Ύμνος στην αγάπη

Η Συλβί ξύπνησε από τον ήχο της βροχής που έπεφτε δυνατά στα παράθυρα. Με το που άνοιξε τα μάτια της, γύρισε στα δεξιά της να δει αν εκείνος βρισκόταν ακόμη δίπλα της. Για εκείνη οι σταγόνες του νερού έμοιαζαν με τραγούδι που οι νότες του πότε σε κρατούν σε εγρήγορση και πότε σε νανουρίζουν γλυκά γλυκά. Η απογοήτευση φάνηκε αμέσως στα καστανά της μάτια, όταν συνειδητοποίησε για άλλη μια φορά ότι ο Πιερ δεν ήταν κοντά της. Πόσο την λυπούσε αυτό, να νιώθει τόσο μόνη μετά από μια βραδιά έντονου έρωτα και πάθους, να ξυπνάει και να αρχίζει την μέρα της χωρίς να ανταλλάσσει την πιο απλή λέξη του κόσμου με εκείνον: “Καλημέρα αγάπη μου!”.

Μόλις σηκώθηκε, φόρεσε την ροζ σατέν ρόμπα της, καλύπτοντας το γυμνό, καλλίγραμμο κορμί της, ρίχνοντας μία γρήγορη ματιά έξω από το παράθυρο για να χαζέψει τους βρεμένους δρόμους. Πόσο της άρεσε το Παρίσι όταν έβρεχε! Για αυτήν δεν ήταν μια μουντή μέρα όπως φαίνονταν στους περισσότερους Παριζιάνους, ήταν η ευκαιρία που ζητούσε η ψυχή της να χορέψει στον ρυθμό της βροχής, ψάχνοντας την λύτρωση από τους λογισμούς και τους φόβους. Το νερό που έπεφτε στο πλακόστρωτο έμοιαζε το τέλειο μέσο για να καθαρίσει τα πάντα μέσα της.

Αφού φρεσκαρίστηκε, πήγε κατευθείαν στην μικρή της κουζίνα για να φτιάξει καφέ, γαλλικό χωρίς ζάχαρη. Μαύρος, σκέτος, για να ξυπνήσουν τελείως οι αισθήσεις. Με έκπληξη βρήκε ένα σημείωμα πάνω στην καφετιέρα με τα γράμματα του Πιέρ: “Σ’ αγαπώ μέχρι τον ουρανό, αλλά έπρεπε να φύγω, συγνώμη”.

Τουλάχιστον είχε γράψει κάτι, μία λέξη ήταν αρκετή για να τον δικαιολογήσει μέσα της και να συνεχίσει να ζει με αυτόν μέσα στην ψυχή της, αλλά χωρίς αυτόν. Ήταν δικός της για λίγες ώρες μόνο, τις υπόλοιπες τις μοίραζε στην τέχνη του και στην γυναίκα του.

Ο Πιερ ήταν ένας ζωγράφος με πολλές ιδιαιτερότητες και αυτό τον έκανε αγαπητό στους περισσότερους του καλλιτεχνικού κύκλου και κυρίως στις γυναίκες. Ψηλός, με κορμί αγαλματένιο, με μαλλιά καστανά μακριά μέχρι τον λαιμό και μάτια καφετιά σαν του κάστανου, έκανε τον γυναικείο πληθυσμό να μιλάει για αυτόν με λέξεις που έμοιαζαν προκλητικές ή μήπως ήταν;

Δεν μίλαγε παρά μόνο ο πόθος για αυτό το αντρικό κορμί και εκείνη έπεσε τόσο εύκολα στην παγίδα του έρωτα. Ήταν γύρω στα είκοσι όταν απάντησε στην αγγελία του που έψαχνε μία νέα κοπέλα για να του ποζάρει στα μελλοντικά του έργα, είχε περάσει από οντισιόν, μαζί με εκείνη, δεκάδες οι υποψήφιες. Η ζήτηση για μοντέλο από τον φημισμένο ζωγράφο Πιερ Κομινό, έμοιαζε με την ευκαιρία ζωής σαν αυτή που ζητούσαν οι ανθρακωρύχοι στα υπόγεια της γης ψάχνοντας για διαμάντια. Για τις περισσότερες υποψήφιες ήταν το μέσο, όχι μόνο για να επιζήσουν, αλλά και να αποκτήσουν έναν μέντορα ή κάποιον που θα τις έκανε να πρωταγωνιστήσουν στους κύκλους αυτούς και να βρουν έναν που θα αναλάμβανε τα προς το ζην για όσα χρόνια κρατούσε η ομορφιά τους. Η Συλβί όμως διέφερε από τις πολλές, διέθετε ομορφιά αλλά και πολλές γνώσεις για τα γράμματα και τις τέχνες. Για αυτό επικράτησε και έγινε το βασικό του μοντέλο.

Στην αρχή δεν της ήταν εύκολο να ποζάρει ολόγυμνη μπροστά του, δεν το είχε ξανακάνει, όμως εκείνος με την εμπειρία που τον διέκρινε, την έκανε να αισθάνεται άνετα πολύ σύντομα. Τον πρώτο καιρό δεν έβγαιναν λέξεις από τα στόματά τους, μία καλημέρα, καλησπέρα και ένα ευχαριστώ ήταν αρκετό. Σιγά σιγά όμως τα μάτια άρχισαν να μιλούν από μόνα τους, μέσα από την σιωπή έμαθαν να μιλούν οι αισθήσεις και μετά οι ψυχές. Η Συλβί τον κοίταζε στα μάτια βαθιά κάθε φορά που της απεύθυνε τον λόγο και τα χείλια της, τα φυσικά κόκκινα με το καλοσχηματισμένο περίγραμμα, έτρεμαν από φόβο μην προδοθεί, μην φανεί η παραμικρή επιθυμία της για το κορμί του και την αγάπη του.

Σιγά σιγά η επιθυμία για έρωτα ήταν αμοιβαία, γιατί οι ψυχές τους είχαν βρεθεί τόσο κοντά πια, μίλαγε η μία στην άλλη χωρίς λόγια, βουβή, γεμάτη από έντονο συναίσθημα, με το αποτέλεσμα τα σώματα να γίνουν ένα πολύ σύντομα. Και ήταν μια ένωση ονειρική, μαγεμένη, μυστηριώδης. Από εκείνη την ημέρα οι δυο τους ήταν αχώριστοι. Οι γυναίκες γύρω τους φανέρωναν την ζήλια τους με διαφόρους τρόπους και τα κουτσομπολιά έφτασαν στα αυτιά της γυναίκας του Πιερ. Εκείνος όμως τυφλός από τον έρωτά του για την Συλβί, έμενε ατάραχος δίπλα στην αγαπημένη του χωρίς κανένα φόβο και ενδοιασμό.

Όταν η σχέση τους είχε φτάσει στην κορύφωσή της, εκείνος, ένα πρωινό πριν τις γιορτές των Χριστουγέννων που το Παρίσι λάμπει μέσα στα φώτα, την πήρε από το χέρι και φτάνοντας στο ωραιότερο σημείο του Σηκουάνα, εκεί στην γέφυρα του Αλεξάνδρου (Pont d’Alexandre III), ανάμεσα στους φανοστάτες, την αγκάλιασε τόσο σφικτά που της κόπηκε η ανάσα. Στην άκρη της γέφυρας στεκόταν ένας πλανόδιος μουσικός που σιγοτραγουδούσε το περίφημο sous le ciel de Paris, παίζοντας το ακορντεόν του, κάτω από τον παριζιάνικο ουρανό, βαδίζουν οι ερωτευμένοι…
«Mon amour, mon ame, αγάπη μου, άκου το τραγούδι, σαν να γράφτηκε για μας. Ψυχή μου, είσαι τα πάντα για μένα, η ζωή μου όλη. Δεν μπορώ να φανταστώ το αύριο χωρίς εσένα, μόνο εσύ υπάρχεις και δίνεις νόημα στην καθημερινότητά μου. Μέσα από την αγάπη σου γίνομαι καλύτερος άνθρωπος. Είσαι η μούσα μου, σε έχω ανάγκη όπως η γη τον ήλιο μετά την βροχή, όπως το φεγγάρι τα αστέρια!», τα λόγια αυτά βγήκαν από τα χείλη του Πιερ με μία μόνο ανάσα, γιατί αν κόμπιαζε θα σταμάταγαν και οι λέξεις. Και εκείνος ήθελε να το βγάλει από μέσα του εκείνο το πρωτόγνωρο συναίσθημα που ποτέ καμία άλλη γυναίκα δεν του είχε δημιουργήσει. Η Συλβί, ανήμπορη να μιλήσει, έβαλε τα κλάματα, έσκυψε το κεφάλι και χώθηκε στην αγκαλιά του σαν το μικρό πουλί που κρύβεται στον θάμνο του δάσους να βρει προστασία από την βροχή και το κρύο. Τα χέρια της τον αγκάλιασαν και εκείνος την έκλεισε στην αγκαλιά του μην του φύγει και την χάσει για πάντα. Αυτή ήταν η πρώτη και τελευταία φορά που άκουσε τόσο ειλικρινή λόγια αγάπης από το στόμα του.

Μετά από λίγο, αφού αντάλλαξαν ένα γλυκό φιλί, ξεκίνησαν για το αγαπημένο τους καφέ. Εκεί μαζεύονταν όλοι οι φίλοι του συναφιού και φυσικά ο Πιερ είχε τον πρωταγωνιστικό ρόλο. “Τι ετοιμάζεις τώρα;”, “Πότε θα δούμε τα επόμενα έργα σου;”. Εκείνος τους κοίταξε με ένα χαρούμενο αλλά συγχρόνως μυστηριώδες βλέμμα, σαν να τους έλεγε ‘υπομονή, σε λίγο θα τα θαυμάσετε, εκεί, στην γκαλερί των Μεδίκων (Gallery de Medicis), στο ίδιο μέρος που εκτίθενται πάντα οι πίνακες μου’.
“Και ποιο θα είναι το θέμα για αυτή την φορά;”, τον ρώτησε ένας συνάδελφος που άκουγε στο όνομα Ζακ . Ο Πιερ γύρισε, τον κοίταξε καρφωτά στα μάτια και με ένα χαμόγελο του έδωσε να καταλάβει ότι αυτή την φορά τα έργα του θα ήταν μοναδικά, γεμάτα φωτεινά χρώματα που θα εξυμνούν την χαρά αλλά και την θύελλα που προκαλεί ο έρωτας όταν έρχεται κρυφά και κλέβει τις ψυχές των διψασμένων για αγάπη ανθρώπων.

Η Συλβί, δίπλα του, τους κοιτούσε όλους έναν έναν στα μάτια με προσοχή, μην προδώσει τον αγαπημένο της και χαθεί η μαγεία της δημιουργίας από τόσο γρήγορα. Οι περισσότεροι είχαν ήδη καταλάβει ότι η τωρινή συλλογή θα είχε ως θέμα εκείνη και πώς να μην ήταν η πρωταγωνίστρια άλλωστε; Δεν ήταν η ομορφιά της μόνο καθηλωτική, αλλά κι η γλυκύτητα στην έκφρασή της, αυτή και μόνο αυτή μπορούσε να ξυπνήσει και τα πιο κρυφά ένστικτα του κάθε ζωγράφου.

Ο Πιερ ευχαριστημένος από τα θετικά σχόλια των φίλων του αλλά και των αντιπάλων του, ζήτησε μία παλέτα, λίγα χρώματα και ένα πινέλο. Σε πολύ λίγο απευθύνθηκε στην αγαπημένη του να του απλώσει το πόδι της, όποιο εκείνη ήθελε.
Η Συλβί με έκπληξη στα μάτια, άπλωσε το δεξί της πόδι, σηκώνοντας την φούστα της και το ακούμπησε στο πόδι του Πιερ. Εκείνος πήρε το πινέλο, το βούτηξε στα χρώματα με τις αποχρώσεις του μπλε ίντιγκο και του κοβάλτιου, ζωγραφίζοντας στο πόδι της δύο υπέροχους υάκινθους μπλεγμένους με άλλες δύο ίριδες στις ίδιες αποχρώσεις. Ήθελε με αυτόν το τρόπο να αφήσει το αποτύπωμά του, όχι μόνο στο σώμα της αγαπημένης του, αλλά και να προλογίσει τα θέματα των έργων του, χωρίς βέβαια να προδώσει τα μυστικά τους. Ποια ήταν αυτά τα μυστικά; Μα φυσικά το γυμνό σώμα της Συλβί κρυμμένο στα λουλούδια που τα λούζουν το φως.

Αυτή η εικόνα του γυμνού γυναικείου κορμιού ανάμεσα στα φύλλα και στα λουλούδια, ήταν αρκετή για να διεγείρει την φαντασία χωρίς να φαίνεται χυδαίο και προκλητικό και αυτό ήταν το πρωτοποριακό στα έργα του Πιερ. Κάθε φορά που έβγαζε καινούρια σειρά, έδειχνε και κάτι καινούριο, έτσι οι πίνακές του γίνονταν αμέσως ανάρπαστοι. Η επιτυχία της έκθεσης ήταν δεδομένη και οι πίνακές του πουλήθηκαν σχεδόν όλοι. Ο Πιερ κράτησε μόνο εκείνον με την Συλβί και τους υάκινθους, σαν και εκείνους που είχε αποτυπώσει στο πόδι της. Αυτός δεν ήταν για πούλημα, ήταν ένα τρόπαιο ζωής!

Όμως η ευτυχία δεν κράτησε πολύ αυτή την φορά. Η γυναίκα του, η Ανιές, πληγωμένη, θυμωμένη, παραμελημένη, του αρνήθηκε οποιαδήποτε μελλοντική χρηματική επιδότηση, θα έμενε μόνος πια με τα πινέλα του και την ερωμένη του, να τα βγάλει πέρα.
«Χωρίς εμένα και τις γνωριμίες μου θα ήσουν ένα τίποτα! Τι νομίζεις, ότι είσαι ο μοναδικός που ζωγραφίζει; Ή ότι εγώ θα είμαι πάντα από πίσω να πληρώνω; Ή θα την αφήσεις την ερωμένη σου και θα γυρίσεις στο σπίτι μας ή θα φύγεις μια για πάντα χωρίς να πάρεις μαζί σου ούτε ένα πινέλο. Εγώ στα έχω πληρώσει όλα αυτά και είναι δικά μου. Δεν σου ανήκει τίποτα, με ακούς;»
«Ωραία λοιπόν, φεύγω, θα πάω εκεί που με αγαπούν. Θα αρχίσω από την αρχή, εξάλλου με ξέρουν πια όλοι», της απάντησε ο Πιερ με ένα σίγουρο ύφος γεμάτο αυτοπεποίθηση.

Χωρίς δεύτερη σκέψη, σηκώθηκε από την πολυθρόνα του, άνοιξε την μεγάλη ξύλινη πόρτα και έφυγε χωρίς να ρίξει μία δεύτερη ματιά πίσω, αφήνοντας την γυναίκα του άφωνη και φαρμακωμένη.

Από εκείνη την ημέρα όλα άλλαξαν ριζικά στις ζωές τους, η Ανιές μόνη σε ένα τεράστιο σπίτι πενθούσε τον άντρα που έχασε από την αγκαλιά της, ο Πιερ και η Συλβί μόνοι με τον μοναδικό πίνακα που τους είχε απομείνει για πούλημα με μοναδικό όπλο την αγάπη τους.
«Όχι, ο πίνακας δεν είναι για πούλημα, μ’ ακούς; Ακόμη κι αν δεν καταφέρω να πιάσω ξανά πινέλο στο χέρι μου, είναι ο θησαυρός της ψυχής μου», της έλεγε ο Πιερ κάθε φορά που εκείνη τον παρακαλούσε να τον δώσει για λίγα χρήματα.

Ο καιρός πέρασε, τα τελευταία χρήματα εξαφανίστηκαν, οι εποχές εναλλάσσονταν η μία την άλλη, το Παρίσι άλλαζε τα χρώματά του από τα γιορτινά και κόκκινα των Χριστουγέννων, στα ζωηρά χρώματα της άνοιξης ή στα καμένα του φθινοπώρου. Δεν διανοείται καλλιτέχνης να απέχει από την τέχνη του για αρκετό καιρό, αυτή η διακοπή σκοτώνει την ψυχή του και ο Πιερ, αδρανής, πήρε την απόφαση να ζητήσει βοήθεια από τον φίλο του τον Ζακ. Εκείνος πρόθυμος, τον ενίσχυσε με πινέλα και χρώματα, έτσι ο Πιερ βγήκε στους δρόμους, εκεί κοντά στην Sacre Coeur, στους παράδρομους της Μονμάρτης, κοντά στα καφέ που σύχναζαν οι τουρίστες. Η Συλβί για άλλη μια φορά έγινε η μούσα του, φόραγε τα καλά της και έβγαινε στον δρόμο μαζί του. Εκείνος καθόταν στο ξύλινο καρεκλάκι και έπαιζε με τα χρώματα στα καλλίγραμμα πόδια της αγαπημένης του. Ευτυχώς τα χρώματα έβγαιναν σχετικά εύκολα έτσι η κάθε μέρα φανέρωνε και ένα καινούριο σχέδιο αποτυπωμένο στο λευκό της δέρμα. Δεν χρειάστηκε καιρός για να κάνουν ουρές οι γυναίκες για να αποκτήσουν ένα μικρό έστω σχέδιο στα πόδια τους. Η νέα τάση εξαπλώθηκε γρήγορα στην ρομαντική Μονμάρτη, οι γυναίκες έδιναν μετά ραντεβού με τους αγαπημένους τους εκεί στους μυστικούς κήπους και χαίρονταν τον έρωτά τους.

Με τα πρώτα χρήματα που εξοικονόμησαν, ο Πιερ έβγαλε εισιτήρια για την συναυλία της μοναδικής φωνής που αγάπησε η Γαλλία, στο χώρο του Olympia, εκεί που ακούστηκαν τα υπέροχα τραγούδια από το στόμα της Edith Piaf. Όταν εκείνη τραγούδησε το αξεπέραστο “je ne regrette rien” ή αλλιώς “δεν μετανιώνω για τίποτα”, η Συλβί άπλωσε το χέρι της και κράτησε τον Πιερ δυνατά. Γύρισε και του ψιθύρισε στο αυτί: “ούτε εγώ μετανιώνω για τίποτα mon amour, mon ame, mon coeur! Mon amour, puisque tu m’aimes j’ irais jusqu’ au bout du monde!”.

Στο τραγούδι, στον ύμνο της αγάπης ακούστηκαν ακριβώς τα ίδια λόγια: Αγάπη μου, από την στιγμή που μ’ αγαπάς, θα πάω μέχρι την άκρη του κόσμου!

Ο έρωτας της Συλβί και του Πιέρ έμεινε στην ιστορία εκεί στα μποέμικα σοκάκια της Μονμάρτης. Μετά τον θάνατό τους, ένας συλλέκτης βρήκε τυχαία στο άδειο σπίτι που έμεναν οι δύο ερωτευμένοι, τον πίνακα με την γυμνή Συλβί ανάμεσα στου υάκινθους και στις ίριδες. Αμέσως αναγνώρισε την υπογραφή του καλλιτέχνη και από εκείνη την ημέρα ο πίνακας κοσμεί τον κυρίως τοίχο της Gallery de Medicis, με το φως του ήλιου να παιχνιδίζει ανάμεσα στα μπλε χρώματα και στο λευκό κορμί της νεαρής κοπέλας.
……..Ο γαλάζιος ουρανός από πάνω μας μπορεί να καταρρεύσει
…….Και η γη μπορεί να καταρρεύσει επίσης
…….Λίγο με ενδιαφέρει αν με αγαπάς!

Δήμητρα Καμπόλη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading