Τοξικές συμβουλές

Μέρες τώρα, μάζευαν σε κούτες τα υπάρχοντά τους. Κουζινικά, κουβέρτες, ρούχα, αναμνήσεις, γέλια, καβγάδες, έρωτα, όλα αμπαλαρισμένα, θα έβρισκαν νέο σπιτικό και νέα πατρίδα μαζί τους. Μετά από πεντέμισι χρόνια στην Δράμα, ήρθε η επόμενη μετάθεση του Κοσμά, για Σαμοθράκη.

Η Αυγή, πρώτη φορά θα ήταν τόσο μακριά από τους δικούς της. Όταν πριν τρία χρόνια γνώρισε τον Κοσμά, που νοίκιαζε στην πόλη της, ως στρατιωτικός, έβρισκε συναρπαστικό το ότι άλλαζε τόπους, γνώριζε νέο κόσμο. Εκείνος είχε διαφορετική άποψη και τόνιζε τις δυσκολίες των μεταθέσεων, των αλλαγών στα στρατόπεδα αλλά και στην ζωή εκτός στρατού, στην συνεχόμενη, αναγκαστική προσαρμογή σε νέες συνθήκες, αλλά εκείνη τον έβρισκε υπερβολικό. Η Αυγή πάντα πίστευε ότι αρκεί να είσαι με αυτόν που αγαπάς κι όλα γίνονται.

Τελευταίο βράδυ. Την επομένη ήταν η μετακόμιση. Όλες αυτές τις μέρες, η Αυγή ήταν πολύ θετική και περίμενε με αγωνία να ενταχθεί στην καθημερινότητα του νησιού. Όχι όμως και εκείνο το βράδυ. Κατάκοποι, ξάπλωσαν στο κρεβάτι τους, που θα έλυναν το πρωί για να κουβαληθεί μαζί με τα υπόλοιπα. Την πήρε αγκαλιά και το κεφάλι της ακουμπούσε στο στέρνο του.
– Τι σου συμβαίνει μωρό μου; Είσαι σκεπτική και σιωπηλή το τελευταίο δίωρο. Είναι η κούραση ή η αγωνία για το νησί;
– Ξέρεις πολύ καλά πως την περίμενα αυτή την αλλαγή.
– Τότε; Τι μεσολάβησε;
Σηκώθηκε, άνοιξε την τσάντα της και του έδωσε ένα τεστ εγκυμοσύνης.
– Αυτό μεσολάβησε! Είμαι έγκυος!
– Τι; Τι; Έγκυος; Αγάπη μου! πετάχτηκε από το κρεβάτι ο Κοσμάς και χοροπηδούσε. Αλήθεια; Αλήθεια μου λες; Θα γίνω μπαμπάς; έπιανε το κεφάλι του με το χέρι του, αμέσως μετά, με το ίδιο χέρι έκλεινε το ανοιχτό από τον ενθουσιασμό στόμα του και δεν έπαιρνε το βλέμμα του από πάνω της.
– Αλήθεια μωρό μου! Θα γίνεις μπαμπάς κι εγώ μαμά!
– Πόσο ευτυχισμένο με κάνεις! την πλησίασε, άνοιξε τα χέρια του, την έσφιξε, τη σήκωσε κάμποσα εκατοστά από το πάτωμα και το φιλί τους σφράγισε την ιδιαίτερη εκείνη στιγμή.
– Όμως…
– Τι όμως; Αυτή την εγκυμοσύνη την επιδιώκουμε ένα χρόνο, ρε μωρό μου!
– Ακριβώς! Ένα χρόνο, είχα πένθος κάθε μήνα που δεν γαντζωνόταν στα σπλάχνα μου ένα μωρό και τώρα…
– Αυγή μου, κορίτσι μου, τι σου συμβαίνει; Ποιο είναι το πρόβλημα;
– Τώρα βρήκε να έρθει; Τώρα; Που θα είμαι μακριά από τους δικούς μου, που δεν θα έχω κανέναν, που αν χρειαστώ κάτι, αν συμβεί κάτι, δεν θα…
Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τις σκέψεις της. Δεν την άφησε. Της έκλεισε το στόμα με ένα τρυφερό φιλί, χάιδεψε την κοιλιά της, την κοίταξε στα μάτια και της είπε,
– Τίποτα δεν θα συμβεί. Θα έχεις εμένα. Δεν έχουμε πει ότι θα έχουμε ο ένας τον άλλο; Τώρα βρε κιότεψες; Τώρα που μέσα σου μεγαλώνει το θαύμα που περιμέναμε; Όλα θα είναι τέλεια αγάπη μου, στο υπόσχομαι.

Δεν την άφησε να σηκώσει ούτε μια σακούλα. Τα ανέλαβε όλα εκείνος. Η μαμά της κατάλαβε αμέσως. Από τις ματιές τους, τον τρόπο που την προστάτευε. Όλοι μαζί έγιναν μια αγκαλιά. Συγκίνηση, ευγνωμοσύνη, ευτυχία, θλίψη αποχωρισμού, δάκρυα, όλα ένα κουβάρι.
– Να προσέχεις παιδί μου. Να μου την προσέχεις γαμπρέ.
– Μαμά μου, θα μου λείψεις.
– Πεθερούλα, είναι σε καλά χέρια η κόρη σου.
– Το ξέρω αγόρι μου. Όταν πάτε στον γυναικολόγο, να μας πείτε τα νέα.
Και πάλι δάκρυα. Και πάλι συγκίνηση. Και πάλι όλα ένα κουβάρι και όλοι μια αγκαλιά.

Κατά την διάρκεια της μετακόμισης, η σπιτονοικοκυρά τους που έμενε στον πάνω όροφο, τους υποδέχτηκε θερμά, τους πρόσφερε καφέ, κουλουράκια και τους βοήθησε στο κουβάλημα.
– Εσύ; Μόνο κοιτάς ε; Βλέπω ο Κοσμάς σε έχει χαϊδεμένη! Ούτε το δαχτυλάκι σου κούνησες! Αυτός είναι έρωτας! Μπράβο παιδιά, έτσι να είστε πάντα.
Η Αυγή χαμογέλασε και κοίταξε μελιστάλακτα τον άντρα της.
– Δεν έχω παράπονο…
– Αυτό έλειπε, να είχες και παράπονο!, βιάστηκε να την διακόψει η Καίτη, πάντα με ένα χαμόγελο και μια διάθεση πειράγματος.
– Μόλις χθες μάθαμε ότι είμαι έγκυος…, διστακτικά πρόσθεσε η Αυγή, με απολογητικό ύφος.
– Α! Τι καλά! Αχ μια εγκυούλα ανάμεσά μας!, φώναζε η Καίτη και ο Κοσμάς που έφερνε κούτες, έκπληκτος κοιτούσε τις δύο γυναίκες.

Ώρες μετά, έτρωγαν την σπανακόπιτα που είχε φτιάξει η μαμά της Αυγής να πάρουν μαζί τους.
– Τι φρούτο αυτή η Καίτη; Πως σου ήρθε να της πεις για την εγκυμοσύνη;
– Ρε μωρό μου, σιγά! Κρυφό το έχουμε;
– Όχι, κρυφό σίγουρα όχι, αλλά καλό θα ήταν να είσαι φειδωλή μαζί της.
– Μίλησε ο στρατιωτικός μέσα σου! Τι σου έκανε η κοπέλα; Ίσα ίσα, βοήθησε κιόλας.
– Για να πάρει πληροφορίες, να μάθει για μας, να έχει υλικό κουτσομπολιού, όχι από την καλή της την καρδιά.
– Πω πω ρε μωρό! Αν δεν συμπαθήσεις κάποιον όμως…

Την επόμενη μέρα, πήγαν στον γυναικολόγο και άκουσαν για πρώτη φορά τον χτύπο της καρδιάς του εμβρύου. Έφτασαν σπίτι και ακόμα κρατούσε στα χέρια της το υπερηχογράφημα με συγκίνηση. Την έβαλε να καθίσει κι εκείνος άδειαζε κούτες και συμμάζευε τα πράγματα.
– Ρε αγάπη, άκουσες τι είπε ο γιατρός. Έγκυος είμαι, όχι άρρωστη. Άσε με να κάνω κι εγώ κάτι.
– Ούτε να το σκέφτεσαι. Σε παρακαλώ, υποσχέσου μου ότι δεν θα κάνεις τίποτα όσο λείπω στη δουλειά. Όλα εγώ θα τα κάνω. Έδωσα και μια υπόσχεση στη μαμά σου.

Το ότι κούρνιαζε στην αγκαλιά της ασφάλειάς του, ήταν πολύτιμο για την Αυγή, που ήδη ένιωθε περίεργα που θα περνούσε την πιο ευτυχισμένη μα συνάμα και πιο αγχωτική περίοδο της ζωής της, μακριά από τους δικούς της.

Το άλλο πρωί, τον ξεπροβόδισε και ένα λεπτό μετά χτύπησε το κουδούνι. Φώναξε “Τι ξέχασες;” κι άνοιξε χαμογελαστή. “Επ! Καλημέρα, νόμιζα ήταν ο Κοσμάς, μόλις έφυγε. Έγινε κάτι, πως τόσο πρωί;”.
“Ναι, τον είδα, περίμενα να φύγει, να μην είμαι μες στα πόδια σας και ήρθα να πιώ καφέ. Σε αφήνει ο άντρας σου να κάνεις καφέ ή φοβάται μη πάθεις υπερκόπωση;”. Κι έσκασε μόνη της στα γέλια με το “αστείο” της.
Χαμογέλασε και η Αυγή και άρχισε να ψήνει τον ελληνικό. Μιάμιση ώρα έκατσε και της είπε όλα τα κουτσομπολιά της πολυκατοικίας και του τετράγωνου ολόκληρου.

Ο καιρός περνούσε και οι επισκέψεις της Καίτης ήταν καθημερινές. Μόλις έφευγε ο άντρας του σπιτιού, χτυπούσε την πόρτα. Η Αυγή ένιωθε ότι είχε βρει μια φίλη κι έναν άνθρωπο με εμπειρία κοντά της να την συμβουλεύει σε αυτό το άγνωστο ταξίδι της εγκυμοσύνης.
– Πρέπει να προσέχεις! Πάχυνες πολύ! Κι έχεις ακόμα δύο μήνες, τους πιο βασικούς που τότε θα μπουν τα πολλά κιλά! Πού θα φτάσεις;
– Αλήθεια; Ο γιατρός είναι πολύ ευχαριστημένος! Ίσα ίσα θεωρεί ότι είμαι πολύ πειθαρχημένη.
– Άντρες! Τι ξέρουν αυτοί; Εγώ όταν ήμουν εφτά μηνών ίσα που καταλάβαινες ότι είμαι έγκυος. Είχα μια μικρή μπαλίτσα για κοιλιά. Τίποτα άλλο. Εσύ πέρα από την κοιλιά την τεράστια και μπούτια έκανες και κwλο και μάγουλα. Συγγνώμη που στα λέω έτσι, αλλά αυτοί που σε νοιάζονται πρέπει να λένε την αλήθεια για το καλό σου.
– Σε ευχαριστώ Καίτη μου! Έτσι είναι.

Για μέρες, δεν ακουμπούσε τα κουλουράκια που της έφερε ο Κοσμάς από τον αγαπημένο της φούρνο.
– Αγάπη μου, έχεις αναγούλες;
– Πως σου ήρθε αυτό ρε μωρό μου; Οι αναγούλες σταμάτησαν εδώ και πάρα πολύ καιρό.
– Τότε γιατί δε τρως κουλουράκια; Και γενικά το φαγητό σου, βλέπω ότι είναι περιορισμένο.
– Η Καίτη μου είπε ότι πάχυνα και δεν πρέπει, έχω μπροστά μου τους μήνες που μπαίνουν τα κιλά.
– Η Καίτη να κοιτάει τα δικά της. Ο γιατρός μόνο ξέρει κι εκείνος άλλα λέει. Σε παρακαλώ τρώγε και μην ακούς αυτήν.

Όταν γεννήθηκε η κόρη τους, η συγκίνηση και η ευτυχία ήταν το μόνιμο ρούχο πάνω τους. Γιαγιάδες, παππούδες, αδέρφια, πάνω από την βρεφική κούνια, έπαιρναν τζούρες του πιο ακριβού και υπέροχου αρώματος του κόσμου, αυτό της μωρουδίλας. Άλλαζε αγκαλιές και όλοι πρόσεχαν πώς θα αγγίξουν αυτό το θείο δώρο που ήρθε στην οικογένεια. Η Αυγή τους κοίταζε έναν έναν κι όλους μαζί κι ένιωθε απόλυτα ολοκληρωμένη. Όταν έφυγαν, την κυρίευσε ο φόβος πώς θα τα καταφέρει.

Όταν χτύπησε το κουδούνι την ίδια ώρα όπως τόσο καιρό, παραξενεύτηκε. “Θα έπρεπε να χτυπήσει την πόρτα, σε περίπτωση που κοιμάται το μωρό” σκέφτηκε, αλλά ο χείμαρρος Καίτη ήδη είχε μπει.
– Καλημέρα στη μανούλα! Ήρθα να δω το μωρό της φίλης μου!
– Γεια σου Καίτη μου, πέρνα. Στην κούνια της είναι.
– Καλέ! Αυτό δεν έχει καθόλου μαλλιά! Και είναι μια σταλιά! Σαμιαμίδι! Η κόρη μου όταν γεννήθηκε είχε ξανθά μαλλάκια και ήταν μεγαλόσωμη! Οι γιατροί μου έδιναν συγχαρητήρια που γέννησα με ευκολία τόσο μεγάλο μωρό.
– Καλή είναι. 3.250 γεννήθηκε.
– Κοντό είναι βρε. Κι εσύ κουρασμένη φαίνεσαι. Μαύροι κύκλοι στα μάτια.
– Ε θηλάζω, σηκώνομαι τη νύχτα…

Όταν έφυγε η Καίτη, η νέα μαμά κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Πράγματι είχε μαύρους κύκλους και η όψη της ήταν χάλια. Όταν ήρθε ο άντρας της, χώθηκε στην αγκαλιά του.

– Τι έγινε ματάκια μου;
– Τίποτα.
– Δε νομίζεις πως μετά από τρία χρόνια που είμαστε μαζί, καταλαβαίνω πότε έχεις κάτι;
– Φαίνομαι κουρασμένη; Είμαι ένα άσχημο φρικιό; Κοίτα… κοίτα εδώ χάλι!, γκρίνιαξε δείχνοντας τα μάτια της.
– Τι λες καρδιά μου; Μόλις γέννησες, μέρα νύχτα φροντίζεις την μπέμπα, εμένα. Η κούραση είναι σωματική αλλά είσαι πάντα μια κούκλα. Η κούκλα μου! Τι σ’ έπιασε;
– Η Καίτη είπε…
– Αλίμονο! Η Καίτη! Βρε μπελά που βρήκαμε! Μη δίνεις σημασία στην οχιά ρε κορίτσι μου!
– Έλα ρε Κοσμά! Γίνεσαι άδικος. Τόσους μήνες με στηρίζει, με συμβουλεύει.
– Θα ‘λεγα τώρα. Ρε μια κακιασμένη είναι, που δε βλέπει την καμπούρα της!
– Άντε, καλά! Ας το αφήσουμε. Έλα να φάμε.

Οι μήνες κυλούσαν, το μωρό μεγάλωνε, η Αυγή ένιωθε ευλογία που απολάμβανε τις στιγμές της κόρης της. Προσπαθούσε να κάνει ό,τι καλύτερο και είχε πάντα την Καίτη να της διορθώνει τα λάθη της.
“Μη το έχεις συνέχεια αγκαλιά, εγώ την κόρη μου δεν την έμαθα με αγκαλιές”.
“Σταμάτα να θηλάζεις, φτάνει, δε βλέπεις το στήθος σου που έπεσε; Κοίτα το δικό μου πόσο στητό και ωραίο είναι”.
“Δεν το άλεσες σωστά το φρούτο, θα πνιγεί το μωρό, καλά δεν το βλέπεις;”.
“Τι μωρό είναι αυτό! Ούτε χαμογελάει ούτε έχει σωστή ανάπτυξη, το δικό μου τόσο μηνών όλα τα έκανε!”.
“Το σπίτι πώς το έχεις έτσι; Σκόνη έχει στο ράφι, να βλέπω και χνούδια κάτω, εγώ τα είχα όλα πεντακάθαρα”.
“Τι μυρίζει έτσι; Δεν θα πέτυχε το φαγητό σου, ααα εγώ μαγειρεύω φανταστικά!”.
“Δεν σου πέτυχαν τα κουλουράκια, θα σου δώσω την συνταγή που κάνω εγώ, γίνονται πάντα τέλεια!”.
“Πώς είσαι έτσι απεριποίητη; Ο Κοσμάς, τέτοιος άντρας, θα στραφεί αλλού, πρόσεχε!”.
“Μη το βγάζεις το μωρό έξω, έχει κρύο”.
“Μη το ντύνεις σαν κρεμμύδι μες στο σπίτι, ιδρώνει”.
“Ακόμα δεν του δίνεις φαγητό αλεσμένο, τι περιμένεις;”
“Άργησε το μωρό να βγάλει δοντάκια, η δικιά μου είχε ήδη τέσσερα, κάτι συμβαίνει”.
“Ακόμα δεν μπουσούλησε;”.
“Δέκα μηνών και δεν λέει κουβέντες, εγώ είχα μάθει στην κόρη μου πολλές λεξούλες”.
“Έφτασε έντεκα μηνών και δεν περπατάει. Η δικιά μου αλώνιζε το σπίτι”.
“Από την μάνα ξεκινάνε όλα. Αλλά όλες οι μάνες δεν είμαστε ίδιες. Άλλες είναι γεννημένες γι’ αυτό, άλλες πάλι όχι”.
” Έπρεπε να βαφτιστεί το μωρό μικρό. Τι περιμένετε; “

Ο Κοσμάς έβλεπε την γυναίκα του να αλλάζει πολλές φορές τις οδηγίες του παιδίατρου, αλλά δε μιλούσε. Άλλες φορές την έβλεπε θλιμμένη και αμίλητη και προσπαθούσε να είναι δίπλα της αθόρυβα. Ένα απόγευμα, η Αυγή προσπαθούσε με μανία να κάνει το μωρό να περπατήσει. Την κρατούσε από τα χεράκια, εκείνο πατούσε στα ποδαράκια του, χαμογελούσε στη μαμά του και φώναζε συλλαβιστά μα – μα! Όταν άφηνε τα χεράκια του, έπεφτε.
“Έλα καρδούλα μου, προσπάθησε. Έλα, στράτα, στρατούλα, κάνε βηματάκια μόνη σου”.

– Ρε γυναίκα, τι κάνεις;
– Προσπαθώ να την κάνω να περπατήσει.
– Θα το κάνει όταν είναι έτοιμη ρε μωρό! Με το ζόρι δεν γίνονται αυτά!
– Η Καίτη λέει ότι η κόρη της περπάτησε πολύ νωρίς.
– Αγάπη μου, το κάθε παιδί έχει το χρονοδιάγραμμά του. Άλλο περπατάει νωρίτερα, άλλο μιλάει αργότερα. Η Καίτη σε δηλητηριάζει τόσο καιρό και σε παρατηρώ σε σύγχυση.
– Μήπως έχει κάτι; Μήπως δεν θα περπατήσει ποτέ; Μήπως φταίω εγώ; Μήπως δεν ήμουν άξια να γίνω μάνα;

Ο Κοσμάς εκείνη τη στιγμή συνειδητοποίησε ότι υπήρχε πρόβλημα. Πήρε την μπέμπα αγκαλιά, την έβαλε στο πάρκο της και κάθισε στο πάτωμα, δίπλα στην γυναίκα του.
– Μήπως δεν ισχύει τίποτα από όλα αυτά και απλά σου έχει γίνει πλύση εγκεφάλου;
– Όχι. Μου λέει το σωστό. Ξέρει εκείνη από την εμπειρία της.
– Τι άλλο σου λέει δηλαδή;

Έσκυψε το κεφάλι, νιώθοντας λίγη απέναντί του και άρχισε να του λέει όλα όσα τόσους μήνες την συμβούλευε η Καίτη. Ο Κοσμάς άκουγε σοκαρισμένος. Δεν μπορούσε να διανοηθεί πόση κακία μπορεί να κρύβει ένας άνθρωπος, καμουφλαρισμένη με ψεύτικο ενδιαφέρον, δοσμένο με ρόλο συμβουλάτορα. Δεν την διέκοψε, την άφησε να τα πει όλα και μόνο τότε, την έσφιξε στην αγκαλιά του και πήρε τον λόγο.

– Αγάπη μου, άκουσέ με! Αυτά δεν είναι συμβουλές! Αν είναι δυνατόν! Η γυναίκα βγάζει επάνω σου τα κόμπλεξ της. Έπρεπε να στο είχα πει νωρίτερα, αλλά δεν μας αφορούσε και φυσικά δε φαντάστηκα την ζημιά που σου κάνει, την επιρροή που έχει επάνω σου. Ο Νίκος κάθε τόσο έχει παράνομους δεσμούς. Δεν την αντέχει πια, δεν νιώθει τίποτα για εκείνη, αλλά έχει το χρήμα. Με αυτό τον κρατάει. Την απατάει, το ξέρει η Καίτη, αλλά από εγωισμό δεν τον διώχνει. Πώς να διαχειριστεί τα σχόλια του κόσμου! Δείχνουν έξω το απόλυτα ευτυχισμένο ζευγάρι και στο σπίτι τους είναι δύο ξένοι. Αρρωστημένη κατάσταση και από τους δύο. Το δε κορίτσι τους, μου είπε ο Νίκος, όλη την ώρα τους καλεί ο γυμνασιάρχης για παράπονα. Μονίμως επιτίθεται σε συμμαθήτριες και προκαλεί προβλήματα. Κατά μάνα κατά κύρη. Και σε σένα βγάζει όλη της την κακία, την ζήλια. Καταρχάς το μωρό μας όλα τα κάνει βρε αγάπη μου! Και λεξούλες λέει και μπουσουλάει και στα πόδια του στέκεται κι όταν το κρατάμε περπατάει. Θα έρθει η ώρα που θα κάνει μόνο του βήματα! Κατά δεύτερον δεν υπάρχει μέτρο σύγκρισης μεταξύ σας ψυχούλα μου. Εσύ είσαι το φως το ίδιο! Είσαι υπέροχη μαμά, όλα τα κάνεις σωστά, το σπίτι, η μαγειρική σου, όλα είναι εκπληκτικά. Σου παραπονέθηκα ποτέ; Πάντα δεν παινεύω ό,τι φτιάχνεις; Άσε δε η ηλιθιότητα ότι αν δεν προσέχεις τον εαυτό σου θα κοιτάξω άλλες. Βρε χαζούλα μου, έχω εγώ μάτια για άλλη; Σε ζηλεύει, αυτό είναι όλο, η διπρόσωπη οχιά. Αυγή μου, θυμήσου ποια είσαι! Μην αφήνεις καμιά Καίτη καρακατίνα να σε πλάθει όπως θέλει. Θέλεις να φύγουμε από το σπίτι; Θα νιώσεις καλύτερα; Ό,τι θέλεις εσύ θα γίνει, αρκεί να καταλάβεις τι βρωμερό σκουλήκι είναι η δήθεν φίλη που μπαστακώνεται εδώ και παίζει με το μυαλό σου.

Όταν το επόμενο πρωί την ίδια ώρα χτύπησε το κουδούνι, η Αυγή ήταν αποφασισμένη.
– Τι μυρίζει έτσι; Τι φαΐ κάνεις;
– Σκ@τ@.
Η Καίτη γούρλωσε τα μάτια της και έμεινε να την κοιτάζει.
– Τι έπαθες καλέ; Τι τρόπος είναι αυτός;
– Αυτόν έχω κι αν σου αρέσει.
– Για άκου να σου πω! Ποια νομίζεις ότι είσαι;
– Όχι εσύ θα με ακούσεις αυτή τη φορά! Ποια νομίζω ότι είμαι, ε; Είμαι η γυναίκα που λατρεύει ο άντρας μου, που κάνει έρωτα μαζί μου κι όχι με άλλες, που φροντίζω εκείνον και το μωρό μας και το κάνω καλά! Πάρε την υποτιθέμενη τελειότητά σου και τα άπειρα κόμπλεξ σου και άντε να μαζέψεις την κακομαθημένη την κόρη σου πριν καταστρέψει άλλες αθώες ψυχές!

Η Καίτη έσφιξε τα χείλη, μίκρυναν τα μάτια της από την κακία με την οποία κοιτούσε την Αυγή και χωρίς να πει τίποτα έφυγε. Τους έβλεπε αγκαλιασμένους να κάνουν βόλτες με την μικρή Σοφία τους, ένα πανέμορφο κοριτσάκι, γλυκό και ευγενικό. Πάντα χέρι χέρι και πάντα με ένα γάργαρο γέλιο που το άκουγε και το μισούσε. Δεν άντεχε να βλέπει ανθρώπους ευτυχισμένους όταν εκείνη ήταν τόσο μα τόσο δυστυχισμένη.

Δεν αντάλλαξαν ποτέ ξανά ούτε καλημέρα. Η Αυγή την αγνοούσε επιδεικτικά. Είχε την ζωή της που κάλυπτε τόσο την ψυχούλα της, που δεν είχε πια χρόνο για ανθρώπους σκοτεινούς και τοξικούς. Έτσι γαλούχησε και την Σοφία. Όταν στο διάβα της συναντούσε ανθρώπους που της έκρυβαν ή της έκοβαν το φως, να μη τους επέτρεπε να τσαλαπατούν την ψυχή της. Το φως και η αγάπη είναι επιλογή και πάντα εκείνα ακολουθούσαν και οι τρεις τους, σε αντίθεση με την Καίτη που συνέχισε να επιλέγει να πληγώνει τους ανθρώπους που την έβαζαν στη ζωή τους.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading