταν σκυθρωπός ο γιος της, κρατώντας ένα κουτί γλυκά. «Δώσε τα στην κοπέλα, βρε Κωστή», μουρμούρισε και προχώρησε προς τα μέσα. «Τι μυρίζει έτσι ωραία;»
«Καλώς ήρθατε. Καλά είναι η μαμά. Φτιάχνω χοχλιούς για τον μπαμπά και σούπα για την μαμά».
«Με μπόλικο αρισμαρί», μύρισε με όρεξη τον αέρα. «Μπράβο κορίτσι μου που γύρισες να τους φροντίσεις».
Ο Κωστής πάλευε με την μυρωδιά που του έφερνε αναγούλα. Και όταν τον άφησε μόνο η μάνα του για να πάει στο δωμάτιο να δει την φίλη της, τότε δεν κρατήθηκε και σχολίασε το φαγητό της Αλεξάνδρας. Καπνούς έβγαλε από τα αυτιά της η κοπέλα και με το κουτί στα χέρια πήγε και κλείστηκε στην κουζίνα. Μα να θίξει την μαγειρική της; Όταν γύρισε η μάνα του και είδε το ύφος του, κατάλαβε ότι ο γιος της είχε κάνει χαζομάρα. Εκείνος βλέποντας το αυστηρό της βλέμμα της, ζήτησε να περιμένει λίγο στο σαλόνι. Πήγε στην κουζίνα και άνοιξε την πόρτα χωρίς να χτυπήσει. Είδε την Αλεξάνδρα μπουκωμένη πάνω από την κούτα με τα γλυκά να τρώει το τελευταίο παστάκι.
«Εσύ πάλι», άρχισε να κλαίει από τα νεύρα της. «Ορίστε, με τσάκωσες. Τσάκισέ με πάλι», πέταξε το λιωμένο γλυκό μέσα στην κούτα και στάθηκε πάνω από τον νεροχύτη να πλυθεί. Ένιωθε τα μάτια του καρφωμένα σαν μαχαίρια στην πλάτη της.
«Εγώ… δεν… Ήθελα να ζητήσω συγνώμη».
«Συγγνώμη για τί; Που είσαι έτσι όπως είσαι; Και εγώ δεν πάω πίσω…»
Ο Κωστής πλησίασε και έβγαλε δύο ποτηράκια και τα γέμισε ρακή.
«Δεν θα το πω πουθενά. Θα είναι το μυστικό μας», της είπε και ευχόταν από μέσα του να μην πιάσει τον πλάστη και του τον φέρει στο κεφάλι.
«Ντρέπομαι»
«Και εγώ κάποιες φορές», της απάντησε και όρθιοι μπροστά στην κουζίνα άνοιξαν την καρδιά τους.
«Και τι γράφεις εκεί;»
«Συνταγές για το βιβλίο μου»
«Και η σούπα αυτή θα μπει;»
«Αυτή είναι για την μαμά μου. Είναι της μαμάς μου!» έλαμψαν τα μάτια της σαν να φωτίστηκε το μονοπάτι. «Συνταγές της μαμάς μου, μα φυσικά! Παλιές συνταγές, παραδοσιακές, μαμαδίστικες!»
«Να δοκιμάσω;»
«Είσαι σίγουρος;»
«Ναι»
«Πώς σου φαίνεται;» έτρεμε το χέρι της κρατώντας την ξύλινη κουτάλα.
«Είναι πολύ ωραία», της είπε μα δεν την έπεισε. «Αλήθεια!» επέμεινε μέχρι να δει στα μάτια της ότι τον πίστεψε.
Έτσι η Αλεξάνδρα αποφάσισε να ψάξει παλιές συνταγές της μαμάς της. Άνοιξε συρτάρια και ντουλάπια και άρχισε το ψάξιμο. Βρήκε κιτρινισμένα τετράδια, τεχνικές που δεν υπήρχαν πια, μετρήσεις σε οκάδες, άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες με την μαμά της να κρατά ταψιά και κατσαρόλες και μεγάλες πιατέλες σε πάρτι, κήπους, δεξιώσεις. Όρεξη και μεράκι που δεν απόρησε από πού πήρε το ταλέντο της. Αυτή τη χαρά έπρεπε μόνο να κρατά σφιχτά και να μην την αφήνει να χάνεται.
«Έλα να δεις τι βρήκα», τράβηξε μέσα τον Κωστή μόλις πέρασε την πόρτα και κρατώντας ανοιχτό το άλμπουμ του έδειξε την φωτογραφία και έσκασαν και οι δύο στα γέλια.
«Τι κοιτάτε εσείς οι δύο και χαχανίζετε;» χαμογέλασε ο μπαμπάς της και έκατσε μαζί τους στο σαλόνι και αναπόλησαν τα παιδικά τους χρόνια μπροστά από το τζάκι με ένα μπουκάλι κρασί.
«Έχω μια ιδέα», είπε ο Κωστής μα φάνηκε σκεπτικός.
«Πες!» τον παρακίνησε η Αλεξάνδρα.
«Το ξέρω ότι είναι νωρίς. Μα τι θα λέγατε να στολίσετε για τα Χριστούγεννα; Ίσως της φτιάξει την διάθεση»
«Ναι! Θα χαρεί η μαμά! Τι λες, μπαμπά;»
«Μέσα!»
Την επόμενη κιόλας μέρα, ο Δημήτρης ανέβηκε στο πατάρι και άρχισε να ψάχνει τις κούτες με τα Χριστουγεννιάτικα στολίδια. Μετά από όσα είχαν περάσει με την υγεία της γυναίκας του, ένιωθε ξανά ελπίδα και προσμονή. Η Αλεξάνδρα και ο Κωστής είχαν βγει στα μαγαζιά να ψωνίσουν. Δεν βρήκαν όλα όσα ήθελαν καθώς ακόμα ετοιμάζονταν τα ράφια για τις γιορτές. Μα πέρασαν από την αγορά και πήραν μυρωδικά και μπαχαρικά για τα φαγητά και τα γλυκά των Χριστουγέννων. Εκείνος έπιασε ένα ματσάκι δεμένο αρισμαρί και χαμογέλασε. Θυμήθηκε την μέρα που είδε ξανά την Αλεξάνδρα στο τραπέζι του γάμου της ξαδέρφης της. Το έφερε κοντά στο πρόσωπό του και ρούφηξε το άρωμά του. Το άφησε ξανά πίσω και αναστέναξε. Δεν ήταν αυτό το πεπρωμένο του.
Μερικές μέρες αργότερα, ενώ η Αλεξάνδρα ετοιμαζόταν να βγει για το απογευματινό της τρέξιμο στην γειτονιά, σταμάτησε μόλις είδε κούτες στοιβαγμένες έξω από το σπίτι του και μαζί σταμάτησε και η καρδιά της. Ένιωσε ανόητη που ίσως πίστεψε ότι υπήρχε κάτι να προσμένει, κάτι να ελπίζει, κάποιον να πιστεύει. Τον είδε να βγαίνει έξω και να την κοιτάζει σαν χαμένος. Έπρεπε γρήγορα να βρει την ψυχραιμία της. Πήρε μια βαθιά ανάσα και τον πλησίασε.
«Να σε αποχαιρετίσω;» τον ρώτησε απαλά χωρίς να περιμένει εξηγήσεις.
Εκείνος πλησίασε αμίλητος και την αγκάλιασε. Πάνω στο στήθος του άκουσε τον αναστεναγμό του. Την φίλησε στα μαλλιά και έκανε ένα βήμα πίσω.
«Δεν θα ρωτήσεις γιατί φεύγω;»
Η Αλεξάνδρα κούνησε αρνητικά το κεφάλι και αν είχε δάκρυα στα μάτια τα πέταξε μακριά.
«Υπάρχει μια θέση για εμένα. Μια ευκαιρία ζωής. Σε μεγάλη εταιρεία στην Αγγλία»
«Θα ξεπαγιάσεις εκεί»
«Σαν την πατρίδα τίποτα. Εσύ δεν θα άντεχες»
«Θέλω ήλιο»
«Θες φως»
Τις επόμενες μέρες, έγινε το χειρουργείο της μαμάς της και πήγαν όλα καλά. Με το άγχος της επέμβασης, το τρέξιμο και τον αποχωρισμό του Κωστή, είχε βδομάδες να ζυγιστεί και δεν είχε καταλάβει ότι έχασε άλλα πέντε κιλά. Μόνο όταν φόρεσε το αγαπημένο της παντελόνι και το ένιωσε φαρδύ στη μέση της, κατάλαβε ότι είχε πιάσει άλλον έναν στόχο της. Κοιτούσε τον εαυτό της στον καθρέφτη και απολάμβανε την νέα της εμφάνιση. Είχε δίκιο ο μπαμπάς της, το κατάλαβε τότε. Καλύτερα να το έκανε για τον εαυτό της. Στα κομμάτια και η τηλεόραση και όλοι τους. Έβλεπε καθαρά τον δρόμο της πια. Και ήταν όλος δικός της.
«Τι κοιτάς με τόση προσήλωση;» ρώτησε τον μπαμπά της ένα από τα επόμενα βράδια που βγήκαν στην βεράντα να βεγγερίσουν.
«Σκέφτομαι να κάνω έκπληξη στην μαμά σου και να την πάω ένα ταξιδάκι. Θα της αρέσει; Τι λες;»
«Θα της αρέσει πολύ, μπαμπά», χαμογέλασε ικανοποιημένη.
«Δεν έχουμε πάει ποτέ στην Αγγλία…» είπε εκείνος με νόημα και είδε την κόρη του να μουτρώνει.
«Υπάρχουν και καλύτερα μέρη»
«Κανένα νέο από τον φίλο σου;»
«Όχι».
«Ξέρεις, εσύ είσαι τυχερή»
«Αλήθεια; Γιατί;» δεν κρατήθηκε και γέλασε.
«Ναι. Για να κάνεις το όνειρό σου πραγματικότητα έπρεπε να χάσεις μερικά κιλά. Εκείνος έπρεπε να χάσει την ελευθερία του»
«Τι εννοείς;»
«Έμαθα πως η εταιρεία που τον προσέλαβε ανήκει στον πατέρα της αρραβωνιαστικιάς του»
«Είναι αρραβωνιασμένος;»
«Για το συμφέρον. Αταίριαστο ζευγάρι. Ο πατέρας της δεν της έδινε την εταιρεία αν δεν παντρευτεί πρώτα. Έτσι εκείνη πήρε αυτό που ήθελε και το ίδιο και ο Κωστής, την θέση των ονείρων του»
«Δεν το περίμενα ότι…»
«Ότι οι άνθρωποι κάνουν αυτά τα πράγματα για το συμφέρον τους; Ή ότι ο Κωστής θα έκανε κάτι τέτοιο»
«Και τα δύο»
«Είναι επιλογή του. Μη λυπάσαι. Να εύχεσαι να ευτυχίσει κάποια στιγμή»
«Και πώς τα έμαθες εσύ όλα αυτά;»
«Δεν μπορείς να φανταστείς τι συζητήσεις γίνονται στους διαδρόμους ενός νοσοκομείου»
«Μπαμπά. Δεν θέλω τελικά να κάνω εκπομπή στην τηλεόραση»
«Δεν πειράζει. Ο στόχος σου όμως;»
«Μείον δέκα κιλά. Θα συνεχίσω. Για εμένα, όπως μου είχες πει»
«Πρέπει να είσαι πολύ περήφανη για τον εαυτό σου»
«Μπα…»
«Εγώ είμαι»
Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε και κοίταξε το μήνυμα στο κινητό της.
«Έμαθα ότι όλα πήγαν καλά. Περαστικά στην μαμά σου»
Ημέρα Χριστουγέννων και οι γονείς της είχαν φτάσει από την προηγούμενη στην Πράγα. Η Αλεξάνδρα ήταν στην κουζίνα από το πρωί και περίμενε τους φίλους της το βράδυ. Κόντευε χρόνος που είχε να τους δει και ήταν ενθουσιασμένη. Κοίταξε από το παράθυρο και της φάνηκε να μαυρίζει ο ουρανός απότομα. Μα τίποτα δεν θα της χαλούσε το εορταστικό της τραπέζι. Είχε βάλει ένα κομματάκι από την καρδιά της μέσα.
Οι μυρωδιές από τα φαγητά της είχαν γεμίσει την γειτονιά. Γέλια και φωνές έβγαιναν από τις πόρτες των σπιτιών που άνοιγαν συνέχεια να υποδέχονται κόσμο. Όλα φωτεινά και ζωντανά εκτός από το σπίτι δίπλα της. Έπαψαν να επιστρέφουν οι γονείς του Κωστή από τότε που έφυγε και είχαν συνηθίσει να ζουν στο εξοχικό τους. Έμεινε άδειο το σπίτι.
Ανακάτευε με γρήγορες κινήσεις την μπεσαμελ όταν την τρόμαξε μια βροντή. Άφησε το μπολ και έτρεξε στο παράθυρο. Παραμέρισε την κουρτίνα και δεν μπορούσε να δει τίποτα έξω από την καταιγίδα. Ατυχία! Τα τηλέφωνα άρχισαν να χτυπούν το ένα μετά το άλλο. Κανένας φίλος δεν μπορούσε να έρθει από την παλιά της πόλη, η απόσταση μεγάλη και οι δρόμοι ήταν ποτάμια. Στεκόταν πάνω από το ολοστόλιστο τραπέζι, ο φούρνος ήταν γεμάτος ψητά και οι κατσαρόλες χόχλαζαν ακόμη. Δεν ήξερε αν άντεχε να βάλει πάλι τα κλάματα.
Άνοιξε ένα μπουκάλι κρασί και άρχισε να πίνει. Έβαλε δυνατά μουσική και χόρεψε μόνη της. Δεν θα το έβαζε κάτω. Γύρισε στην κουζίνα και συνέχισε να μαγειρεύει τραγουδώντας και χορεύοντας. Το ξαφνικό χτύπημα στο παράθυρο της έκοψε το αίμα.
«Τι στο καλό κάνεις εδώ;»
«Χτυπάω τόση ώρα, δεν ακούς! Άνοιξε!»
Η Αλεξάνδρα έτρεξε και άνοιξε την πόρτα στον Κωστή που τουρτούριζε κάτω από τα βρεγμένα του ρούχα. Έμεινε άφωνος με την αλλαγή της.
«Ουάου! Είσαι…»
«Ναι, ναι. Έλα να σου δώσω μια πετσέτα. Για ποιο λόγο γύρισες; Τι συνέβη;»
«Ήλπιζα να σας βρω εδώ»
«Οι γονείς μου λείπουν ταξίδι»
«Περιμένεις κόσμο; Δεν ήθελα να ενοχλήσω»
«Με αυτήν την κακοκαιρία δεν κατάφερε να έρθει κανείς από τους φίλους μου τελικά. Θες κάτι να πιείς;»
«Ό,τι πίνεις και εσύ».
«Πες μου τώρα. Τι ήθελες να μας πεις;»
«Έχω μια θέση για εσένα στην τηλεόραση. Το ξέρω ότι δεν σου αρέσει η Αγγλία, όμως θέλω να το σκεφτείς. Ενδιαφέρονται να κάνουν μια εκπομπή με ελληνικές γεύσεις και νομίζω ότι είναι η ευκαιρία σου»
«Όχι, όχι. Κωστή, αυτό το όνειρο δεν υπάρχει πια. Κάποιες φορές τα όνειρά μας δεν είναι αυτό που φανταζόμαστε. Θα εκδώσω το βιβλίο μου. Θα κάνω αυτό που πραγματικά θέλω. Και θα το κάνω για εμένα. Και ίσως κάποια στιγμή ανοίξω ένα δικό μου εστιατόριο. Κατάλαβα ότι δεν θέλω να έχω κανέναν από πάνω μου να μου λέει πώς πρέπει να είμαι. Άλλαξα για εμένα. Είμαι έτσι όπως θέλω εγώ να είμαι. Δεν θέλω κανείς να μου πει ξανά πώς πρέπει να είμαι. Θέλω να είμαι εγώ»
Ο Κωστής άκουγε με κατεβασμένο το κεφάλι. Αυτή η γυναίκα είχε περισσότερα κότσια από αυτόν. Εκείνος πούλησε τον εαυτό του για μια καριέρα. Υποτίθεται ζούσε το όνειρό του μα ήταν όλα ψεύτικα. Σήκωσε τα μάτια του και την κοίταξε. Ήξερε. Το κατάλαβε ότι έμαθε πώς πήρε την θέση. Και κατέβασε πάλι τα μάτια του γιατί δεν μπορούσε να την κοιτάζει.
«Θυμάσαι τότε με τα γλυκά στην κουζίνα; Δεν μπορούσα να σε κοιτάξω στα μάτια. Ντρεπόμουν. Ξέρω πώς νιώθεις τώρα. Ξέρω και πως μπορείς να κάνεις ακόμη περισσότερα και δεν χρειάζεσαι κανέναν. Δεν θα δεχόμουν ποτέ μια τέτοια θέση. Όχι γιατί είμαι καλύτερη, αλλά γιατί θέλω να κάνω το καλύτερο που μπορώ. Δεν ανήκεις σε κανέναν. Έχεις επιλογή. Δεν λυπάμαι. Θέλω μόνο να είσαι ευτυχισμένος», θυμήθηκε τα λόγια του μπαμπά της.
Ο Κωστής σηκώθηκε και ζήτησε να κάνει ένα τηλεφώνημα. Έφυγε από το δωμάτιο και πήρε τηλέφωνο στην εταιρεία και δήλωσε παραίτηση. Τους είπε ότι δεν θα γύριζε ξανά και θα έμενε στην πατρίδα του. Το μήνυμα θα το μετέφεραν και στην νέα διευθύντρια. Δεν ανησυχούσε, ήξερε ότι θα έβρισκε εύκολα κάποιον άλλον να πάρει την θέση του.
«Θα μείνεις να φάμε;» τον ρώτησε μόλις επέστρεψε.
«Ναι», χαμογέλασε για πρώτη φορά με όλη του την καρδιά.
«Και ποιος θα είναι ο τίτλος του βιβλίου σου;»
«Το αρισμαρί!»
Εκείνος έπιασε ένα κλωνάρι αρισμαρί από το τραπέζι και το μύρισε. Χαμογέλασε. Πλησίασε και έπιασε το χέρι της. Εκεί χόρεψαν όλο το βράδυ υπό το φως των κεριών.
«Το αρισμαρί της Αλεξάνδρας», μουρμούρισε ευτυχισμένος. Τελικά αυτό ήταν το πεπρωμένο του.
CC
