Η ιστορία του σκοταδιού

Μένω ακόμα στο παιδικό μου δωμάτιο. Είναι βρώμικο και παλιό και μακάρι να μπορούσα να φύγω. Το κρεβάτι δεν με χωράει πια, τα πόδια προεξέχουν από το στρώμα, κουλουριάζομαι να χωρέσω, μένω ακίνητη μέχρι το ξημέρωμα, φοβάμαι ακόμα τις σκιές που ζουν στους τοίχους, στην ντουλάπα, κάτω από το κρεβάτι. Κάποιες φορές ξαπλώνουν δίπλα μου, κρατάω την αναπνοή μου, μην τις ξυπνήσω και επιτεθούν, σκίζοντας αυτάρεσκα τις σάρκες μου, ικανοποιώντας τα αιμοβόρα ένστικτά τους.

Αν δεν τις ενοχλήσω, δεν με πειράζουν. Χώρο θέλουν, με εξουσιάζουν μόνο όταν το μυαλό αντιστέκεται, μόνο τότε το άυλο πρόσωπό τους πλησιάζει το δικό μου, μυρίζω την σάπια ανάσα τους, νιώθω την ανατριχιαστική παρουσία τους να με πνίγει. Έπειτα έρχονται οι φωνές. Φωνές να διαβάσω, φωνές να κάνω δουλειές, φωνές για όλα, σ’ ένα σπίτι που δεν ησυχάζει, παρά μόνο όταν λείπουν οι γονείς μου. Τότε ησυχάζω και εγώ, οι φωνές κοιμούνται, κανείς δεν με αμφισβητεί, κανείς δεν βρίζει, η απαξίωση λιώνει, τρέχει από τους τοίχους, προσπαθεί να απορριφθεί στην αποχέτευση. Βλέπω την ρευστή μορφή της να κυλά, εμφανίζεται δειλά το παλιό ξεχασμένο χρώμα των δωματίων, πράσινο στην κουζίνα, ροδακινί στο καθιστικό, λευκό στο δωμάτιό μου. Υπέρλαμπρο λευκό, δυνατό σαν τον ήλιο, ζεσταίνει το κουλουριασμένο σώμα, τα κόκκαλά μου ζητούν απεγνωσμένα ν’ απλωθούν, τα πόδια να σταθούν, να περπατήσουν εξεταστικά, όπως τα μωρά που μαθαίνουν τον κόσμο. Η ζωή ξεχειλίζει, διαμαρτύρεται, φωνάζει κραυγαλέα από κάθε ρωγμή στο δάπεδο, από κάθε μελανιά στο σώμα και την ψυχή, αρνείται να θαφτεί στο δωμάτιο με τις σκιές.

Ξυπνά στην μνήμη εκείνος ο χειμώνας, ήμουν μόλις δεκατεσσάρων, τότε που μου ανακοίνωσε η μητέρα πως τα χάσαμε όλα! Ακόμα και το σπίτι της γιαγιάς, το μέρος που μέναμε. Ο πατέρας και το πάθος του, ο τζόγος, ήταν η αιτία, το αμαρτωλό μυστικό της οικογένειας που δεν έπρεπε να μαθευτεί στους συγγενείς, στην γειτονιά, σε όσους είχαν μείνει ακόμα στον κόσμο μας. Έκλαψα πολύ, έκλαψα για τον πατέρα που ανήμπορος θα φυλακιζόταν με χρέη, έκλαψα για την μητέρα και την απελπισία που είδα στα μάτια της, για την γιαγιά που αν ζούσε θα πέθαινε με την κατάντια μας, τέλος έκλαψα για εμένα και για όλα τα αφελή όνειρα της εφηβείας. Πλέον δεν είχα μέλλον, ήταν απλά αβέβαιο, δεν ήξερα πού θα ήμουν αύριο, πού θα μέναμε, αν θα είχαμε έστω και λίγο φαγητό. Το σχολείο, τα όνειρα ήταν εκείνα που πρώτα έθαψα, ελπίζοντας να συναντηθούμε ξανά χωρίς πίκρα στην καρδιά, μια άλλη στιγμή καλύτερη για την πραγματοποίησή τους.

Σε αυτή την απρόοπτη καμπή της ζωής μου, γνώρισα τον Μάνο. Είχε μόλις κλείσει τα δεκαεπτά, και έχω πάντα την αμυδρή αίσθηση πως πέταξε σαν άγγελος να με σώσει. Όταν η μητέρα δήλωσε πως θα έπρεπε για λίγο καιρό να πάω στην στέγη ανηλίκων, κόντεψα να τρελαθώ. Δεν με ήθελε, ήταν ξεκάθαρο πως ήμουν βάρος, δεν προσπάθησε καν να με κρατήσει κοντά της, ακόμα και όταν την εκλιπαρούσα, λίγα χρόνια να κλείσω τα δεκαοχτώ και μετά δεν θα με ξανάβλεπε ποτέ στην ζωή της. Χτυπιόμουν με κλάματα και παρακάλια, ενώ εκείνη ανέκφραστη με απωθούσε δείχνοντάς μου την πόρτα που περίμενε η κοινωνική λειτουργός να με παραλάβει.

Η στέγη ήταν η νέα πραγματικότητα μου, η σκληρή αλήθεια. Παρατηρώντας όσους «έπιανε» το φοβισμένο βλέμμα μου, συνάντησα βασανισμένα παιδιά, κακοποιημένα σωματικά και ψυχικά και ήταν αστείο που θεωρούσα πως δεν έχω καμία θέση ανάμεσά τους, που δεν δεχόμουν τον βαθμό κακοποίησής μου, την άρνηση και την κατάθλιψη που κυρίευσαν το μυαλό και την καρδιά. Τα βράδια μου ήταν άσχημα, ξυπνούσα από κρίσεις πανικού, άγχους και ανασφάλειας, το μακρινό παιδικό δωμάτιο φαινόταν σαν ψευδαίσθηση, δεν υπήρχε, ήταν ένα όνειρο καλό, κακό δεν ξέρω, απλά κάτι απροσδιόριστο, θολό, μακρινό.

Οι ψυχολόγοι της στέγης προσπάθησαν να βοηθήσουν, συμφωνούσα απρόθυμα σε όλα και όταν έμενα μόνη εκμηδενιζόμουν. Χανόμουν σε σκέψεις και υποσχέσεις που είχα ορκιστεί πως θα έκανα, με κάθε τίμημα. Όλα ήταν τόσο δύσκολα, ακόμα και η σκέψη πως ξημέρωνε και έπρεπε να σηκωθώ από το κρεβάτι.

Αρχικά με άφηναν να κοιμάμαι, μετά απαλά με ενθάρρυναν να κάνω κάποια ασχολία, σχέδιο, ζωγραφική, είχαν και κεραμική, αποφάσισα να κάνω σχέδιο, αν και ποτέ δεν είχα καλλιτεχνικές τάσεις, δέχτηκα απλά για τους ξεφορτωθώ. Δεν ξέρω πότε πέρασε η ιδέα να κρύψω στην τσέπη εκείνο το κοπίδι που βρήκα στον πάγκο εργασίας σε μια ανύποπτη στιγμή που κανείς δεν κοίταζε. Ένιωσα περήφανη με την πράξη μου, επιτέλους θα λυτρωνόμουν από τον πόνο της εγκατάλειψης, της μοναξιάς της απαίσιας ζωής μου.

Το βράδυ, όταν όλοι κοιμήθηκαν, ακροπατώντας, με το κοπίδι κρυμμένο στο πλαϊνό του εσώρουχού μου, πήγα στην τουαλέτα. Κλείστηκα σε μια από τις πολλές, έβγαλα την λύτρωση και κοίταξα για λίγο την λεπίδα ναρκισιστικά. Αυτό ήταν! Σε λίγο θα έσκιζα τις φλέβες με πάθος, θα έλεγα αντίο σε αυτή την φρίκη. Επιθυμούσα από μια αρρωστημένη σαδιστική μετριότητα, να δω το πρόσωπό μου στον καθρέπτη την ώρα που θα έκοβα τις φλέβες μου, βγήκα από την τουαλέτα και στάθηκα μπροστά από τους καθρέπτες σε ένα από τους πολλούς νιπτήρες. Έμπηξα την λεπίδα χωρίς οίκτο στο αριστερό χέρι, έτσουξε, πόνεσε μα συνέχισα, μια κραυγή ήθελε να σκίσει τον αέρα, απευθείας από την κόλαση των σπλάχνων μου, μα συγκρατήθηκα. Έχανα αίμα, το έβλεπα να τρέχει στον νιπτήρα, μια ελαφριά ζάλη με συνέπαιρνε. Έβλεπα το είναι μου να σβήνει και μονολογούσα «Γεια σου χαμένη, λίγο ακόμα θες να σβήσεις». Πριν την οριστική κατάρρευση, μια αγκαλιά με έπιασε, ένα χέρι έπιασε το αιματοβαμμένο δικό μου, και πάτησε με ορμή να σταματήσει το αίμα. Ο Μάνος, αυτός ο αλήτης δεν με άφησε να πεθάνω! Σε μισώ Μάνο… σ’ αγαπώ Μάνο. Σε ευχαριστώ Μάνο!

Μετά από το αυτοktονikό επεισόδιο, εκτός από την φαρμακευτική αγωγή που πλέον ήταν καθημερινότητα, τρεις φορές την εβδομάδα πηγαίναμε βόλτες ανά ομάδες αγόρια και κορίτσια. Μας πήγαιναν κινηματογράφο, θέατρο, σε πάρκα, και κάποιες φορές μονοήμερες εκδρομές.

Ο Μάνος, αυτό το μελαγχολικό αγόρι με τα μεγάλα μάτια, δεν με αφήνε στιγμή μόνη, με παρακολουθούσε συνεχώς, ενώ έκανα κάθε δυνατή προσπάθεια να τον απωθήσω ακόμα και με χυδαίες προσβολές. Εκείνος με κοίταζε στωικά, χαμογελούσε, και έσκυβε με κατανόηση στις πληγές μου. Όταν με κοίταζε, είχα πάντα την αίσθηση πως μπορούσε να τις μετρήσει, να τις κατονομάσει, να τις περιποιηθεί, να τις φροντίσει όμορφα, γλυκά. Ήμουν τόσο εκτεθειμένη στα μάτια του, ώρες ντρεπόμουν ένιωθα απολύτως γυμνή μαζί του.

Στην μονοήμερη, γυμνώθηκα και κυριολεκτικά μπροστά του, όταν τρύπωσα στο δωμάτιό του αγανακτισμένη φωνάζοντας: «Τι θες; Θες αυτό το θέαμα, το ερείπιο που καταρρέει; Τι θες από εμένα, γιατί δεν με άφησες να πεθάνω;». Σκέπασε την γύμνια μου στοργικά με ένα σεντόνι, σφίγγοντάς με στην αγκαλιά του. Και τότε συνέβη το απίστευτο! Κόλλησαν τα κόκκαλά μου, βρέθηκε η καρδιά στην θέση της, κύλησαν αρμονικά τα υγρά στο σώμα μου. Γαλήνη, ζεστή αγάπη, δεν ήξερα το όνομά τους μέχρι τότε, ο Μάνος και η αγκαλιά του μου τα έμαθαν με λεπτότητα, με ευγένεια, διστακτικά, όμορφα, όπως θαρρώ νιώθουν όλοι οι φυσιολογικοί άνθρωποι. Επιτέλους ήμουν φυσιολογική. Ένιωθα κάτι διαφορετικό, κάτι όμορφο, ζεστό και γλυκό, πρωτόγνωρο μα τόσο δυνατό. Ήμουν σχεδόν χαρούμενη! «Θεέ μου, πες μου πως δεν ονειρεύομαι, πες μου πως δεν θα συμβεί τίποτα τρομερό, τίποτα δεν θα στερήσει την χαρά μου, τίποτα δεν θα πάρει την αγάπη του Μάνου, την συγκίνηση που νιώθω, την ζωή που κυλά ξανά μέσα μου!».

Ο Μάνος, είχε ήδη έξι χρόνια στα ιδρύματα, θύμα και αυτός των αλkοολiκών γονιών του, στην στέγη ήρθε την ίδια εποχή με εμένα. Αν και ήμασταν σε διαφορετικούς ορόφους χωρισμένοι τα κορίτσια από τα αγόρια, βρισκόμασταν όλοι μαζί στους κοινόχρηστους και στις τάξεις του σχολείου, μια μεγάλη παρέα προβλημάτων που ξεχείλιζε από εφηβική ορμή νιάτων.

Με τον Μάνο ξεκινήσαμε να βλεπόμαστε συχνότερα μετά την αποτυχημένη απόπειρα αυτοktoνiας μου, και δεν ήταν λίγες οι φορές που τρύπωνα στο δωμάτιό του, ενοχικά στην αρχή, αλλά εντελώς παραδομένη στην αγκαλιά του μετέπειτα. Τον παρακαλούσα να ολοκληρώσουμε την σχέση μας, μα εκείνος με χάιδευε τρυφερά και μου έλεγε πως ήμουν ακόμα μικρή. Ένιωθα πολύτιμη στα χέρια του, και αυτό το συναίσθημα μου έδωσε δύναμη να αντιμετωπίσω κατάματα τους φόβους μου. Πλέον ήμουν συζητήσιμη με τους ψυχολόγους, δεν κρυβόμουν, περιέγραφα τα πραγματικά συναισθήματα και «ξεφόρτωνα» όλη την υποκρισία, και την μαυρίλα που είχα φορτωθεί στην πλάτη μου. Τα βαρίδια που με πήγαιναν πίσω, τις σκιές, το βρώμικο παιδικό δωμάτιο, επιτέλους έμπαινε σε τάξη, μύριζε δειλά καθαριότητα.

Τον επόμενο χρόνο ο Μάνος ενηλικιώθηκε. Η στέγη τον βοήθησε να βρει δουλειά και σε λίγους μήνες μετακόμισε σε ένα δυάρι που κατάφερε να νοικιάσει, με ένα άλλο παιδί και αυτό από την στέγη, στο κέντρο. Δεν μπορούσα να αντέξω την έλλειψή του, αν και μιλάγαμε συχνά στο κινητό, και είχε υποσχεθεί πως μετά την θητεία του θα έβρισκε ένα σπίτι να μείνουμε μαζί, η μοναξιά με σκέπασε ακόμα μια φορά.

Τότε εμφανίστηκε η μητέρα. Αιτήθηκε στην στέγη να με πάρει πίσω, πιστοποιώντας τον θάνατο του πατέρα στην φυλακή. Θα μέναμε στις εργατικές ενός άθλιου δήμου, που λόγω οικονομικού ενοικίου, το προτιμούσαν οι μετανάστες, μαζί με τον φίλο της Πάνο, που εγγυόταν την φροντίδα μας. Υπό αυτές τις συνθήκες, η στέγη δεν μπορούσε να με κρατήσει, αλλά θα είχε την επίβλεψη μέχρι να ενηλικιωθώ με κοινωνικό λειτουργό που θα μας επισκεπτόταν ανά εξάμηνο.

Ειλικρινά δεν ξέρω αν χάρηκα, όσο και αν ο καταιγισμός διαβεβαιώσεων από την μητέρα για μια νέα αρχή ήταν ασταμάτητος. Δέχτηκα να μείνω μαζί της με την σκέψη πως όταν ενηλικιωνόμουν θα μετακόμιζα στον Μάνο, μια μυστική συμφωνία που με χαροποιούσε αφάνταστα. Η στιγμή που θα του δινόμουν ειλικρινά δική του, μοναδικά δικός μου, ήταν το όνειρο που καλλιεργούσα στον κήπο της ψυχής μου. Ζούσα μια εσωτερική χαρά που δεν μοιραζόμουν με κανένα, ενώ λειτουργούσα πρακτικά στην άχαρη νέα πραγματικότητα, σχολείο, σπίτι, διάβασμα, κάποιες φορές βόλτα, ύπνος.

Φίλους δεν είχα προλάβει να κάνω, ήμουν η μειονότητα στις κοινότητες των μεταναστών, η μητέρα δεν έκανε καμία προσπάθεια κοινονικοποίησης, μα εγώ που κουράστηκα να ζω μόνη, προσπάθησα να επικοινωνήσω χωρίς να με ενδιαφέρει η διαφορετική γλώσσα, τα έθιμα, το χρώμα η φτώχεια. Ήμουν και εγώ μετανάστρια, πάντα ένιωθα την αστάθεια της απώλειας, ακόμα και αν δεν είχα αλλάξει χώρα. Αλβανοί, Ρουμάνοι, Ινδοί, Αιγύπτιοι, με δέχτηκαν στους κόλπους τους με χαρά, και εν τέλη μετά από κάποιους μήνες με αποδέχτηκαν πλήρως, με καλούσαν στα οικογενειακά τραπέζια, στους χορούς στις συγκεντρώσεις, ακόμα και στις θρησκευτικές, δεν τους ενδιάφερε που ήμουν αλλόθρησκη.

Ο Πάνος, ο φίλος της μητέρας, δεν συμπαθούσε τους αλλοδαπούς. Τους έβριζε καθημερινά, δεν τους λογάριαζε ανθρώπους, μίλαγε απαξιωτικά γι’ αυτούς, μισούσε τ’ άντερά του. Η κοινωνική λειτουργός είχε προειδοποιήσει την μητέρα πως δεν ήταν το πρότυπο πατέρα που άρμοζε για την έφηβη κόρη της, μα όταν έκλεινε η πόρτα η μητέρα αναφωνούσε: «Μπούρδες! Τι ξέρουν αυτοί τι είναι καλό για εσένα;» και κάρφωνε το βλέμμα της πάνω μου, σαν απειλή προς συμβιβασμό! «Αυτός είναι, να λέμε και ευχαριστώ που γεμίζει το ψυγείο μας!».

Δεν του μίλαγα έτσι και αλλιώς, τον θεωρούσα κάφρο, απολίτιστο, βρωμιάρη. Τις λίγες φορές που ένιωθα την παρουσία του, έφευγα, πήγαινα στο διπλανό διαμέρισμα της Σασμάρ, μιας καλόκαρδης αφρικανής που με υποδεχόταν με ανοιχτή αγκαλιά και μου μάθαινε έθιμα του τόπου τους. Είχε δυο μικρά αγοράκια, τον Μινού και τον Σαρ που τα αγάπησα μονορούφι, σαν τα αδέλφια που πάντα ήθελα.

Η ζωή θα μπορούσε να ήταν όμορφη, μα χρειάζεται μια λεπτή κλωστή να σπάσει η ισορροπία. Λίγο πριν παρουσιαστεί φαντάρος ο Μάνος, συναντηθήκαμε, πήγαμε στο εμπορικό να δούμε ταινία και μετά με κέρασε βρώμικο σε μια καντίνα της γειτονιάς. Ήταν η πιο τέλεια βραδιά της ζωής μου, φλυαρούσαμε για τα πάντα, γελάγαμε χαζά, ήμασταν αθώοι μέσα στην νιότη μας, μέχρι που η αμοιβαία έλξη ένωσε τα χείλια μας. Η ζέστη των κορμιών ζητούσε διέξοδο, του πρότεινα να πάμε στο δωμάτιό μου, ήξερα πως η μητέρα και ο Πάνος θα πήγαιναν σε αυτή την άθλια μπυραρία που σύχναζαν κάθε Σάββατο και θα επέστρεφαν ξημερώματα σχεδόν μεθυσμένοι. Δίστασε μα τον έπεισα. Λίγη ώρα μετά, αγκαλιαζόμασταν και φιλιόμασταν στο κρεβάτι μου, θέλαμε τόσο πολύ ο ένας τον άλλο και εγώ πια δεν ήμουν τόσο μικρή. Γνώριζε πως ήταν η πρώτη μου φορά, γνώριζα ότι ήταν ο κατάλληλος. Γλυκά, τρυφερά, με χάδια και ψιθύρους γυμνωθήκαμε και με οδηγό το πάθος κάναμε έρωτα. Δεν γνωρίζαμε πολλά, ήταν λίγο περίεργα, μα νιώθαμε πως με κανέναν άλλο δεν θα ήταν τόσο οικεία, ξεκαρδισμένοι από τα γέλια, ανακαλύπταμε ο ένας τον άλλο. Οι ψυχές μας γνωρίζονταν, τα κορμιά μας ήθελαν λίγο χρόνο ακόμα, μα δεν μας ένοιαζε, είχαμε μια ζωή μπροστά μας.

Σε καμία περίπτωση δεν περιμέναμε ό,τι επακολούθησε. Ο Πάνος πρόβαλε οργισμένος μέσα στο δωμάτιο, αρπάζοντας τον Μάνο από τα μαλλιά, πετώντας τον με φόρα στον τοίχο. Τα χνώτα του μύριζαν αλκοόλ, ξύπνησαν άσχημες μνήμες στον Μάνο, που αιφνιδιασμένος δεν ήξερε πώς να φερθεί, με τις μπουνιές να χτυπούν το πρόσωπό του μέχρι τελικής πτώσεως. Αιμόφυρτος στο πάτωμα, έκρυψε το πρόσωπό του μέσα στις παλάμες του, ενώ εγώ φώναζα και έκλαιγα από την ταραχή. Ο Πάνος με έβριζε χυδαία, ήταν μεθυσμένος και εκτός εαυτού. Με πλησίασε μανιασμένος, «πουtάva, σαν την μάνα σου!» είπε πνιγμένος στην παραφροσύνη του, χαστουκίζοντάς με με ορμή, τόσο που έπεσα κάτω. Δεν σταμάτησε, με τον Μάνο μισολιπόθυμο και αιμόφυρτο στο πάτωμα, με σήκωσε από τα μαλλιά και με το άλλο χέρι με μπουνιές χτυπούσε την κοιλιά μου, ήμουν ο σάκος του μποξ του, και δεν υπήρχε άνθρωπος να με σώσει. «Μητέρα, που είσαι μητέρα;» σκεφτόμουν καθώς έχανα τις αισθήσεις μου.

Μέρες μετά έμαθα πως η Σασμάρ είχε καλέσει την αστυνομία, συνέλαβαν τον Πάνο και μετέφεραν εμένα και τον Μάνο στο νοσοκομείο. Η μητέρα άφαντη. Είμαι καλύτερα σε σχέση με τον Μάνο, μα πονώ, πονώ πολύ, το σώμα μου έχει αλλάξει χρώμα από την βία. Τα όργανά μου αντιστέκονται, παραιτούνται, δεν θέλουν άλλο να με υποστηρίξουν. Πιέζω τον εαυτό μου να πάει στο δωμάτιό του, είναι ακόμα διασωληνωμένος, τον κοιτάζω με απόγνωση, δεν ξέρω αν θα το ξεπεράσουμε κάποτε. Είναι πολύ και για τους δυο. Κλείνω τα μάτια, περνούν τα χρόνια… είμαι μια άλλη.

Κοιτάζω με θλίψη αυτό το δωμάτιο, με εκνευρίζει που είναι θλιβερό. Με εκνευρίζει που όσο και αν φοβάμαι εκεί, κουλουριάζομαι, επιτρέπω στις σκιές να με ρουφούν στην απόγνωση. Με βαυκαλίζει αφάνταστα η όλη φάση, δεν κουνώ ρούπι από τα ασφαλή όρια της κατά τ’ άλλα «συναρπαστικής» πλέον ζωής μου. Έχω μεγαλώσει πια, μα γυρνώ πολλές φορές σε εκείνο το παιδικό δωμάτιο, οι φωνές ακούγονται ακόμα στο κεφάλι μου κάθε φορά που προσπαθώ να κάνω μια νέα προσπάθεια. Ενάντια στον φόβο που με παραλύει, ανοίγω το δικό μου μαγαζί, πουλάω ελπίδα και όνειρα, μα δύσκολα κάποιος αγοράζει, νιώθω την πόρτα να κλείνει με ορμή πίσω μου, κλειδώνει τιμωρητικά από έξω, ακούω καθαρά το κλειδί να γυρνά πολλές φορές από το χέρι της μητέρας. Και εγώ εκεί, στο βρώμικο παιδικό δωμάτιο, ν’ αναρωτιέμαι τι μου συμβαίνει, τι έκανα λάθος, γιατί πάλι με τιμωρούν; Κάνω σχέδια να πάρω το κλειδί, να το πετάξω σε ένα μέρος που δεν θα μπορεί κανείς πια να το βρει. Συνεργάτης και υποστηρικτής, το αγόρι με τα μεγάλα μάτια, ο Μάνος μου. Πορευόμαστε μαζί, βήμα με βήμα, ανάσα στην ανάσα, χαμογελούμε και συνεχίζουμε με την πίστη πως θα βρούμε το φως.

Ελένη Ρέγγα

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading