Βαριά μυστικά

Η κυρά Χαρίκλεια μπήκε στο μικρό κουζινάκι και τα μάτια της έλαμπαν από χαρά. Η Δέσποινα που κατάλαβε αμέσως απ’ το ύφος της μάνας της πως κάτι είχε να της πει, άφησε προσεχτικά πάνω στον πάγκο το τσουκάλι που κρατούσε κι ακόμη άχνιζε.

– Τι ‘ναι μάνα; τη ρώτησε σκουπίζοντας τα χέρια της στην καφέ ποδιά της

– Έχουμε χαρές, θυγατέρα μου! Το βράδυ περιμένουμε τους Λαδοπουλαίους, μου τα πρόλαβε η κυρά Φρόσω! Ο Λευτέρης, ο γιος τους, θα έρθει να σε ζητήσει!

Το πρόσωπο της κυρά Χαρίκλειας φώτισε ακόμη περισσότερο όταν ξεστόμισε την τελευταία φράση, κάνοντας αντίθεση μ’ εκείνο της Δέσποινας, που σκοτείνιασε ξαφνικά.

– Τα ‘χασες κι εσύ, κοκόνα μου; Κι εγώ έτσι έμεινα σαν το ‘μαθα! Τέτοια τύχη, ποιος την περίμενε; είπε η Χαρίκλεια σχεδόν τραγουδιστά. Όχι ότι του πέφτεις και λίγη δηλαδής! Κοπέλα σαν τα κρύα τα νερά και νοικοκυρά, σεβαστική, σεμνή… σάμπως θα ‘βρισκε καλύτερη; Μα κι εκείνος… λεβέντης! Δυο μέτρα παλικάρι, εργατικό και τίμιο! Μεγάλη τύχη και για τους δυο σας!

Η κυρά Χαρίκλεια έκανε δυο βήματα και πλησίασε την κόρη της, κοιτώντας την εξεταστικά. Το ύφος της Δέσποινας, την τάραξε.

– Τι ‘ναι Δεσποινιώ; Σάμπως δεν τον εθέλεις το Λευτέρη;

Η Δέσποινα σήκωσε το βλέμμα και το κόλλησε σ’ αυτό της μάνας της.

– Μάνα… ψέλλισε διστακτικά

– Τι έγινε; Μίλα! χαμήλωσε τη φωνή, μα ύψωσε τον τόνο της η κυρά Χαρίκλεια

– Μάνα… εγώ…

– Λέγε, μη σ’ αρπάξω απ’ το μαλλί! συνέχισε η κυρά Χαρίκλεια, ρίχνοντας ένα βιαστικό βλέμμα προς την πόρτα, μη και μπει κανείς και τις ακούσει. Ήταν σίγουρη, πως αυτό που θα άκουγε απ’ την κόρη της, δεν θα της άρεσε καθόλου.

– Μάνα, ‘σχώρα με, μα άλλον αγαπώ… είπε η Δέσποινα ψιθυριστά και έριξε τα μάτια της το πάτωμα

– Ποιον μωρή αγαπάς;

– Τον Κωστή, μάνα! Τον Κωστή… είπε με μια ανάσα και χωρίς να σηκώσει το βλέμμα

– Ποιον Κωστή βρε ξεμυαλισμένη;

– Τον Κωστή, του κυρ Σταύρου…

– Τον Τσακίρη; Αυτόν τον Κωστή;

– Αυτόν μάνα…

– Βούλωσ’ το! Βούλωσ’ το κι αυτό δα που ‘πες, μην το εξαναπείς! Ο Κωστής, προψές έστειλε προξενιά στη Μαργαρώ, την κόρη του παπά! Μου τα ‘πε η κυρά Φρόσω. Άσε τις αγάπες, θα σου περάσουν, εδώ μας έτυχε τέτοια τύχη! Αυτά που…

– Έστειλε προξενιά στη Μαργαρώ; την διέκοψε απότομα η Δέσποινα και το πρόσωπό της άσπρισε

– Ναι, σήμερα έχουν τ’ αρραβωνιάσματα. Γι’ αυτό τσιμουδιά κακομοίρα μου, μην σ’ ακούσει κανείς και χάσουμε τον Λευτέρη! Σύρε τώρα να πλυθείς και να χτενιστείς, μην έρθουν οι Λαδοπουλαίοι και σε βρουν σ’ αυτό το χάλι!

Η Δέσποινα έβγαλε με αργές κινήσεις την ποδιά της και την ακούμπησε στο ξύλινο τραπέζι. Κοίταξε τη μάνα της στα μάτια σαν κάτι να πήγε να της πει, μα αμέσως το μετάνιωσε και βγήκε με βαριά βήματα απ’ την κουζίνα.

Στεκόταν ανέκφραστη μπροστά στο θαμπό καθρέφτη στο δωμάτιό της κι έπλεκε τα μαλλιά της σε μια χοντρή πλεξούδα, που άφησε να πέσει πάνω στο δεξί της ώμο.

Πονούσε μέσα της. Ένας Θεός ήξερε πόσο πονούσε, μα τίποτα δεν μπορούσε να πει σε κανέναν. Για μια στιγμή, έριξε το βλέμμα της στο παράθυρο, μια σκέψη της πέρασε απ’ το νου. Να φύγει. Να φύγει, ναι, αλλά να πάει πού;

Κι αν… κι αν δεν ήταν αλήθεια; Κι αν λάθος κατάλαβε η μάνα της; Δεν μπορεί… ο Κωστής να στείλει προξενιά σε άλλη; Αφού εκείνη αγαπούσε! Της το ‘χε πει! Ειδικά εκείνο το βράδυ, στο στάβλο, λίγες μέρες πριν… ‘θα σε κάμω γυναίκα μου Δεσποινιώ! Σ’ αγαπάω!’, αυτά της έλεγε όσο την έκανε δική του. Και βούρκωνε από συγκίνηση κι αγάπη η Δέσποινα κι ούτε που νοιάστηκε για το αίμα που κύλησε ανάμεσα στα πόδια της, ούτε που την πονούσε όσο, βίαια σχεδόν, μπαινόβγαινε μέσα της. Την αγαπούσε και θα την έκανε γυναίκα του, του ανήκε πια ολοκληρωτικά. Αυτό ήταν το μόνο που είχε σημασία. ‘Πότε θα έρθεις στον πατέρα μου, Κωστή μου;’, τον είχε ρωτήσει ψιθυριστά όσο τον έβλεπε όρθιο μπροστά της, να συμμαζεύει τα ρούχα του. ‘Σύντομα Δεσποινιώ’, της είχε απαντήσει χωρίς να γυρίσει να την κοιτάξει. Όχι, δεν μπορούσε ο Κωστής, ο δικός της Κωστής, που της είχε τάξει να την κάνει γυναίκα του, εκείνος που την έκανε γυναίκα, να έστειλε προξενιά σε άλλη!

Φόρεσε βιαστική τη ζακέτα της και βγήκε τρέχοντας σχεδόν απ’ το σπίτι.

– Δεσποινιώ! Πού πας; άκουσε πίσω της την φωνή της μάνας της, που εκείνη την ώρα σκούπιζε την αυλή

– Στο καφενείο, να φέρω το κρασί. φώναξε εκείνη χωρίς να σταματήσει καθόλου

Έφτασε ξέπνοη σχεδόν στο καφενείο. Σ’ όλο το δρόμο προσευχόταν με όλη τη δύναμη της ψυχής της να τον βρει εκεί, να τον ρωτήσει, να της εξηγήσει, να της πει πως έκανε λάθος, πως εκείνη αγαπούσε και πως θα ερχόταν σήμερα κιόλας στον πατέρα της να τη ζητήσει, να προλάβει, μην του την πάρει άλλος.

Έκανε ένα γύρο με το βλέμμα της στο καφενείο, καμία απ’ τις γνώριμες φιγούρες δεν ήταν του Κωστή της.

– Καλώς το Δεσποινιώ! Κρασί για τον πατέρα σου; της χαμογέλασε ο κυρ Αρίστος, ο καφετζής.

– Ναι… απάντησε η Δέσποινα σα χαμένη

– Έλα, σου έχω μια νταμιτζάνα εδώ. Την ετοίμασα για τον παπά, αλλά θα του βάλω άλλη. Έχει χαρές, τα ‘μαθες, ε; Οι Τσακιραίοι είναι ήδη στο σπίτι του, με το σημάδι. Ο Κωστής ζήτησε τη Μαργαρώ κι έχουν τ’ αρραβωνιάσματα! Και στα δικά σου, κόρη μου, μ’ ένα καλό παιδί!

Στην επιστροφή για το σπίτι, η Δέσποινα περπατούσε σαν ζαλισμένη. Δεν είχε γίνει λάθος, δεν ήταν ψέματα, ο Κωστής αρραβωνιαζόταν. Κι εκείνη… εκείνη θα έπρεπε σε λίγο να υποδεχτεί στο σπίτι της έναν άλλον άντρα, που ήθελε να της ζητήσει να γίνει γυναίκα του. Μα, ακόμα κι αν έκρυβε βαθιά μέσα της την αγάπη της για τον Κωστή, πώς θα μπορούσε να κρύψει πως ήταν ήδη γυναίκα;

Το ίδιο εκείνο απόγευμα, η Δέσποινα σέρβιρε αμίλητη δροσερό νερό και γλυκό του κουταλιού νεραντζάκι, στον μέλλοντα σύζυγο και στα πεθερικά της. Και μετά, καταπίνοντας κάθε δάκρυ, άφησε μπροστά τους κρασί και μεζέδες “για το καλό” κι ούτε που σήκωσε το βλέμμα να κοιτάξει τον Λευτέρη, που διψούσε για μια της ματιά.

– Κι όπως είπαμε συμπέθερε, μετά το Πάσχα τα στεφανώματα! άκουσε τη φωνή του πατέρα της, την ώρα που έσφιγγε το χέρι με τον πατέρα του Λευτέρη.

Τα λόγια που άκουσε απ’ τη μάνα της, όταν της εξομολογήθηκε πως δεν ήταν πια αγνή, έπεσαν σαν πυρωμένο σίδερο πάνω στην ψυχή της. Έτρεμε, φοβόταν, μα δεν είχε άλλη επιλογή, μονάχα η μάνα της θα μπορούσε πια να την βοηθήσει. “Του δρόμου”, “ξεμυαλισμένη”, “πρόστυχη”… όλα τ’ άκουσε απ’ το στόμα της κυρά Χαρίκλειας κι ούτε έκανε καμιά προσπάθεια ν’ αποφύγει κανένα απ’ τα μανιασμένα χτυπήματα της μάνας της. Είχε δίκιο, τους είχε ντροπιάσει, είχε φερθεί ανόητα κι έπρεπε να πληρώσει. Κι αποδέχτηκε αγόγγυστα όλο τ’ ανάθεμα που έριξε πάνω της, που ούτε τόσο δα δεν έπεσε πάνω στον Κωστή, σ’ εκείνον που την ξεγέλασε, γιατί “εκείνος άντρας είναι, σε είδε εύκολη κι έκανε τη δουλειά του”.

– Το νου σου κακομοίρα μου, μην καταλάβει κανείς τίποτις, γιατί με τα ίδια του τα χέρια θα μας σκοτώσει ο πατέρας σου! της έλεγε όσο κατευθύνονταν με το λεωφορείο στην πρωτεύουσα, σ’ εκείνον το γιατρό που είχαν μάθει πως “διορθώνει τη ζημιά” και “σώζει υπολήψεις”.

Ξαπλωμένη στο ψυχρό κρεβάτι του ιατρείου, με τα πόδια στερεωμένα στα μεταλλικά στηρίγματα και την καρδιά της να έχει σχεδόν σταματήσει απ’ τον φόβο και την ντροπή, ένιωσε κάθε τσίμπημα, κάθε άγγιγμα, κάθε τράβηγμα εντός της. Έσφιγγε τόσο δυνατά τα δόντια της, που τα σαγόνια της είχαν μουδιάσει. Τα δάκρυα κυλούσαν καυτά πρώτα στα μάγουλα και μετά στα λευκά φθαρμένα σεντόνια κι έμενε ακίνητη επαναλαμβάνοντας μέσα της μια προσευχή, για να τελειώσει γρήγορα αυτό το μαρτύριο.

– Να προσέχει λίγες μέρες, να μην κουράζεται. Όταν έρθει η ώρα, θα είναι όλα όπως πρέπει. ήταν τα ψυχρά λόγια του γιατρού, όπως έβαζε στη δεξιά του τσέπη, τα χρήματα που του έδωσε η κυρά Χαρίκλεια

Κι όλα πήγαν καλά. Το ματωμένο σεντόνι κρεμάστηκε στα κάγκελα του μπαλκονιού του σπιτιού μετά το γάμο κι όλοι ήταν περιχαρείς για το “ευτυχισμένο” ζευγάρι. Όλοι, εκτός της Δέσποινας, που απ’ τη στιγμή που βγήκε από εκείνο το ιατρείο, είχε σχεδόν πάψει να ζει, απλά υπήρχε.

Ο Λευτέρης την αγαπούσε, την πρόσεχε κι όλοι μακάριζαν την καλή της τύχη, γιατί τότε δεν ήταν όλοι οι άντρες καλοί και σεβαστικοί με τις γυναίκες τους. Μα η Δέσποινα, ζωντανή νεκρή, φρόντιζε το σπίτι και τον άντρα της, αλλά ψυχρά, διεκπεραιωτικά. Ούτε το βλέμμα σήκωνε, ούτε ένα χαμόγελο στόλιζε το πρόσωπό της.

“Γλύκανε και ξέχνα ό,τι έγινε. Άματις σε καταλάβει, θα σε σκοτώσει για τη ντροπή!”, της έλεγε συχνά η μάνα της, αλλά ήταν φανερό πως η Δέσποινα ούτε άκουγε, ούτε καταλάβαινε πια.

Δυο μήνες είχε απ’ το γάμο τους, όταν ένα μεσημέρι, την ώρα που έτρωγαν, της είπε ο Λευτέρης: “Τούτη την Κυριακή είναι ο γάμος του Κωστή και της Μαργαρώς. Να σου δώκω λεφτά να πάτε με την μάνα μου στην πόλη, να πάρετε κανένα ρούχο”. Και της άγγιξε στοργικά το χέρι κι εκείνη αμίλητη το τράβηξε και σηκώθηκε να μαζέψει τα πιάτα.

Δυο μήνες τώρα, δεν τον είχε συναντήσει τον Κωστή. Η Δέσποινα απέφευγε να βγαίνει απ’ το σπίτι, παρά μόνο για τα απαραίτητα. Τόσο κλεισμένη, που ο Λευτέρης έψαχνε τρόπους να την κάνει να βγαίνει, όπως τώρα, που της είπε να πάει στην πόλη. “Άντρας διαμάντι, άλλες θα σκότωναν για την τύχη σου! Πρόσεχε κακομοίρα μου μην τον χάσεις!”, βούιζαν στ’ αυτιά της Δέσποινας τα λόγια της μάνας της.

Πήγε στην πόλη με την πεθερά της. Κι αγόρασε ένα φόρεμα για το γάμο. Και της έδωσε χρήματα ο πεθερός της, να πάρει και καινούρια τσάντα κι όταν στάθηκε ντυμένη και στολισμένη μπροστά στο Λευτέρη εκείνη την Κυριακή, το βλέμμα του φώτισε στη θέα της. “Σαν νεράιδα είσαι, Δεσποινιώ μου! Εσένα θα καμαρώνουν όλοι κι όχι την νύφη!”, της είπε και την έσφιξε πάνω του στοργικά.

Στην εκκλησία, η Δέσποινα προφασίστηκε αδιαθεσία και βγήκε έξω. Δεν άντεχε να βλέπει τον Κωστή ντυμένο γαμπρό στο πλευρό μιας άλλης. Κι έμεινε εκεί, στο προαύλιο, μέχρι το τέλος του μυστηρίου, κρατώντας σφιχτά πάνω της την καινούρια της τσάντα, περιμένοντας υπομονετικά την ώρα του γλεντιού. Την ώρα που θα τέλειωναν όλα.

Όλο το χωριό ήταν καλεσμένο στο γλέντι. Το κρασί έρρεε άφθονο, όλοι διασκέδαζαν κι εύχονταν στους νεόνυμφους κι η Δέσποινα, σ’ ένα τραπέζι με τον άντρα της, τους γονείς και τα πεθερικά της, έσφιγγε τα χείλη, ψάχνοντας την κατάλληλη στιγμή για να σηκωθεί, να βροντοφωνάξει την αλήθεια της, να την ακούσουν όλοι, όλοι να μάθουν και μετά να πιεί το φαρμάκι που είχε από μέρες κρυμμένο στην τσάντα της, αποχαιρετώντας για πάντα αυτόν τον κόσμο, που τόσο την είχε πικράνει. Θα έφευγε, μα πριν φύγει, θα άφηνε πίσω της αλήθειες, που θα τους έκαιγαν όλους, ακριβώς όπως είχε κάψει κι αυτήν η πραγματικότητα.

Αναστέναξε και σηκώθηκε απ’ το τραπέζι.

– Πού πας, Δεσποινιώ μου; τη ρώτησε ο Λευτέρης

– Να χορέψω. απάντησε αποφασιστικά κι ούτε που πρόσεξε τη μάνα της, την κυρά Χαρίκλεια, που δαγκώθηκε και την κοίταξε έντονα

Ο Λευτέρης σηκώθηκε να τη συνοδέψει, μα η Δέσποινα δεν τον περίμενε, περπάτησε θαρρετά προς την αυτοσχέδια πίστα, όπου οι περισσότεροι καλεσμένοι, πιασμένοι χέρι χέρι, χόρευαν με συνοδεία παραδοσιακών οργάνων.

Κοίταξε δεξιά της, τον Λευτέρη να την πλησιάζει. Κοίταξε μπροστά της, τον Κωστή να κρατά απ’ το χέρι τη Μαργαρώ που έσερνε το χορό. Κοίταξε πίσω της, το άδειο γαμήλιο τραπέζι. Κι ακριβώς εκεί, μπροστά στα μάτια της, τη μισογεμάτη κανάτα με το κόκκινο κρασί. Εκείνο που θα έπινε ο Κωστής, ο Μαργαρώ κι οι γονείς τους. Δίχως να το σκεφτεί, άδειασε με μια κίνηση, στην κανάτα, το μικρό μπουκαλάκι που κρατούσε σφιχτά στο δεξί της χέρι. Εκείνο που σκόπευε να πιεί η ίδια μπροστά σε όλους, αφότου τους εκμυστηρευόταν το βρώμικο παιχνίδι του Κωστή που της κατέστρεψε τη ζωή. Εκείνο που θα έφερνε το τέλος της και που το ταραγμένο της μυαλό, αποφάσισε σε μια στιγμή να το ορίσει ως “νέα αρχή”, με το τέλος εκείνων. Του Κωστή κι αυτών που τον ανέθρεψαν. Στη θολωμένη της σκέψη, το σκοτάδι κι ο θάνατος ήταν τα μόνα που τους άξιζαν. Όσο για τον παπά, τη γυναίκα του και τη Μαργαρώ… όχι, δεν έφταιγαν, αλλά ίσως έτσι γλίτωναν κι αυτοί απ’ τα μαρτύρια που σίγουρα θα περνούσαν μ’ αυτόν τον άνανδρο, τον τιποτένιο. Ναι, αυτή ήταν η σωστότερη, η πιο δίκαιη λύση.

Οι κηδείες του Κωστή, της γυναίκας του, των γονιών και των πεθερικών του, καθώς και των δύο κουμπάρων κι ενός γείτονα, που ήπιαν απ’ το δηλητηριασμένο κρασί, έγιναν σε κλίμα οδύνης κι ενός αναπάντητου σε όλους “γιατί”. Ενός “γιατί”, στο οποίο καμία έρευνα της αστυνομίας δεν κατάφερε να δώσει απάντηση με τα φτωχά μέσα της εποχής. Ενός “γιατί”, στο οποίο μοναχά η Δέσποινα μπορούσε ν’ απαντήσει.

Κι έτσι, η αλήθεια έμεινε κρυφή απ’ όλους, κι ήταν το τελευταίο βαρύ μυστικό, που σφράγισε σαν ταφόπλακα την ήδη σακατεμένη από μυστικά, καρδιά της. Παιδιά δεν κατάφεραν να κάνουν με τον Λευτέρη, όμως εκείνος μέχρι το τέλος του, την κοίταζε στα μάτια με την ίδια λατρεία. Το δικό της όμως βλέμμα, παρέμεινε για πάντα κατεβασμένο στο χώμα, σκοτεινό κι άδειο, αγέλαστο και θολό. Κι ίσως αυτό, το ότι ανέπνεε, μα δεν ζούσε, να ήταν τελικά η πιο σκληρή τιμωρία.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading