Μαυροφορεμένη στεκόταν πάνω από τον τάφο του άντρα της η Ασπασία και τον ενημέρωνε για τα γίβεντα της μεγάλης τους κόρης, της Κατερίνας. Η ντροπή της οικογένειας ήταν αυτό το κορίτσι. Αντί να βρει έναν άνθρωπο να παντρευτεί, να πάρουν σειρά και οι αδερφές της, είχε βάλει πείσμα να τελειώσει το σχολείο και να γίνει και δασκάλα.
«Γίβεντα!» έλεγε και ξανάλεγε πάνω από το μνήμα του και ήταν η καρδιά της πιο κρύα από τα μάρμαρα. «Την πήρα με το καλό, την πήρα με το άσχημο, τίποτα και κανέναν δεν ακούει. Έφερα και τους αδερφούς σου μπας και ντραπεί και ‘ρθει στα συγκαλά της. Τι άλλο να κάνω, Γιώργη; Δεν βλέπει πως θα έχει κακά ξέτελα; Πως τίποτα καλό δεν θα βγει; Μας έχουν πιάσει στο στόμα τους και οι χωριανοί. Και εγώ τα ακούω και σκύβω το κεφάλι. Εγώ που πάντα περπάταγα καμαρωτή γιατί είχα το κούτελο μου καθαρό. Και δα; Τώρα δεν τολμώ να κοιτάξω άνθρωπο στα μάτια. Γροικάς, Γιώργη; Μα πού να ακούς εκεί που είσαι! Αλί σε εμένα που έμεινα πίσω μόνη μου να θρέψω εφτά κορίτσια. Όχι ένα, ούτε δύο. Εφτά θηλυκά και ούτε ένα αρσενικό δεν μου ‘δωκες να με βοηθά στα χωράφια. Ματώνουν τα χέρια μου κάθε μέρα και μετά που γιαγέρνω σπίτι, έχω να πλύνω, να μαγειρέψω, να στρώσω, να ταΐσω τα ζώα, χίλιες δύο δουλειές πάνω στην πλάτη μου. Γιατί η μεγάλη έχει τα διαβάσματα και οι άλλες είναι μικρές και σου υποσχέθηκα να μην τις μικροπαντρέψω. Και μετά απορώ από πού πήρε η Κατερίνα. Μα αν δεν πάρει αυτή σειρά, πώς θα πάρουν και οι επόμενες; Γεροντοκόρη θα μου μείνει τόσο όμορφη κοπέλα. Και ξέρεις κάτι Γιώργη; Σαν την ζωντοχήρα είναι και η γεροντοκόρη».
Αυτά έλεγε η Ασπασία και σκούπιζε με το μαύρο μαντήλι τα μάτια της που δεν έτρεχαν πια δάκρυα, είχαν στερέψει από καιρό. Την ντροπή της ήθελε να κρύψει και κάλυβε το πρόσωπό της. Μα αν τύχαινε κάποιος να περνά από τα μνήματα, δεν έπρεπε να την δει να μην θρηνεί. Έτσι πού και πού τα έτριβε με το μαντήλι και κοκκίνιζαν. Δεν τολμούσε να γυρίσει σπίτι και να δει για άλλη μια φορά την κόρη της πάνω στα βιβλία.
Έλεγε στην αρχή ότι κάνει πείσματα και θα της περάσει. Έλεγε μετά ότι είναι ξέσπασμα από τον χαμό του πατέρα της και θα της περάσει. Μα δεν περνούσε το ρημάδι. Σαν κατάρα είχε κάτσει πάνω στο σπίτι τους και κάποιες στιγμές νόμιζε ότι θωρούσε έναν μαύρο κόρακα να κάθεται στην κεφαλή της. Πόσες φορές της είπε ότι θα της ξεπατώσει αυτό το κεφάλι τρίχα τρίχα. Που ήθελε το θηλυκό να κάνει την δουλειά του άντρα. Πού ακούστηκε να πάρει τη θέση του δασκάλου μια γυναίκα; Και ποιος θα της έδινε δουλειά; Ποιος θα την δεχόταν; Με τις πέτρες θα την έπαιρναν μια μέρα, ήταν σίγουρη. Και τα άλλα κορίτσια; Ποιος θα τις έπαιρνε με τέτοια φήμη που είχε αποκτήσει η μεγάλη; Τόσο όμορφο κορίτσι, τόσο άμυαλο…
Πέρασαν λίγα χρόνια και η Κατερίνα τελείωσε το σχολείο. Δύσκολα χρόνια που είπαν το ψωμί ψωμάκι. Από το τίποτα έκανε η Ασπασία το καθημερινό φαΐ. Έβαζε το τσικάλι στην φωτιά και απλά προσευχόταν να γεμίσει με τα παρακάλια της στον Θεό. Μα γιατί δεν την άκουγε πια; Γιατί επέτρεπε να γίνονται αυτά τα γίβεντα; Πότε θα τελείωνε αυτό το μαρτύριο πια; Και δεν έφταναν αυτά που είχε περάσει. Ήρθαν και χειρότερα. Μα γιατί επέτρεψε ο Θεός να πεθάνει ο δάσκαλος; Και να συνδράμει ο παπάς να πάρει η Κατερίνα την θέση του;
Όταν μπήκε πρώτη φορά στην τάξη, η νέα δασκάλα αντίκρισε τα φοβισμένα μάτια, τα ξυπόλητα πόδια και τα σημαδεμένα χέρια των παιδιών. Μα εκείνη αγαπούσε τα βιβλία. Αγαπούσε την μάθηση. Πώς θα μετέφερε αυτήν την αγάπη στα παιδιά και πώς θα τα μάθαινε να έρχονται στο σχολείο χωρίς να φοβούνται; Πώς θα κατάφερνε να κερδίσει τον σεβασμό τους χωρίς τιμωρίες; Με ποιον τρόπο θα μπορούσε να αφήσει το σημάδι της στην καρδιά αντί για το σώμα τους; Να δουν το φως που εκείνη είδε μέσα στις λέξεις. Να νιώσουν τη ζεστασιά που εκείνη ένιωθε κάθε φορά που κρατούσε ένα βιβλίο. Δεν ήθελε πληγωμένες καρδιές. Ήθελε διψασμένες ψυχές.
Κάθε φορά που χτυπούσε η καμπάνα, τα παιδιά έτρεχαν να πάνε στο σχολείο. Έπρεπε να είναι καθαρά, τακτοποιημένα με κομμένα νύχια. Και ας ήταν τρύπια τα ρούχα τους και γυμνά τα πόδια τους. Η Κατερίνα ήξερε από πού να αρχίσει. Το πρώτο πράγμα που έπρεπε να μπαλώσει η αγάπη της, ήταν τα τρύπια ρούχα τους. Να ράβει ήξερε καλά, τέχνη της Ασπασίας ήταν που έγινε και δική της. Με τα λίγα χρήματα που έβγαζε, έφτιαχνε ρούχα στα παιδιά. Ντράπηκαν οι μανάδες τους. Μα καμιά δεν τόλμησε να αντιμιλήσει. Κατάπιαν την υπερηφάνεια τους για την αξιοπρέπεια των παιδιών τους. Χοντρές κάλτσες είχαν όλα πια στα πόδια τους και ζεστούς σκούφους στο κεφάλι. Πλατιά χαμόγελα στα χείλη και αναστημένη ελπίδα στα μάτια.
Στο σπίτι τα πράγματα δεν ήταν καλά. Η Ασπασία πίεζε ακόμα την Κατερίνα να τα παρατήσει. Οι αδερφές της είχαν μείνει στο ράφι και της έριχνε εκείνης το φταίξιμο. Αρρώστησε από τον καημό της και πια δεν μπορούσε ούτε τον εαυτό της να φροντίσει. Ανέλαβαν οι κόρες τα χωράφια και το σπίτι και την μάνα τους. Εκείνη καθόταν αποκαρδιωμένη σε μια καρέκλα στην κουζίνα και ανήμπορη έκλαιγε την μοίρα της ολημερίς και ολονυχτίς.
«Κακά ξέτελα. Τα έλεγα εγώ», μουρμούριζε μέσα στον καημό της και οι κόρες της της ψιθύριζαν στο αυτί να μην μιλεί δυνατά και την ακούει η Κατερίνα.
Οι αδερφές της μπορεί να έκρυβαν την περηφάνια και τον θαυμασμό τους, μα φωτίζονταν τα μάτια τους όταν έβλεπαν την Κατερίνα. Έμπαινε μέσα στο σπίτι φορτωμένη βιβλία και με τα βλέμματα έλεγαν ό,τι είχαν να πουν.
«Ήρθε το γίβεντό μου», κλαψούριζε η Ασπασία.
Μπροστά σε άλλους ποτέ δεν είπαν κάτι παραπάνω. Όταν πήγαινε η μάνα να κοιμηθεί, τότε κάθονταν όλες μαζί και ρωτούσαν να μάθουν νέα από το σχολείο. Άκουγαν όσα τους έλεγε και κρέμονταν από τα χείλη της. Με κάποιες καθόταν ως αργά και τους μάθαινε δύο πράγματα παραπάνω. Καμία δεν έβρισκε το θάρρος να πει στην μάνα ότι θέλει να συνεχίσει το σχολείο. Ήξεραν ότι δεν θα άντεχε και άλλο τέτοιο χτύπημα. Είχε ήδη καταπέσει με τον χαμό του πατέρα και την επανάσταση της Κατερίνας. Και πού να ήξερε η Ασπασία ότι την ιδέα αυτή, της την είχε βάλει στο κεφάλι ο άντρας της.
Ο χειμώνας που ήρθε ήταν δύσκολος και το χιόνι βαρύ. Τα κούτσουρα που έπρεπε να φέρνουν τα παιδιά στην τάξη δεν έφταναν να την ζεστάνουν και το σχολείο έκλεισε. Αντί να τα τιμωρήσει όπως έκαναν ως τότε οι προηγούμενοι, η Κατερίνα έδωσε μια εβδομάδα παραπάνω διακοπές για τα Χριστούγεννα. Τα παιδιά ήταν ήδη σε πολύ καλό επίπεδο, είχαν μάθει πιο πολλά γράμματα μαζί της παρά με όλους τους προηγούμενους δασκάλους. Φυσικά αυτό δεν πέρασε απαρατήρητο, περισσότερο από τις μανάδες, γιατί αυτές έχουν πάντα τα μάτια ορθάνοιχτα. Τα παιδιά προόδευαν. Διάβαζαν με όρεξη. Μάθαιναν πολλά. Είχαν καλή συμπεριφορά. Ήξεραν τρόπους. Ήταν ευγενικά. Τα έβλεπες και έλεγες ότι αυτά τα παιδιά πήγαιναν σχολείο. Σαν ταμπέλα που κρεμόταν από τον λαιμό τους ήταν η διαγωγή και η μόρφωσή τους και την κουβαλούσαν παντού μαζί τους. Όλοι το έβλεπαν. Μόνο η Ασπασία ήταν τυφλή ακόμη.
Ένα βράδυ, η Κατερίνα ανακάτευε το νερό που χόχλαζε στο τσικάλι. Πράμα δεν είχε να ρίξει μέσα, μόνο τα δάκρυά της. Και τι θα έλεγε στις αδερφές της και πώς θα τάιζε την άρρωστη μάνα της. Και ξαφνικά κάποιος βαρά την πόρτα. Δύο τρία χτυπήματα βαριά και μετά σιωπή. Ανοίγει μια από τις αδερφές και βλέπει ένα σακούλι αλεύρι, ένα μάτσο κρεμμύδια και μια σειρά πατημασιές πάνω στο χιόνι. Τα αρπάζει στην αγκαλιά της και τα σφίγγει σαν να βαστά χρυσάφι. Τρέχει στην Κατερίνα που μόλις την θωρεί σταυροκοπιέται. Πιάνει το τηγάνι να κάνει πιταράκια με το αλεύρι και ακόμη κάνει τον σταυρό της και δοξολογεί τον Θεό.
Το επόμενο βράδυ, κάποιος βαρά ξανά την πόρτα. Ένα χτύπημα δυνατό και εξαφανίζεται. Στο κατώφλι τους βρίσκουν ένα καλάθι με οκτώ αυγά. Ένα για την καθεμία. Να το και απόψε, βρέθηκε το φαγητό. Και δόξα τω Θεώ και πάλι. Και ξανά το επόμενο βράδυ, να έχει νυχτώσει καλά, να μην τις δει κανείς, μία μία οι μανάδες των παιδιών πάνε κρυφά πεσκέσι στην δασκάλα. Να ανταποδώσουν το καλό που τους έκαμε. Κάποια άφησε μια χούφτα φασόλια, άλλη κρέας από τα ζώα τους, να κάνει και αυτό το σπιτικό Χριστούγεννα, άλλη παλιά υφάσματα να κάνει η κυρά δασκάλα κι άλλα ρούχα στα μικρά. Κάποιες έστειλαν τους μεγάλους γιους τους να ζητήσουν τα κορίτσια. Γιατί τα θηλυκά αυτού του σπιτιού ήταν φτωχά μα προκομένα και γραμματιζούμενα και τι τιμή ήταν να συγγενέψουν με την δασκάλα. Και έτσι παντρεύτηκαν όλες οι αδερφές της Κατερίνας και έμεινε μόνη εκείνη στο σπίτι να φροντίζει τη μαμά της.
Όταν ήρθε η ώρα να φύγει η Ασπασία, ήταν όλα τα κορίτσια από πάνω της. Δεν είχε σχολάσει ακόμη το σχολειό και έλειπε η Κατερίνα. Πάλευε η μάνα να κρατηθεί στην ζωή να αποχαιρετήσει την πρωτότοκή της. Άκουσε την πόρτα να κλείνει και βήματα να έρχονται προς το μέρος της. Ψίθυροι και ύστερα ένα χάδι.
«Ποιος είναι;», ρώτησε η μάνα της.
«Η Κατερίνα, μάνα. Το γίβεντό σου», της χάιδεψε τα λεπτά μαλλιά και φίλησε το κρύο κούτελό της.
Και έτσι έφυγε η Ασπασία να βρει τον Γιώργη της. Με το χαμόγελο στα χείλη. Και είχε και πάλι πολλά να του πει.
CC
