Η Ελένη έπιασε στα χέρια της το πουγκί και τα μάτια της μεμιάς γέμισαν δάκρυα. Το άνοιξε και μοσχοβολούσε έρωντα.
Δέκα χρόνια πριν, έτρεχε κυνηγημένη και έφτασε ως την πόρτα ενός γυναικείου μοναστηριού. Χτυπούσε για ώρα μέχρι που της άνοιξε μια αναστατωμένη γυναίκα.
«Τι γυρεύεις εδώ μες τη μαύρη νύχτα;»
«Βοήθεια», ψέλλισε η Ελένη πριν πιαστεί από τα κάγκελα έτοιμη να πέσει κάτω.
Η γυναίκα την έβαλε γρήγορα μέσα και την στήριξε στον ώμο της. Ενώ διέσχιζαν τον κήπο, βγήκαν και άλλες γυναίκες με τις νυχτικιές τους και την βοήθησαν να την βάλει στο κρεβάτι.
«Ποια είναι αυτή;» ρώτησε μια από τις γυναίκες.
«Δεν ξέρω, αλλά καίγεται στον πυρετό. Δεν ξυπνώ την Ηγουμένη. Εγώ την έμπασα μέσα. Κλείδωσέ με στο δωμάτιο μαζί της και έλα να ανοίξεις μόλις βγει το πρώτο φως του ήλιου»
«Δεν φοβάσαι; Αν είναι καμιά κλέφτρα ή φόνισσα;»
Η Άννα ξεφύσηξε και έσπρωξε προς την πόρτα την γυναίκα που κρατούσε διστακτικά το κλειδί στο χέρι της. Έκανε το σταυρό της και έκλεισε την πόρτα. Θα ήταν μεγάλη νύχτα.
Πήγε και βούτηξε μια πετσέτα στο νερό και στάθηκε πάνω από το κρεβάτι. Την ακούμπησε απαλά στο μέτωπό της και η Ελένη τινάχτηκε. Την έσυρε προσεχτικά προς τον λαιμό της και την έσφιξε να στάξουν τα νερά ως το στήθος της. Παραμέρισε το φόρεμα από τον ώμο της και είδε μια κρυμμένη μελανιά. Τράβηξε το σεντόνι να δει τα πόδια της. Το είχε υποψιαστεί. Κάτω από τις κάλτσες της είχε και άλλα χτυπήματα.
Την σκέπασε ξανά και έσυρε μια καρέκλα να κάτσει δίπλα της. Όσο σκληρή και αν ήθελε να φαίνεται, δεν μπορούσε να παραβλέψει τον πόνο αυτής της κοπέλας. Φαινόταν γύρω στα 16, όσο ήταν και αυτή όταν χτύπησε μια νύχτα την πόρτα του μοναστηριού ψάχνοντας καταφύγιο. Τα σημάδια είχαν φύγει από το σώμα της, μα είχαν μείνει ακόμη στην καρδιά της. Έμενε είκοσι χρόνια εκεί ως καθαρίστρια και είχε πάντα ένα πιάτο φαΐ και ένα μέρος να κοιμηθεί. Ευχήθηκε να έχει την ίδια μοίρα και αυτό το κορίτσι.
Με το πρώτο φως του ήλιου, η πόρτα ξεκλείδωσε. Οι γυναίκες μπήκαν διστακτικά μέσα και είδαν την Άννα να έχει αποκοιμηθεί στην καρέκλα δίπλα στο κρεβάτι. Την σκούντησαν απαλά και την ξύπνησαν. Μόλις άνοιξε τα μάτια, κοίταξε αμέσως το κορίτσι και έβαλε το χέρι στο μέτωπό της.
«Είναι ακόμα ζεστή. Μείνετε μαζί της να πάω να το πω στις καλόγριες»
Λίγο αργότερα, η Άννα γύρισε και πρόσταξε μια από τις γυναίκες να πάει να βρει τον γιατρό να φέρει φάρμακο. Έστειλε μια άλλη να φτιάξει σούπα με λαχανικά για να φάει. Η Ελένη είχε αρχίσει να ξυπνά και να στριφογυρίζει στο κρεβάτι σαν να έβλεπε ακόμα ζωντανό τον εφιάλτη της. Όταν άνοιξε τα μάτια της και είδε όλες τις γυναίκες από πάνω της έβαλε τα κλάματα.
«Πού είμαι;»
«Στο μοναστήρι, στα δωμάτιά μας», είπε χαμηλόφωνα μια γυναίκα.
«Είσαι άρρωστη», εξήγησε μια άλλη.
«Πώς σε λένε;» ρώτησε η Άννα με τα χέρια στην μέση. Είχε πάρει την ευθύνη για αυτό κορίτσι και ένιωθε υποχρεωμένη για την τύχη της.
«Ελένη»
«Και ποιος σε κυνηγά;»
«Ο πατέρας μου. Μπορώ να μείνω εδώ; Δεν πρέπει να με βρει»
«Εδώ άντρας δεν μπαίνει. Είσαι ασφαλής», εμφανίστηκε η Ηγουμένη και οι γυναίκες μπήκαν στην σειρά να πάρουν την ευχή της. «Αφήστε μας λίγο», πρόσταξε και έκατσε στην καρέκλα κοντά της. Η επιβλητική παρουσία της τρόμαξε την Ελένη, μα όταν έμειναν μόνες, της εξομολογήθηκε την ιστορία της.
Είχε αγαπήσει έναν καλό και τίμιο νεαρό, τον Γιάννη και σκόπευαν να παντρευτούν κρυφά. Ήξεραν ότι οι γονείς τους δεν θα συμφωνούσαν. Μα εμφανίστηκε ξαφνικά μια γυναίκα που δήλωσε ότι ήταν έγκυος στο παιδί του. Τα νέα μαθεύτηκαν γρήγορα. Ο πατέρας της έγινε έξαλλος. Ήταν ένας πολύ σκληρός άνθρωπος. Κανόνισε αμέσως να γίνει γάμος με έναν άντρα που είχε τα τριπλάσιά της χρόνια για να προστατεύσει την τιμή της. Μα για ποια τιμή μπορείς να δώσεις το παιδί σου σε κάποιον που δεν αγαπά; Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι θα ήταν αναγκασμένη να περάσει ολόκληρη την ζωή της με κάποιον που δεν θέλει. Δεν μπορούσε να γυρίσει πίσω.
Η Ηγουμένη άκουγε και κουνούσε το κεφάλι. Παιδιά δεν είχε, μα είχε πάρει κοντά της πολλά κορίτσια σαν εκείνη. Άντρα δεν είχε, μα λάτρευε τον Θεό τόσο πολύ, που δεν θα μπορούσε να ζήσει για κάποιον άλλον, μόνο για Αυτόν που αγαπούσε. Ήξερε από αγάπη. Και τα σημάδια στο σώμα της Ελένης ήταν σίγουρη ότι δεν ήταν αγάπη. Συμφώνησε να μείνει στα δωμάτια με τις καθαρίστριες και μόλις δυναμώσει να αρχίσει την δουλειά. Το μοναστήρι είχε συγκεκριμένο πρόγραμμα και έπρεπε να το ακολουθεί. Να βγαίνει δεν θα μπορούσε, μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις.
«Δεν θέλω να ξαναβγώ όσο ζουν», συμφώνησε η Ελένη και της φίλησε τα χέρια.
Έτσι βρήκε καταφύγιο στο μοναστήρι και έζησε εκεί τα επόμενα χρόνια. Έμαθε να μαγειρεύει, να πλέκει, να διαβάζει, να ξεχωρίζει τα λουλούδια και τα βότανα. Και όποτε έπιανε στα χέρια της έρωντα, πάντα θυμόταν τον Γιάννη της. Ήταν το σημάδι τους. Τον έστελνε μέσα σε ένα πουγκί στο σπίτι της με μια γειτόνισσα που ήθελε να βοηθήσει τους νέους. Μόλις το άνοιγε, μύριζε το μήνυμά του. Ότι την περιμένει στο ποτάμι που είχαν πρωτοειδωθεί. Προφασιζόταν μια δουλειά και έτρεχε να τον συναντήσει. Αυτή η μυρωδιά του έρωντα ήταν η παρηγοριά της και πάντα τον αγαπημένο της έφερνε στην θύμησή της και γέμιζαν δάκρυα τα μάτια της. Γιατί δεν μπορούσε να σβήσει αυτήν την αγάπη από μέσα της.
Μήνες μετά, ο Γιάννης ετοιμαζόταν να παντρευτεί την Μαρία. Ένα βράδυ, ο Νικολής, ο αδερφός του Γιάννη, κατέβηκε σε ένα καταγώγιο να πιει και να βρει γυναίκα όπως συνήθιζε. Στο διπλανό τραπέζι άκουσε κάποιους άντρες να συζητάνε και να τσουγκρίζουν τα ποτήρια τους.
«Την γκάστρωσες;»
«Ναι», απάντησε και κατέβασε μονορούφι το κρασί.
«Και εδά; Θα την πάρεις;»
«Θα την πάρει το Γιαννιό. Του το φόρτωσε»
Τα ακούει αυτά ο Νικολής και πετάγεται όρθιος και γυρίζει ανάποδα το τραπέζι από τα νεύρα του. Πιάνει τον άντρα από τον γιακά και ζητάει το όνομά του. Οι φίλοι του άντρα μπαίνουν στη μέση, τον πιάνουν και τον χτυπάνε μέχρι που σωριάζεται λιπόθυμος. Όταν ξύπνησε, ήταν δεμένος και φιμωμένος μέσα σε ένα γκρέμισμα που από το σπασμένο τζάμι έβλεπε έξω μόνο βουνά.
«Εδώ δεν θα σε βρει κανείς. Δεν θέλω να σε σκοτώσω. Αλλά δεν μπορώ να σε αφήσω να πας να τα πεις όλα. Θα γίνει ο γάμος αυτός και μετά θα φύγεις»
Στο χωριό διέδωσαν ότι ο Νικολής έφυγε να δουλέψει σε έναν μεγαλέμπορα στην πόλη και δεν έκανε εντύπωση σε κανέναν, γιατί όντως έφευγε συχνά για δουλειές και δεν έδινε λογαριασμό σε κανέναν.
Ο γάμος έγινε. Αλλά τον Νικολή δεν τον άφησε να φύγει, γιατί οι φίλοι του άντρα του έβαζαν λόγια. Ποιος θα τον έβρισκε αν τον έθαβαν στο βουνό; Έτσι του έλεγαν. Τα άκουσε όμως όλα και ήξερε ότι έπρεπε να βρει τρόπο να δραπετεύσει. Έτσι έγινε και κατάφερε να λυθεί και να ξεφύγει στο βουνό. Μέρες μετά, έφτασε στο σπίτι του κατάκοπος και άνοιξε διάπλατα την πόρτα έτοιμος να πει την αλήθεια σε όλους. Εκεί βρήκε τους γονείς του και τον αδερφό του να κλαίνε απαρηγόρητοι.
«Η Μαρία το έχασε το παιδί»
«Τι λες, μάνα;» στραβοκατάπιε. Δεν ήξερε πια αν έπρεπε να πει την αλήθεια. Τι νόημα είχε; Μα η εμφάνισή του τον πρόδωσε και η μάνα του άρχισε τις ερωτήσεις.
«Ψάρωσαν τα μαλλιά σου, γιε μου»
«Με κρατούσαν, μάνα. Δεν έλειπα για δουλειές»
Ο Γιάννης ακούγοντας την αλήθεια, γονάτισε στα πόδια του αδερφού του. Εκείνος τον σήκωσε και τον αγκάλιασε.
«Τι θα κάνεις, αδερφέ;»
«Είναι άρρωστη. Για αυτό το έχασε»
Δεν μπορούσε να εγκαταλείψει την Μαρία στην κατάσταση που ήταν. Έφυγε να βρει τους γονείς της. Εκείνοι του είπαν ότι μετά από αυτά που έκανε, δεν ήθελαν να ξέρουν αν ζει ή πέθανε. Έφυγε να βρει και τον άντρα που την άφησε έγκυο. Αυτός του είπε πως δική του γυναίκα ήταν πια και πως δεν είχε καμία ευθύνη. Πιάστηκαν στα χέρια. Θυμήθηκε τι έκανε στον αδερφό του. Μα ο άντρας είπε ότι τέτοιος μπεκρής που ήταν ο Νικολής, δεν θα τον πίστευε κανείς. Τουλάχιστον ζούσε. Να ήταν ευχαριστημένος.
Έτσι έγινε και αφού κανείς δεν ενδιαφέρθηκε, ο Γιάννης πέρασε τα επόμενα χρόνια δίπλα στην Μαρία να την προσέχει και να την φροντίζει στην αρρώστιά της. Μέχρι που άφησε την τελευταία της πνοή στα χέρια του. Μα το καθήκον του το είχε κάνει. Παρόλα όσα έγιναν, εκείνος έκανε αυτό που θεωρούσε χρέος του. Γιατί αυτή ήταν η τιμή του.
Το βράδυ που πέθανε η Μαρία, έγινε φοβερή πλημμύρα στο χωριό. Τέτοια καταστροφή δεν είχαν ξαναδεί οι κάτοικοι ποτέ. Πήρε σπίτια και ανθρώπους στο πέρασμά της και δεν άφησε τίποτα όρθιο. Πέθαναν και οι γονείς της Ελένης εγκλωβισμένοι μέσα στο σπίτι τους. Η οικογένειά του Γιάννη πρόλαβε να βγει έξω, μα εκείνος είχε απομείνει στο υπνοδωμάτιο. Δεν έφευγε και να αφήσει στο κρεβάτι το άψυχο σώμα της Μαρίας να παρασυρθεί. Η πόρτα δεν άνοιγε. Το παράθυρο είχε σκαλώσει. Άκουγε την μάνα του από έξω από το σπίτι να ουρλιάζει. Το κρεβάτι επέπλεε. Το κρατούσε κοντά του με το ένα χέρι. Με το άλλο χτυπούσε τον τοίχο με την γροθιά του μέχρι να τον σπάσει. Από έξω ο αδερφός του με τα νύχια έξυνε τον τοίχο και έβγαζε τα κομμάτια να περάσει ο αδερφός του με την νεκρή γυναίκα του.
Εκείνο το βράδυ, ο Γιάννης έβγαλε από τον τοίχο το κρεβάτι με την Μαρία επάνω. Είδε ανθρώπους να τον κοιτάνε και να μην το πιστεύουν. Είδε την μάνα του να σταυροκοπιέται. Είδε ανθρώπους γύρω του να προσεύχονται, να φωνάζουν, να κλαίνε, να οδύρονται. Το μόνο που του έδινε κουράγιο εκείνη τη στιγμή ήταν η Ελένη. Να μην την ντροπιάσει. Να την κάνει περήφανη. Μόνο εκείνη του έδινε δύναμη και ας ήταν η θύμησή της ό,τι του είχε απομείνει πια.
Οι κηδείες έγιναν μαζικά την επόμενη μέρα. Εκεί την είδε ξανά, ντυμένη στα μαύρα. Εκείνη έχασε τους γονείς της, αυτός την γυναίκα του. Η Ελένη μόλις τον αντίκρυσε, κατέβασε τα μάτια της, γιατί ήξερε ότι ο Γιάννης μόλις είχε χηρέψει. Αυτό έλεγε το ήθος της και ας αντιμιλούσε η καρδιά της. Τα μάτια της κοιτούσαν το λασπωμένο χώμα που όσο και να μην ήθελε να το σκέφτεται, της έδωσε την ελευθερία της. Μπορούσε πια να γυρίσει σπίτι της. Αποχαιρέτησε τις καλόγριες και τις καθαρίστριες σαν να ήταν οι αδελφές της και την Ηγουμένη σαν να ήταν η μάνα της, γιατί έτσι της στάθηκαν εκείνες. Πήρε καιρό να φτιάξει ξανά το σπίτι και να το συνηθίσει. Πια δεν θύμιζε σε τίποτα τα προηγούμενα χρόνια. Έσβησαν οι κακές αναμνήσεις, θάφτηκαν κάτω από τις λάσπες. Πλέον ήταν δικό της όπως και η ζωή της.
Ένα πρωί, γύρισε από την εκκλησία, φόρεσε την πόδια της και έβαλε νερό να βράσει να κάνει ένα βραστάρι με φασκόμηλο και τσάι του βουνού που είχε μαζεμένο. Σκέφτηκε τι καλά που θα ήταν να είχε και λίγο έρωντα και μοιραία σκέφτηκε τον Γιάννη. Η πόρτα χτύπησε και έσβησε γρήγορα την φωτιά. Στο κατώφλι στεκόταν η γειτόνισσά της, ηλικιωμένη πια, που κρατούσε ένα πουγκί στην χούφτα της. Χαμογελούσε γλυκά, γιατί χαιρόταν από μέσα της που αυτή θα ήταν που θα συνέχιζε την ιστορία των παιδιών. Ήξερε ότι ο Γιάννης ήταν στο ποτάμι. Ήξερε πως ακόμα ήθελε την Ελένη. Ήξερε πως και αυτή ακόμη τον αγαπούσε. Και χρειαζόταν μόνο το παλιό τους σημάδι για να τους φέρει ξανά κοντά. Παιδιά δεν είχε, μα τα αγαπούσε σαν παιδιά της. Άντρα δεν είχε, μα είχε αγαπήσει και αυτή έναν νεαρό στα νιάτα της και δεν την άφησε ο πατέρας της να τον πάρει. Μόνη της έζησε σαν καλόγρια όλη της τη ζωή. Αυτά τα παιδιά όμως έπρεπε να έχουν μια ευκαιρία. Αρκετά πένθησαν, ώρα να ανθίσουν. Έτσι αποφάσισε η ηλικιωμένη γυναίκα και έβαλε στην χούφτα της Ελένης το πουγκί με τον έρωντα.
Η Ελένη έπιασε στα χέρια της το πουγκί και τα μάτια της μεμιάς γέμισαν δάκρυα. Το άνοιξε και μοσχοβολούσε έρωντα.
Αμέσως έφυγε να τον βρει όπως ήταν με την ποδιά στον λαιμό και τα κλωνάρια του έρωντα στο χέρι. Η ηλικιωμένη έμεινε να την κοιτάζει να τρέχει και την σταύρωσε, δίνοντάς της την ευχή της.
Μόλις άκουσε βήματα προς το μέρος του, πετάχτηκε όρθιος ο Γιάννης. Γύρισε και κοίταξε την Ελένη του να στέκει μπροστά του. Έμειναν αμίλητοι ο ένας απέναντι στον άλλον. Ήθελαν να δουν αν ήταν ακόμα εκεί η αγάπη τους. Και είδαν πως μες τα μάτια σιγόκαιγε η φλόγα του έρωτά τους ακόμη. Σφιχτά έπεσε ο ένας την αγκαλιά του άλλου και το φιλί τους μετά από τόσα χρόνια είχε ακόμα την γεύση του έρωντα.
CC
