Ο οικονόμος

«Έρχονται! Γρήγορα στις θέσεις σας!» φώναξε ο κύριος Κόλιν και έσφιξε με μια απότομη κίνηση την γραβάτα του νευριασμένος με την ανικανότητά τους. Επιθεώρησε με ένα βλέμμα όλο το προσωπικό που έστεκε ακίνητο έτοιμο να υποδεχτεί την νέα κυρία της έπαυλης. «Χαμόγελα!», τους διέταξε και στάθηκε ευθυτενής μπροστά τους ως υπεύθυνος όλων. Είχε ακούσει φήμες για την καινούργια σύζυγο του κυρίου, πως ήταν χαμηλών τόνων, λιγομίλητη και διακριτική. Καμιά σχέση με την προηγούμενη που ήταν έξω καρδιά, η ψυχή της παρέας. Μα και εκείνη στα χέρια του είχε χάσει όλη της την λάμψη στο τέλος.

Η άμαξα σταμάτησε μπροστά τους και ο κύριος βγήκε πρώτος. Ψηλός, γεροδεμένος, νέος ακόμα παρά την σκληρή απώλεια. Έδωσε το χέρι του να πιαστεί η σύζυγός του και κατέβηκε προσεχτικά η όμορφη γυναίκα με το λουλουδάτο φόρεμα και τα ξανθά μαλλιά πιασμένα σε χαμηλό κότσο. Κρατώντας την ακόμα από το χέρι, την παρουσίασε στο προσωπικό του. Προχώρησαν προς το εσωτερικό της έπαυλης που εκείνη τη στιγμή της φάνηκε σαν παλάτι μέσα σε λαβύρινθο. Ο οικονόμος δίπλα της σε κάθε βήμα να της εξηγεί τον κάθε χώρο με τόσες λεπτομέρειες που από ένα σημείο και μετά εκείνη δεν θυμόταν τίποτα μόνο χαμογελούσε άβολα και κουνούσε το κεφάλι.

Στο υπνοδωμάτιο, ζήτησε να τακτοποιήσει μόνη της τα ρούχα για να συνηθίσει τον χώρο. Άνοιξε την πελώρια ντουλάπα και στο πρώτο ράφι είδε μια πετσέτα με το μονόγραμμα της συγχωρεμένης γυναίκας του. Άγγιξε με τα δάχτυλά της το ανάγλυφο «Ε» και ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό της. Αναρωτήθηκε γιατί να υπήρχαν ακόμα εκεί τα πράγματά της. Μήπως ο Έρικ δεν μπορούσε να τα αποχωριστεί ακόμα. Μήπως δεν την είχε ξεπεράσει. Πήγε να τον βρει και να τον ρωτήσει παρόλο που μισούσε το γεγονός ότι ήταν στο σπίτι μόλις λίγη ώρα και είχε ήδη ένα παράπονο να κάνει.

«Τζέιν. Τι συμβαίνει;» της έπιασε και τα δύο χέρια. «Φαίνεσαι ταραγμένη. Έγινε κάτι;»

«Συγγνώμη, καλέ μου. Μα βρήκα στην ντουλάπα μας μια πετσέτα της Έμιλι. Να την αφήσω εκεί;»

«Της… Πώς; Τα έχουμε φυλάξει τα πράγματά της»

«Σου λέω αλήθεια. Έλα να δεις»

Όταν πήγαν στο υπνοδωμάτιο και η Τζέιν άνοιξε την ντουλάπα, δεν υπήρχε πουθενά η πετσέτα.

«Γλυκιά μου, σου έχω ορκιστεί ότι μόνο εσένα αγαπώ. Ότι δεν χρειάζεται να ανησυχείς για τίποτα. Ότι είσαι η μία και μοναδική στην ζωή μου. Σου ορκίστηκα στην τελετή του γάμου μας πως πάντα θα σε αγαπώ και θα σε προστατεύω»

Όση ώρα μιλούσε, η Τζέιν είχε κατεβασμένο το κεφάλι. Ήταν η πρώτη της μέρα στο σπίτι και είχε ήδη νιώσει απαίσια που ήταν εκεί. Ήταν το άγχος της πρώτης μέρας και το μυαλό της έπαιζε παιχνίδια ή είχε παγιδευτεί σε ένα παλάτι μέσα σε έναν λαβύρινθο; Πήγε να βρει τον κύριο Κόλιν να δει αν μπορούσε να μάθει κάτι περισσότερο. Ίσως εκείνος την βοηθούσε.

Τον βρήκε να στέκεται σε έναν διάδρομο και να κοιτάζει από το μεγάλο παράθυρο την θάλασσα. Δεν κατάλαβε ότι τον είχε πλησιάσει και έτσι η Τζέιν πρόλαβε να δει στο βλέμμα του όλη την θλίψη που έκρυβε πίσω από τα άγρια χαρακτηριστικά του. Τι πόνο να είχε άραγε μέσα του για να κοιτά έτσι την θάλασσα;

«Κύριε Κόλιν…»

«Παρακαλώ, κυρία», σκούπισε βιαστικά τα μάτια του και πήρε ξανά το αυστηρό του πρόσωπο σαν να ήταν μια μάσκα που την κρατούσε στο χέρι του.

«Εκεί έγινε;»

«Δεν σας έχει πει;»

«Δεν ρώτησα. Τον πονάει ακόμα»

«Ναι. Η θάλασσα αυτή κρύβει θανάτους»

«Σας λείπει και εσάς; Για αυτό βάλατε στο δωμάτιό μου την πετσέτα της;»

«Με συγχωρείτε, κυρία, μα δεν ξέρω για ποιο πράγμα μιλάτε. Καλύτερα να πάτε να ξεκουραστείτε. Είχατε μεγάλη μέρα σήμερα», έκανε μια ελαφριά υπόκλιση και αποχώρησε πρώτος.

Την επόμενη μέρα, την περίμενε πλούσιο πρωινό στην τραπεζαρία. Ο οικονόμος είχε επιμεληθεί κάθε λεπτομέρεια μέχρι τελειότητας.

«Ο κύριος;» ρώτησε η Τζέιν ενώ της άφησε μια πετσέτα στην ποδιά της.

«Έχει κατέβει στην πόλη για δουλειές, κυρία. Δεν θα αργήσει να επιστρέψει»

«Ξέρετε… δεν τρώω κρέας. Θα μπορούσατε να τα πάρετε αυτά. Αφήστε μόνο τα φρούτα, παρακαλώ»

«Συγγνώμη, η δύναμη της συνήθειας», χαμογέλασε κάτω από το παχύ μουστάκι του.

«Τι εννοείτε; Είναι το πρωινό της Έμιλι;»

Ο κύριος Κόλιν έκανε νόημα στους υπόλοιπους να αποχωρήσουν. Η Τζέιν έπιανε το κεφάλι της και κοιτούσε το τραπέζι που άδειαζε από τα πιάτα.

«Δεν μου είπατε! Θέλω μια απάντηση!» τον σταμάτησε πριν φύγει και αυτός.

«Συγχωρήστε με για το θάρρος, κυρία, μα έχετε εμμονή! Την μία ή πετσέτα, τώρα το φαγητό. Θεωρείτε παράλογο να ξέχασε ο κύριος να μας ενημερώσει για το δικό σας μενού; Αυτό εννοούσα. Τι καταλάβατε; Ο κύριος είναι πολυάσχολος άντρας. Συγγνώμη. Δεν θα επαναληφθεί»

Η Τζέιν δεν ανέφερε αυτό το περιστατικό στον Έρικ, προτίμησε να το κρατήσει για τον εαυτό της. Αφού δε έβγαζε άκρη, θα έπαιρνε την κατάσταση στα χέρια της. Τις επόμενες μέρες ζήτησε να έρθει διακοσμητής για να κάνει αλλαγές στα δωμάτια. Ήθελε να βάλει την δική της πινελιά στο σπίτι για να αρχίσει να το αισθάνεται πιο οικείο. Παρήγγειλε θάμνους και λουλούδια και γέμισε τον κήπο από την μία άκρη ως την άλλη. Ο Έρικ έδειξε να χαίρεται με τις μεγάλες αλλαγές και δεν της έκανε κανένα παράπονο. Αγόρασε άλογα και γέμισε τους στάβλους και δύο μεγαλόσωμα σκυλιά που έκαναν πλέον βόλτες στους κήπους.

Ένα μήνα μετά, έφτασε επίσημη πρόσκληση για μια δεξίωση. Η Τζέιν ξεκίνησε πυρετωδώς να ψάχνει το ιδανικό φόρεμα. Ήθελε η πρώτη δημόσια εμφάνιση με τον άντρα της να είναι τέλεια. Οι υπηρέτριες γέμισαν το υπνοδωμάτιό της με φανταχτερά φορέματα για να διαλέξει. Ήταν όλα υπέροχα, μα αυτό που της τράβηξε την προσοχή ήταν διπλωμένο μέσα σε ένα κουτί. Είχε ένα εκτυφλωτικό φως από τα πολύτιμα πετράδια που το στόλιζαν στο μπούστο. Κάτι τόσο ιδιαίτερο σίγουρα θα τραβούσε όλα τα βλέμματα και ο Έρικ θα στεκόταν περήφανος δίπλα της.

«Νομίζω ότι διάλεξα. Σας ευχαριστώ», αποδέσμευσε το προσωπικό για να μείνει μόνη να το δοκιμάσει. Το έβγαλε από το κουτί και στριφογύριζε γελώντας από ευτυχία που κρατούσε κάτι τόσο όμορφο στα χέρια της.

Την βραδιά της δεξίωσης, ο Έρικ περίμενε έξω από το δωμάτιο. Δεν τον άφηνε η Τζέιν να μπει μέχρι να είναι εντελώς έτοιμη. Όταν άνοιξε επιτέλους η πόρτα, την είδε να κάνει σβούρες μέσα στην μακριά γαλάζια τουαλέτα. Στην γαλάζια τουαλέτα της Έμιλι.

«Γιατί;» ψέλλισε μόνο πριν φύγει τρέχοντας. Γιατί δεν είχε δει νωρίτερα ότι η γυναίκα του δεν ήταν ευτυχισμένη και βασανιζόταν η ψυχή της; Είχε τρομοκρατηθεί. Η ιστορία επαναλαμβανόταν.

Εκείνο το βράδυ, η Τζέιν δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Ο Έρικ είχε μείνει στο σπιτάκι του κήπου. Οι σκέψεις της την τρέλαιναν. Πώς βρέθηκε εκείνο το φόρεμα στο δωμάτιό της; Γιατί δεν παραδεχόταν ο άντρας της ότι κρατούσε ακόμα τα πράγματά της; Γιατί φερόταν έτσι; Ήταν λάθος άραγε που παντρεύτηκε έναν άντρα που είχε ήδη αγαπήσει πολύ μια άλλη γυναίκα πριν από αυτήν; Η αμφιβολία είχε μπει στο μυαλό της. Ο κακός λογισμός είχε ριζώσει για τα καλά στον νου της. Έπρεπε να καταλάβει αν άξιζε να παλέψει ή όχι.

Μια μέρα, είδε τον Έρικ να κλείνεται στο γραφείο του με έναν άγνωστο άντρα. Φαινόταν να αφορά κάτι σοβαρό. Ο σύζυγός της έμοιαζε προβληματισμένος και ο άλλος εξαιρετικά σοβαρός.

«Είναι ο δικηγόρος του», ακούστηκε ξαφνικά πίσω της ο κύριος Κόλιν.

«Με τρομάξατε!»

«Συγγνώμη, κυρία. Σας είδα ότι κρυφοκοιτούσατε και ήθελα να σας λύσω την απορία»

«Τι δουλειά έχει με τον δικηγόρο του; Ξέρετε;»

«Όχι. Όπως είναι τα πράγματα όμως… Μην σας κάνει εντύπωση», χαμογέλασε και έφυγε να συνεχίσει τις δουλειές του.

Η Τζέιν έμεινε εκεί να αναρωτιέται. Τι να μην της κάνει εντύπωση; Ότι ο άντρας της έχει δουλειά με έναν δικηγόρο; Ή ότι τα πράγματα μεταξύ τους ήταν τόσο άσχημα που έφερε δικηγόρο να συντάξει το διαζύγιο;

Όταν βγήκε ο ηλικιωμένος άντρας από το γραφείο, η Τζέιν μπήκε μέσα και είδε τον Έρικ να κοιτάζει κάποια χαρτιά. Πλησίασε από πάνω του μήπως και καταφέρει να δει τι ήταν. Έπλεκε τα χέρια της μεταξύ τους μέχρι να καταφέρει να του πει αυτό που ήθελε.

«Σκέφτεσαι να χωρίσουμε;» του είπε μια και έξω χωρίς υπεκφυγές. Από το έκπληκτο βλέμμα του Έρικ κατάλαβε αμέσως ότι δεν ήταν αυτό που ήθελε.

«Όχι βέβαια!» σηκώθηκε αμέσως από την θέση του και παράτησε τα χαρτιά. «Τι ανόητη σκέψη! Αυτά είναι δουλειά», πήγε και την αγκάλιασε σφιχτά. «Μπορεί τα πράγματα να μην είναι καλά, μα θα γίνουν. Στο υπόσχομαι. Θα τα καταφέρουμε»

«Θα τα καταφέρουμε», επανέλαβε και αυτή μέσα στην αγκαλιά του και ορκίστηκε στον εαυτό της να μην αφήσει ποτέ ξανά κανέναν να παίξει με το μυαλό της.

Δύο μήνες μετά, τα πράγματα πήγαιναν πολύ καλύτερα. Ο έρωτας του ζευγαριού είχε αναζωπυρωθεί και δεν είχε συμβεί τίποτα που να κάνει την Τζέιν να αμφιβάλει ξανά. Επιτέλους τα πράγματα είχαν μπει σε μια σειρά. Μια σειρά που ένα μικρό πλάσμα θα ερχόταν να την ολοκληρώσει.

Όλο το σπίτι μιλούσε για τις πρωινές αδιαθεσίες της κυρίας. Ήταν βέβαιο πως ήταν έγκυος. Ο Έρικ έφερε γιατρό που το επιβεβαίωσε, όμως πρότεινε να μείνει η κυρία στο κρεβάτι μέχρι το τέλος της εγκυμοσύνης. Όντως οι επόμενοι μήνες ήταν δύσκολοι. Δεν είχε μείνει τίποτα που να θυμίζει την παλιά λάμψη της Τζέιν. Το χλωμό χρώμα στο πρόσωπό της και η αδυναμία της, ήταν ιδιαίτερα ανησυχητικά. Δεν είχε πια όρεξη ούτε να μιλάει ούτε να τρώει. Μόνο να πίνει λίγο από τον δυναμωτικό χυμό επειδή επέμενε ο Έρικ να ετοιμάζεται κάθε πρωί με φρούτα και λαχανικά από τον κήπο τους. Ο κύριος Κόλιν τους σέρβιρε αυτοπροσώπως με εντολή του κυρίου. Ήταν η ιδανική κάλυψη.

Η Τζέιν κόντευε να χάσει το μωρό. Τα βράδια παραληρούσε από τον πυρετό. Ο οικονόμος ήταν πάντα στο προσκέφαλό της και ακουμπούσε μικρές βρεγμένες πετσέτες στο κεφάλι της.

«Σύντομα θα τελειώσουν όλα», της έλεγε μα η Τζέιν άκουγε τα λόγια του σαν απειλή και όχι σαν παρηγοριά.

Τις επόμενες εβδομάδες έγινε θαύμα. Η Τζέιν βρήκε ξανά τις δυνάμεις της και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Καθόταν στο γραφείο του δωματίου της και διάβαζε παλιούς φακέλους ψάχνοντας να βρει πληροφορίες και φωτογραφίες περασμένων ετών. Κράτησε στα χέρια της μια που φαινόταν όλο το προσωπικό στη σειρά και ο κύριος Κόλιν μπροστά με ένα νεαρό κορίτσι δίπλα του.

«Πώς είσαι σήμερα, αγάπη μου;», μπήκε μέσα ο Έρικ κρατώντας ένα ποτήρι με χυμό.

«Καλύτερα», απάντησε εκείνη προσηλωμένη στην φωτογραφία.

«Τι κοιτάς;»

«Το παρελθόν. Αν δεν το μάθω δεν θα ξέρω ούτε το μέλλον»

«Θες να πάμε μια βόλτα μόλις πιείς τον χυμό σου; Στην πόλη, στην εξοχή, στην θάλασσα. Όπου θέλεις. Έχει καλή μέρα σήμερα»

«Ρίξε τον χυμό στο φυτό», του είπε και έδειξε την γλάστρα με το ψηλό φυτό που είχε στην γωνία του υπνοδωματίου της.

«Αυτό είναι ξεραμένο»

«Ακριβώς!»

Ο Έρικ δεν πίστευε στα αυτιά του. Δεν μπορούσε να δεχθεί ότι ο πιστός του οικονόμος θα έκανε κακό στην Τζέιν. Ποιον λόγο να είχε για να θέλει να βλάψει την γυναίκα και το παιδί του; Πόσο ανόητος ήταν που επέμενε να δίνει συγκεκριμένα ο κύριος Κόλιν τον χυμό της! Δεν μπορούσε να περιμένει να βρεθούν περισσότερα στοιχεία. Έφυγε με τον χυμό λέγοντας ότι θα πάει αμέσως στην αστυνομία.

Η Τζέιν σηκώθηκε να ντυθεί να είναι έτοιμη όταν θα έρθουν. Φόρεσε ένα φαρδύ φόρεμα και τις μαλακές μπότες της. Έπιασε τα μαλλιά της σε χαμηλό κότσο και πήρε μια βαθιά ανάσα μπροστά από τον καθρέφτη. Ήξερε πού θα τον βρει. Σε εκείνο το παράθυρο που έβλεπε την θάλασσα.

«Κυρία. Χαίρομαι που σας βλέπω και είστε καλά σήμερα. Τι μπορώ να κάνω για εσάς»

«Να μου πεις την αλήθεια, κύριε Κόλιν. Τι έκανα; Τι έκανα και θέλεις να μου κάνεις κακό; Θες να φύγω;»

«Θέλω να γυρίσει εκείνη. Μα δεν γίνεται»

«Η Έμιλι; Ήταν κόρη σου;»

«Όχι», γέλασε μα δάκρυα έτρεξαν από τα μάτια του. «Η κόρη μου δεν σας έμοιαζε καθόλου. Ήταν πολύ καλύτερη από εσάς!»

«Το κορίτσι στην φωτογραφία»

«Η μονάκριβή μου».

«Όλα αυτά! Γιατί; Γιατί έβαλες την πετσέτα με το μονόγραμμα της Έμιλι στην ντουλάπα μου; Γιατί μου έδωσες να φορέσω το φόρεμά της; Γιατί μου έβαλες υποψίες ότι ο άντρας μου ήθελε διαζύγιο; Γιατί δηλητηρίασες τον χυμό μου; Γιατί ήθελες να πεθάνω και εγώ και το μωρό μου;»

«Γιατί έχασα και εγώ το παιδί μου. Ήθελα μόνο να φύγεις. Μα έμεινες έγκυος. Δεν υπήρχε άλλη λύση μετά, μόνο ο θάνατος. Το ίδιο πικρό ποτήρι που έδωσε ο άντρας σου στην κόρη μου. Ήταν πολύ ερωτευμένη μαζί του. Ένα πλάσμα αγνό και ταπεινό που δεν τολμούσε να σηκώσει τα μάτια της στον κύριο. Μα εκείνος δεν της έδινε καμία σημασία. Έβλεπα το κορίτσι μου να μαραζώνει από έρωτα. Μα δεν μπορούσα να ζητήσω κάτι εγώ. Εκείνη δεν τολμούσε. Πίστευα ότι θα το ξεπεράσει. Όταν έφερε την Έμιλι στο σπίτι, κατέρρευσε. Ο γάμος τους έγινε εδώ στον κήπο. Την ώρα του γάμου έλειπε. Την έψαξα παντού. Κατέβηκα στην θάλασσα και την είδα πάνω σε έναν βράχο. Φώναξα ξανά και ξανά μα δεν με άκουγε. Έπεσε, κυρία. Έπεσε το παιδί μου!»

«Όχι…» έστρεψε αλλού το πρόσωπό της η Τζέιν νιώθοντας τον πόνο αυτού του ανθρώπου πάνω της.

«Το σώμα της χάθηκε στην θάλασσα. Στον κύριο είπα ότι έφυγε»

«Και η Έμιλι;»

«Δεν άντεχα να βλέπω την ευτυχία της. Δεν μπορούσα να βλέπω το χαμόγελό της ενώ του παιδιού μου έσβησε για πάντα. Προσπάθησα να την κάνω να φύγει. Χρησιμοποίησα μέχρι και το κόλπο του δικηγόρου όπως και σε εσάς. Σιγά σιγά άρχισε να χάνεται το χαμόγελό της. Έσβηνε η λάμψη της. Τα είχα καταφέρει. Μα δεν έλεγε να φύγει. Αγαπούσε ακόμα τον Έρικ»

Εκείνος επέστρεψε με τους αστυνόμους και στάθηκαν στον διάδρομο δίπλα τους.

«Μια μέρα, στην απογευματινή μας βόλτα, της πρότεινα να κατέβουμε στην θάλασσα. Της είπα ότι ήθελα να δει κάτι. Να δει τον βράχο που έπεσε η κόρη μου. Της είπα όλη την αλήθεια. Της είπα τι έκανε στο παιδί μου. Ότι αυτή έφταιγε που την έχασα. Ότι η κόρη μου έπρεπε να παντρευτεί τον Έρικ. Και την έσπρωξα. Όσο πιο δυνατά μπορούσα να μην προλάβει να κρατηθεί. Γύρισα πίσω στην έπαυλη τρέχοντας και φωνάζοντας ότι η κυρία έπεσε. Έκλαιγα τόσο πολύ που κόντεψα να λιποθυμήσω. Σωριάστηκα στον κήπο και χτυπιόμουν. Δεν με είχαν ξαναδεί έτσι. Το πίστεψαν. Κανείς δεν αμφέβαλλε ότι το έκανε μόνη της. Ήταν η προηγούμενη συμπεριφορά της που το έκανε τόσο πιστευτό. Είχε κλειστεί στο δωμάτιό της, έκλαιγε, έβλεπε φαντάσματα, δεν ήταν ο εαυτός της. Ήταν η τέλεια κάλυψη. Ήταν το τέλος που της άξιζε»

«Όχι, κύριε Κόλιν. Κανένας θάνατος δεν δικαιώνεται με θάνατο. Εύχομαι να βρείτε την γαλήνη και να ηρεμήσει η καρδιά σας. Για να αναπαυτεί και η ψυχή της», είπε ο Έρικ.

«Συγγνώμη. Κύριε. Κυρία», υποκλίθηκε ελαφρά και οι αστυνόμοι τον πήραν από το μπράτσο και τον οδήγησαν έξω.

Ο Έρικ έκλεισε στην αγκαλιά του την γυναίκα του και αυτή ανακουφισμένη έκλαψε στον ώμο του. Εκεί, προσευχήθηκε σιωπηλά για όσους πλήγωσαν και πληγώθηκαν. Για όσους πλήγωσαν τους άλλους. Για όσους αγάπησαν και αγαπήθηκαν. Για όσους δεν πρόλαβαν να αγαπηθούν. Για όσους ήταν στον ουρανό και τους κοίταζαν από ψηλά. Για το πλάσμα που ήταν γαντζωμένο μέσα της και άντεξε τα βασανιστήρια. Που τόσο ήθελε να γεννηθεί υγιές και δυνατό. Και θα το αγαπούσε με κάθε κομμάτι του εαυτού της. Προσευχήθηκε να βρουν οι άνθρωποι την ειρήνη. Για την αγάπη και τον έρωτα. Για την ζωή. Για τον εαυτό τους.

CC

One response to “Ο οικονόμος”

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading