Φοβάται τους ανθρώπους που της θυμίζουν χελιδόνια· εκείνους που, μόλις αντικρίσουν τον χειμώνα που κρύβεται στο βάθος των ματιών της, θα πετάξουν μακριά. Φοβάται τα μυστικά που κρατά πίσω από τα σφραγισμένα της χείλη, μήπως, αν τα ξεστομίσει, αντηχήσουν σαν συναγερμός καταδίωξης.
Την τρομάζει ο κρότος της βροχής στο παράθυρο, γιατί της θυμίζει τον κρότο των δακρύων της πάνω στο τραπέζι, σε μια περασμένη πικρή εποχή. Φοβάται τους δυνατούς θορύβους, γιατί της θυμίζουν πόρτες που έκλεισαν απότομα και την άφησαν να περιμένει — παράταιρη, σχεδόν επαίτισσα.
Φοβάται τη λήθη, γιατί ξέρει πως μαζί με τις άσχημες αναμνήσεις χάνονται και πολύτιμα μαθήματα ζωής. Κι όσο φοβάται… τόσο περισσότερο τρέμει μήπως επαναλάβει τα ίδια λάθη.
Αυτή ήταν η Μαργαρίτα: ένα κορίτσι γεμάτο φόβους, μα και γεμάτο όνειρα συνάμα.
Απολάμβανε να χαζεύει το ουράνιο τόξο· τα χρώματά του της θύμιζαν την πρώτη της ζωγραφιά, τότε που ήταν παιδί και δεν ήξερε ακριβώς τι αποτύπωνε — μόνο που της άρεσε να αφήνει πάνω στο χαρτί αφηρημένες, πολύχρωμες γραμμές, που στα μάτια της έμοιαζαν με το πιο υπέροχο έργο τέχνης.
Τώρα όμως είναι πιο σκληρή με τα έργα που αποτυπώνει στον καμβά της ζωής της. Δυσανασχετεί συχνά και νιώθει πως τίποτα δεν κάνει αρκετά καλά. Είναι ανασφαλής και χρεώνει στον εαυτό της κάθε στραβή γραμμή, κάθε μουτζούρα, κάθε αταίριαστο χρώμα που τόλμησε να βάλει στον καμβά της. Φοβάται τον θαυμασμό, γιατί αισθάνεται πως θα τον διαδεχθεί η απογοήτευση, κι όταν τον βιώνει, γίνεται με τον εαυτό της ακόμη πιο αυστηρή.
Κι όμως… ανάμεσα σε όλους αυτούς τους φόβους κρύβει μέσα της ένα άπλετο φως που, συχνά, τους σκεπάζει όλους.
Μπορεί ακόμη να δημιουργεί, να εξερευνά, να αγαπά.
Μπορεί ακόμη να γελά με την καρδιά της και να χαίρεται με τα απλά, τόσο που μοιάζει με παιδί. Καμιά φορά αυτό το φως μεγαλώνει τόσο πολύ που γίνεται ήλιος και λιάζει τις πληγές της· και τις νιώθει να ψήνονται λίγο λίγο, να ξεθωριάζουν, ώσπου να μείνουν μονάχα αχνά σημάδια που θυμίζουν όσα πέρασε — και πια δεν πονάνε. Μόνο την κάνουν να χαμογελά που τα κατάφερε.
Αρχίζει να καταλαβαίνει πως κάθε μουτζούρα στον καμβά της είναι ένα μάθημα που την πείσμωσε για να βγει καλύτερο το έργο της. Πως κάθε λάθος χρώμα την οδήγησε στην ανακάλυψη μιας νέας ανάμειξης που δημιουργεί τον σωστό χρωματισμό. Σιγά σιγά μαθαίνει να μην τα βάζει με τον εαυτό της και να βλέπει ομορφιά πίσω από τα «ψεγάδια» του έργου της.
Αναγνωρίζει πως μέσα από τα λάθη γεννιούνται οι σπουδαιότερες ανακαλύψεις και τα ομορφότερα σωστά.
Αυτή είναι η Μαργαρίτα: πασχίζει να δημιουργήσει το πιο όμορφο έργο στον καμβά της ζωής της, ακόμη κι αν καμιά φορά θυμώνει και τον πετάει χάμω με οργή. Ακόμη κι αν κάποιες στιγμές είναι έτοιμη να τα παρατήσει, είναι γεννημένη καλλιτέχνιδα. Γιατί κάπου μέσα της ζει ακόμη εκείνο το παιδί που καμάρωνε επειδή είχε γεμίσει με χρώματα το χαρτί στο μπλοκ ζωγραφικής του· ένα παιδί που αγαπούσε τα φωτεινά χρώματα και δυσανασχετούσε με το μαύρο και το γκρι. Κάπως έτσι πια δυσανασχετεί κι εκείνη με τα μουντά σκοτεινά χρώματα και έχει βάλει στόχο να κάνει τον καμβά της πολύχρωμο.
Ιωάννα Χαντζαρά
