Η Αμαλία Σακαλή, ήταν μία γυναίκα γύρω στα εβδομήντα. Από τα νιάτα της η ομορφιά της έμοιαζε εξωτική, τα μαύρα της μακριά μαλλιά και τα αμυγδαλωτά της μάτια δεν ήταν ποτέ απαρατήρητα. Στις πρωινές κυριακάτικες βόλτες μετά την εκκλησία, περνώντας έξω από το καφενείο της γειτονιάς, όλα τα αντρικά μάτια γύριζαν να την κοιτάξουν. Εκείνη όμως έβαζε τα μάτια κάτω και με τα μάγουλα κόκκινα από ντροπή έμπαινε στο σπίτι της χωρίς ανάσα. Γιατί, ανάμεσα στους θαμώνες βρισκόταν και εκείνος. Ο μοναδικός άντρας, ο Κωσταντής, που την έκανε να ξεχάσει τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η οικογένειά της, μήπως ήταν και η τελευταία που δεν είχε τα προς το ζην; Μία εποχή μεταπολεμική, με πολλές κακουχίες, τραύματα, πείνα και προπάντων φόβο!
Ο πατέρας της, ο Στάθης, είχε ένα μαγαζάκι και επιδιόρθωνε παπούτσια. Πόσα ταλαιπωρημένα, χαλασμένα, φθαρμένα παπούτσια είχαν περάσει από τα χέρια του, αν ήταν δεκάρες θα είχε γίνει πλούσιος. Τις περισσότερες φορές δεν αμειβόταν, “οι καημένοι δεν έχουν άλλο ζευγάρι, πεινάνε, πώς εγώ να ζητήσω χρήματα;”, αυτά έλεγε στην γυναίκα για να δικαιολογήσει τα άδεια χέρια από λεφτά. Ο Θεός όμως που τα βλέπει όλα, δεν τον άφηνε έτσι. Πολλές ήταν οι φορές που έβρισκε έξω από την πόρτα του λίγο αλεύρι, λίγο λάδι από κάποιον άλλο γείτονα που ήθελε να μείνει ανώνυμος και να κάνει το καλό. Και ο Στάθης έλαμπε από χαρά, γιατί έβλεπε ότι η καλοσύνη του δεν έπεφτε σε τοίχο.
Με αυτή του την στάση ζωής έμαθε και τα κορίτσια του, τρία στο σύνολο. Πόσο επιθυμούσε και ένα αγόρι, αλλά “αυτά είναι σχέδια από πάνω”, έλεγε μέσα του για να απαλύνει την στεναχώρια του. “Κι αν πάθω κάτι, ποιος θα σταθεί στις γυναίκες μου;”, αυτή ήταν η έννοια του, μην φύγει από την ζωή και δεν έχει τακτοποιήσει τα κορίτσια του. Πώς να τους αφήσει κάτι, το πιο λίγο, για σπίτι ούτε λόγος αλλά έστω ένα πάπλωμα, λίγα κουζινικά; Η Αμαλία του όμως, η πρωτότοκη, ήταν το καμάρι του. Και όμορφη ήταν, αλλά πολύ περισσότερο σκέτο αντράκι. Δυνατή σαν βράχος, σαρωτική σαν ανεμοστρόβιλος, δουλευταρού σαν μέλισσα, γλυκιά σαν μέλι. Όλα τα είχε, και οι άλλες δεν πήγαιναν πίσω, όμορφες και αυτές και καλές. Αλλά η Αμαλία του άλλο πράγμα. Ίδια η μάνα του στα νιάτα της, που της είχε πάρει και το όνομα. Για αυτό της είχε τόση αδυναμία της μεγάλης, γιατί έμοιαζε τόσο στην μητέρα του που την είχε γνωρίσει ελάχιστα κι αυτός.
Καμιά φορά ο Στάθης στεκόταν έξω από το μαγαζί του και φανταζόταν την μάνα του να του φέρνει λίγο φαγητό ή λίγο τσάι να ζεσταθεί στις κρύες μέρες, του είχε λείψει η μητρική φροντίδα, αλλά σε αυτό είχε σταθεί τυχερός, γιατί είχε τέσσερις γυναίκες μετά να τον φροντίζουν, η μία κόρη συναγωνιζόταν την άλλη, ποια θα του φέρει τις παντόφλες, ποια τον καφέ, ποια την πετσέτα να σκουπίσει τα χέρια.
Ο μικρός παράδεισος στον οποίο ζούσε, κράτησε λιγότερο από είκοσι χρόνια, γιατί μια μέρα ο Στάθης δεν ξύπνησε να πιεί καφέ. Μάταια η μικρή του προσπαθούσε να τον ξυπνήσει εκείνο το κρύο πρωινό του Γενάρη, λίγες μέρες αφού είχαν περάσει και τα Θεοφάνεια του ’58. Στην κηδεία του όλη η γειτονιά μαζεμένη, δεν είχε λείψει κανείς. Οι τέσσερις γυναίκες μαυροφορεμένες, πικραμένες, γύρω από το φέρετρο δεν έλεγαν να κουνήσουν ούτε μία πιθαμή, μην αφήσουν τον πατέρα μόνο και εκεί. Η γυναίκα του είχε αγκαλιάσει τις κόρες και έκλαιγε σιγανά, ένα μεγάλο ‘γιατί’ στριφογυρνούσε στο μυαλό της, πώς ο Πανάγαθος είχε επιτρέψει τέτοια συμφορά, πώς θα επιβίωναν τώρα χωρίς άντρα και προστάτη.
Η Αμαλία, σαν μεγαλύτερη, στεκόταν δίπλα στον πατέρα σαν βράχος, ατάραχη. Έμοιαζε με κυπαρίσσι που το χτυπάει ο αέρας και η βροχή και στέκεται ακόμη όρθιο. Οι πιο μικρές έκλαιγαν και αυτές συμμερίζονταν τον πόνο της μάνας και τις αγωνίες της.
Όταν πέρασαν οι εφιαλτικές και δύσκολες στιγμές της ταφής, οι γυναίκες κάθισαν όρθιες δίπλα στον φρεσκοσκαμμένο τάφο για να δεχτούν τα συλλυπητήρια του κόσμου. Ο Κωνσταντής έμεινε τελευταίος και πλησιάζοντας την Αμαλία της ψιθύρισε με φωνή σιγανή σφίγγοντας της το χέρι δυνατά: «Εγώ είμαι εδώ, δεν έχεις να φοβάσαι τίποτα».
Η Αμαλία σήκωσε το κεφάλι και τον κοίταξε με τα μεγάλα μαύρα της μάτια σαν να του έλεγε βουβά ένα μεγάλο Ευχαριστώ!
Οι μέρες μετά το θανατικό κύλισαν εφιαλτικά και η Αμαλία το πρωινό πριν έρθει η γιορτή του Αγίου Αντωνίου, ανακοίνωσε στην μάνα της την απόφασή της να ανοίξει εκείνη το μαγαζί, να επιδιορθώνει τα παπούτσια του κοσμάκη.
«Ναι, μάνα, θα το κάνω, δεν γίνεται να κάθομαι εδώ και να κλαίω. Πώς θα ζήσουμε; Τι θα τρώμε; Είναι και τα κορίτσια, τι θα τις κάνουμε, δουλικά σε ξένα σπίτια;», αυτά είπε η μεγάλη κόρη μιλώντας σαν άντρας.
Η μάνα δεν είχε παρά να συμφωνήσει στην φωνή της λογικής, εξάλλου η Αμαλία είχε μάθει τα βασικά της δουλειάς από τον πατέρα της, σαν να ήξερε ο άμοιρος ότι θα της χρειάζονταν μία μέρα οι οδηγίες του.
Ξημέρωσε η επομένη μέρα, οι καμπάνες χτυπούσαν για να τιμήσουν τον Άγιο Αντώνιο και η Αμαλία αφού πέρασε από την εκκλησία να ανάψει το κεράκι της, κίνησε για το μαγαζί. Άνοιξε την πόρτα με συγκίνηση και δάκρυα κύλησαν στα μάτια της. Επιτέλους εκεί μόνη, χωρίς να την βλέπει κανείς, θα μπορούσε να κλάψει αβίαστα, δεν ήθελε η μάνα της και οι μικρές να την βλέπουν έτσι, έπρεπε να φαίνεται δυνατή στα μάτια τους, να μην λυγίσουν, να μην απελπιστούν.
Το πρώτο δίωρο πέρασε χωρίς να το καταλάβει, τακτοποιώντας τα παπούτσια που ήθελαν επιδιόρθωση από την μια μεριά και από την άλλη τα ήδη φτιαγμένα, για να μπορεί να τα βρίσκει εύκολα και γρήγορα. Μετά πήρε στα χέρια της την παλιά, φθαρμένη σκούπα με το μεγάλο κοντάρι να σαρώσει την σκόνη σαν τον λίβα που τα παρασέρνει όλα στο πέρασμά του και μαζί με αυτή, τον θυμό που κουβάλαγε και τα δάκρυά της. Σε λίγη ώρα τα ράφια και ο χώρος καθαρός, φαίνονταν σαν καινούρια. Ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα στάθηκε για λίγα λεπτά να καμαρώσει το μικρό δωμάτιο, έκλεισε τα μάτια της και έφερε την φιγούρα του πατέρα νοερά μπροστά της να την κοιτάει ευχαριστημένος, σαν να της έλεγε με την γλυκιά φωνή του: “Μπράβο κόρη μου, πάντα άξια!”.
Μετά έριξε μία κλεφτή ματιά στον μικρό τετράγωνο καθρέπτη που ήταν στην άκρη του μαγαζιού, έστρωσε τα κυματιστά μαλλιά με το χέρι της και κάθισε στην ψάθινη καρέκλα, εκεί που καθόταν και ο πατέρας της και αφού πήρε μια βαθιά ανάσα, έπιασε το πρώτο ζευγάρι στα χέρια της και άρχισε την δουλειά. Ήταν ένα ζευγάρι αντρικό και αφού πρώτα το επεξεργάστηκε με τα μάτια της, το γύρισε πάνω κάτω να δει τι ακριβώς χρειάζεται και άρχισε το ξήλωμα, να βγει η φθαρμένη σόλα, να ξυστεί και να αντικατασταθεί με μία νέα και πιο γερή. Μετά την κόλλησε με επιμέλεια, της έβαλε τα στηρίγματα για να μείνει σταθερή και τα τοποθέτησε με ευλάβεια στα δεξιά της. Έπειτα έπιασε ένα άλλο ζευγάρι και δούλεψε με τον ίδιο τρόπο.
Αρχικά οι κινήσεις της ήταν αργές, φοβόταν μην καταστρέψει κανένα ζευγάρι και βρει τον μπελά της, όμως καθώς πλησίαζε το απόγευμα, τα χέρια της κινούνταν πιο γρήγορα. Λίγο πριν έρθει η νύχτα, είχε μείνει ευχαριστημένη από την πρόοδό της. Έτσι πήγε σπίτι σίγουρη πια ότι θα την κατάφερνε αυτή την δουλειά χωρίς αμφιβολία. Τι κι αν ήταν γυναίκα; Μήπως της έλειπε το μυαλό ή η καπατσοσύνη;
Ο ύπνος δεν άργησε να την βρει αυτή την φορά κουρασμένη αλλά ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα, κάπως έτσι θα αισθανόταν και ο πατέρας όταν τελείωνε την δουλειά του. Οι επόμενες μέρες κύλησαν σαν νερό, ούτε που κατάλαβε πώς ήρθε το Σάββατο το μεσημέρι που ήταν και η τελευταία μέρα που την έβρισκε στο μαγαζί. Λίγο πριν κλειδώσει την πόρτα, ένας πιτσιρικάς από την γειτονιά στάθηκε μπροστά της και της έδωσε ένα γράμμα.
«Για σας κυρία Αμαλία είναι αυτό, μου το έδωσαν να το παραδώσω στα χέρια σας», της είπε ο μικρός γρήγορα γρήγορα μην ξεχάσει καμία λέξη από αυτά που έπρεπε να πει και βρει και κανένα μπελά μετά. Η Αμαλία ευχαρίστησε τον μικρό δίνοντάς του μία καραμέλα που είχε στην τσέπη της και αφού κάθισε στην καρέκλα της, άνοιξε προσεκτικά το γράμμα και άρχισε με αγωνία να διαβάζει.
«Αγαπημένη μου, σου γράφω λίγες λέξεις για να σου εκφράσω τα συναισθήματά μου και συγχρόνως τον θαυμασμό μου και κυρίως την αγάπη μου για σένα. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα να περνάς εκείνο το κυριακάτικο πρωινό από μπροστά μου, η καρδιά μου άγγιξε τα ουράνια. Από εκείνη την στιγμή νιώθω ότι ανήκω ολοκληρωτικά σε σένα μόνο. Μία σου λέξη ή ένα νεύμα και θα είμαι κοντά σου στήριγμα για όλη σου την ζωή. Αν έχεις και το παραμικρό αίσθημα αγάπης για μένα, θα σε περιμένω με την αγκαλιά μου ανοιχτή αύριο το πρωί μετά την εκκλησία στο δασάκι πίσω από το προαύλιο.
Δικός σου,
Κωνσταντής»
Η Αμαλία σαστισμένη διάβασε ξανά και ξανά το γράμμα και ένα αίσθημα χαράς γέμισε την ψυχή της, επιτέλους η τύχη άρχισε να της δείχνει το καλό της πρόσωπο. Έτρεφε και εκείνη συναισθήματα για αυτόν τον άντρα, αλλά δεν είχε τολμήσει ποτέ να τα εκφράσει σε κανένα, ούτε στην ίδια της την μάνα που υπεραγαπούσε και εμπιστευόταν.
Εκείνη την νύχτα δεν έκλεισε ούτε βλέφαρο, εκατοντάδες σκέψεις πέρασαν από το μυαλό της, δεν είχε μείνει ποτέ με έναν άντρα μόνη, τι θα του έλεγε, πώς θα βγαίναν από το στόμα οι κατάλληλες λέξεις;
Μόλις ο ήλιος ξεπρόβαλε, σηκώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη, φόρεσε τα κυριακάτικα ρούχα της και κίνησε για την εκκλησία. Η ψυχή της βρήκε την γαλήνη που ζητούσε και πήρε τις απαντήσεις που ήθελε. Θα ήταν ο εαυτός της! Τίποτα περισσότερο, τίποτα λιγότερο.
Όταν βγήκε από την εκκλησία, τα πόδια της την οδήγησαν στο πάρκο και τα μάτια της σάστισαν για λίγο όταν τον είδαν. Εκείνος την περίμενε με τα μάτια καρφωμένα στην γωνία από όπου ξεπρόβαλε η λεπτή της σιλουέτα.
«Σε περίμενα από νωρίς το πρωί με το σήκωμα του ήλιου στον ουρανό» της είπε και της έδωσε ένα λευκό τριαντάφυλλο.
Εκείνη το πήρε στα χέρια της, το μύρισε και ψιθύρισε το “ευχαριστώ” με τα μάτια να κοιτούν το χώμα και τα μάγουλά της να κοκκινίζουν από ντροπή. Εκείνος πήρε τα παγωμένα χέρια της στα δικά του, τα έσφιξε στα δικά του λέγοντάς της: «Ευχαριστώ που ήρθες, είσαι για μένα η ζωή μου και θέλω να σε κάνω γυναίκα μου. Θα είμαι για σένα ο σύζυγος, ο πατέρας, ο αδελφός, ο φίλος. Από την πρώτη στιγμή που σε είδα κατάλαβα ότι με είχε λαβώσει ο έρωτας. Αν νιώθεις και για μένα το πολύ λίγο, μην μου αρνηθείς. Θα έρθω στην μάνα σου να σε ζητήσω το συντομότερο δυνατόν. Έχω καλή δουλειά στον σιδηρόδρομο και τα χέρια μου πιάνουν. Δεν θα έχεις να νοιαστείς για τίποτα».
Δεν χρειάστηκαν παραπάνω λόγια, τα είχε πει όλα σε λίγες λέξεις. Η Αμαλία του έπιασε το αριστερό του χέρι, της καρδιάς, και το έφερε στο μάγουλό της, να νιώσει το χάδι, την ζεστασιά. Ήταν η επιβεβαίωση και του δικού της έρωτα για αυτόν. Ο Κωνσταντής έσκυψε το κεφάλι και της έδωσε ένα απαλό φιλί στο στόμα.
Από εκείνο το πρωινό το ζευγάρι ήταν αχώριστο. Η αγάπη τους μοναδική, η ευτυχία έλαμπε στα πρόσωπά τους, όλη η γειτονιά είχε να το λέει και μακάριζε την Αμαλία για την τύχη της. Τις Κυριακές ο Κωνσταντής έπαιρνε την Αμαλία του και με τον ηλεκτρικό τράβαγαν για την Κηφισιά, ήταν η βόλτα τους, να ξεφύγουν από την καθημερινότητά τους. Τα ξύλινα βαγόνια με τις μεγάλες χειρολαβές και τα φαρδιά δερμάτινα καθίσματα γέμιζαν με κόσμο που ανέβαινε από το λιμάνι για το Μοναστηράκι και τις πιο βόρειες περιοχές. Η επιστροφή τους γινόταν αργά το απόγευμα, έχοντας γεμίσει τις ψυχές τους με ωραίες εικόνες. Η Αμαλία είχε γίνει η καλύτερη τεχνίτρια επισκευής παπουτσιών, από τα χέρια της είχαν περάσει ήδη εκατοντάδες ζευγάρια από φθαρμένα και παλιά κι έβγαιναν καινούρια σχεδόν και γυαλιστερά. Ο Κωνσταντής ήταν ο τέλειος σύζυγος και προστάτης, όχι μόνο της γυναίκας του, αλλά και της μητέρας της και των αδελφών της.
Ένα κυριακάτικο πρωινό ο Κωνσταντής της είπε με το γελάκι να φωτίζει το πρόσωπό του:
«Σου έχω μία έκπληξη γλυκιά μου, πάμε και θα δεις ή μάλλον θα ακούσεις»
Όταν έφτασαν στην Κηφισιά, μία φωνή γνώριμη ακούστηκε… “προσοχή στο κενό μεταξύ το συρμού και της αποβάθρας”.
Ο Κωνσταντής γύρισε, την κοίταξε και την ρώτησε με αγωνία: «Εεε, τι έχεις να πεις;»
Η Αμαλία σαστισμένη τον ρώτησε με απορία. «Εσύ είσαι στην κασέτα; Μα πώς; Τι έγινε;»
«Ήθελαν μια στεντόρεια φωνή που να μην τρέμει και με διάλεξαν, όχι ότι με συμπαθούν και πολύ, αλλά δεν είχαν και πολλές επιλογές. Αφού ξέρεις, το κλίμα που επικρατεί σε τέτοιους χώρους, ποιος έχει τα μέσα τα μεγαλύτερα και ποιος επιβιώνει τελικά. Αλλά ας μην χαλάμε την διάθεσή μας, σήμερα θα πάμε βόλτα με την άμαξα και μετά θα καθίσουμε στο αγαπημένο σου ζαχαροπλαστείο να απολαύσουμε την πάστα που σου αρέσει. Πρόσεχε όμως κι εσύ μην μου πέσεις και μου χτυπήσεις, το κενό είναι αρκετά μεγάλο»
Οι κυριακάτικες βόλτες στην Κηφισιά είχαν γίνει πια θεσμός. Αργότερα, μία φορά τον μήνα πια, έπαιρναν τον συρμό από το λιμάνι του Πειραιά και κατέβαιναν στο τέρμα. Η στεντόρεια φωνή του Κωνσταντή ηχούσε στα αυτιά τους και εκείνος της επαναλάμβανε τις οδηγίες μην του πέσει και χτυπήσει. Τις υπόλοιπες Κυριακές περιορίζονταν στον Πειραιά μέχρι το Πασαλιμάνι, η θάλασσα έμοιαζε με ταινία στο πανί, που την βλέπεις και ταξιδεύει το μυαλό. Όταν επέστρεφαν αργά το απόγευμα σπίτι, η ψυχή τους γεμάτη από ωραίες εικόνες και λόγια γλυκά έβγαιναν από τα στόματά τους.
Τα χρόνια πέρασαν χωρίς να έχει έρθει ένα παιδί να ολοκληρώσει την ευτυχία τους. Το κενό των παιδιών το είχαν συμπληρώσει τα ανίψια, η αγάπη τους μεγάλη, η αγκαλιά πάντα ανοιχτή για τα τρία παιδιά των αδελφών της.
Λίγο πριν τα εξήντα πέντε του χρόνια, ο Κωνσταντής αρρώστησε με πνευμονία και έφυγε γρήγορα από την ζωή. Λίγο πριν κλείσει τα μάτια του είπε στην αγαπημένη του: «Πόσο γρήγορα περνούν τα χρόνια, πόσο θα ήθελα να ξαναγεννηθώ, να σε συναντήσω ξανά και να συνεχίσω να σ’ αγαπώ. Γιατί σε αυτήν την ζωή δεν πρόλαβα να σε αγαπήσω όσο ήθελα».
Η Αμαλία του χάιδεψε το μάγουλο με το παγωμένο χέρι όπως τότε που τον είχε συναντήσει πίσω από την εκκλησία στο δασάκι. Με δυσκολία συγκράτησε τα δάκρυά της ψιθυρίζοντάς του γλυκά: «Κι εγώ σ’ αγαπώ και θα σ ’αγαπώ αιώνια μέχρι το τέλος του κόσμου».
Σε λίγο τα μάτια του αγαπημένου της έκλεισαν για πάντα, η Αμαλία σαστισμένη και συγκινημένη έπεσε πάνω του χωρίς να μπορεί να συγκρατήσει τα δάκρυά της τα ατελείωτα.
Από εκείνη την μέρα, στην επέτειο του θανάτου του, παίρνει τον συρμό του τραίνου από το λιμάνι με προορισμό την Κηφισιά. Δεν την ενδιαφέρει τίποτε άλλο παρά να κάθεται στο παγκάκι έξω από το τέρμα του σταθμού και να ακούει την φωνή του Κωνσταντή της ‘ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΟ ΚΕΝΟ ΜΕΤΑΞΥ ΣΥΡΜΟΥ ΚΑΙ ΑΠΟΒΑΘΡΑΣ…’.
Πόσο μπορεί να γεμίσει το κενό της ψυχής της, με τι λόγια, με τι χάδια, με τι αγάπη; Ύστερα από πέντε χρόνια, το παγκάκι εκείνη την ημέρα της επετείου ήταν άδειο, η Αμαλία επιτέλους συνάντησε τον αγαπημένο της σε μία άλλη διάσταση, δύο ψυχές αγκαλιασμένες σφικτά χωρίς πια να τους χωρίζει τίποτα έκαναν την βόλτα τους με το τραίνο, όχι όμως το γνώριμο, το γήινο, αλλά εκείνο το αιώνιο, το άυλο, το παραδεισένιο, το πλημμυρισμένο από το ουράνιο φως που γλυκαίνει τις ψυχές, που ζεσταίνει τα κρύα χέρια και γλυκομυρίζει από τα χιλιάδες λουλούδια του.
Δήμητρα Καμπόλη

One response to “Προσοχή στο κενό”
[…] Φωτιές στον Ουρανό Προσοχή στο κενό […]