Οι τρεις “φίλες”

Κάθε μέρα συναντιούνταν τρεις φίλες που ζούσαν με τις οικογένειές τους σε διπλανά διαμερίσματα. Μαζεύονταν όλες μαζί και έπιναν το καφεδάκι τους σε μια μικρή, ζεστή καφετέρια της γειτονιάς. Αγαπούσαν η μία την άλλη και είχαν ανάγκη από συντροφιά. Έμοιαζαν αχώριστες και δεμένες σφιχτά, άσχετα με τις δυσκολίες και τα βάσανα που τους είχε φέρει η ζωή.

Έμοιαζαν — γιατί στην πραγματικότητα δεν ήταν.
Δεν συζητούσαν τους φόβους, τους προβληματισμούς ή τις δυσκολίες που τους έφερνε το γήρας και οι οικογενειακές τους υποχρεώσεις. Έκαναν μόνο κουτσομπολιό. Πράγμα συνηθισμένο στις γυναικείες παρέες, δε λέω, αλλά ποτέ θεμέλιο για να χτιστεί μια γερή φιλία.

Απόδειξη: αυτή την περίοδο, ο πυρήνας της κουβέντας τους ήταν η κυρά-Δέσποινα, μια γειτόνισσα που μέχρι πριν έναν χρόνο περίπου ήταν μέλος της παρέας τους και συμμετείχε κι αυτή σε τέτοιου είδους συζητήσεις για άλλες γειτόνισσες και τις οικογένειές τους. Τώρα, όμως, την είχαν αφήσει στην απ’ έξω, μιας και —όπως έλεγαν— είχε χάσει τα λογικά της. Δεν τη συζητούσαν από ανησυχία ή καλοσύνη· αντίθετα, έβγαιναν στη βεράντα και παρατηρούσαν εξονυχιστικά τις κινήσεις και τις αντιδράσεις της, για να έχουν υλικό για την καθημερινή τους κουβέντα.

Της τηλεφωνούσαν μόνο και μόνο για να μαθαίνουν «τα νέα της», ώστε να εμπλουτίζουν το κουτσομπολιό τους και να γεμίζει η καφετέρια με γέλια. Κι όλα αυτά για την κυρά-Δέσποινα — που η ζωή της φέρθηκε τόσο σκληρά κι άδικα.

Έχασε τον άντρα της και τον μοναχογιό της σε τροχαίο ατύχημα, καθώς οδηγούσαν για να πάνε στο μαιευτήριο όπου γεννιόταν ο εγγονός της. Ο κυρ-Τάσος, ηλικιωμένος πια, δεν έπρεπε να οδηγεί, μα δεν ήθελε να αποχωριστεί το πάθος της ζωής του το τιμόνι, έστω για μια κοντινή διαδρομή. Η καρδιά του όμως δεν άντεξε· έπαθε ανακοπή την ώρα που οδηγούσε, και το ατύχημα στάθηκε μοιραίο για εκείνον και για τον γιο τους.

Ο εγγονός της κυρά-Δέσποινας ορφάνεψε τη μέρα που γεννήθηκε. Και το μυαλό της ίδιας δεν μπόρεσε να συλλάβει και να αντέξει το γεγονός, ούτε πέρασε ποτέ τα φυσιολογικά στάδια του πένθους.

Αντίθετα, κλείστηκε στο σπίτι· άρχισε να ακούει ανύπαρκτους θορύβους, να βλέπει οράματα, να μιλάει ασυνάρτητα, να κλαίει και να γελάει χωρίς προφανή λόγο. Συμπεριφορές που έδειχναν πως κάτι πήγαινε πολύ λάθος. Οι φίλες της, οι πιο κοντινοί άνθρωποι που της είχαν απομείνει, δεν τη βοήθησαν: ούτε να της κρατήσουν συντροφιά, ούτε να την πάνε σε γιατρό. Την άφησαν στην απ’ έξω, την παρακολουθούσαν από απόσταση και της τηλεφωνούσαν τυπικά, χωρίς να εμπλέκονται στα προβλήματά της.

Η κυρά-Δέσποινα όλο και χειροτέρευε.
Σε κάποιες μικρές αναλαμπές διαύγειας ευχόταν να «φύγει», να συναντήσει τους αγαπημένους της. Μα η ζωή δεν της έκανε το χατίρι. Έζησε για πολλά χρόνια παρέα με τη μοναξιά της.

Οι τρεις φίλες κάποια στιγμή βαρέθηκαν και άλλαξαν θέμα κουβέντας. Κι όταν, αργότερα, αντιμετώπισαν κι οι ίδιες προβλήματα υγείας και σοβαρά οικογενειακά θέματα, κατάλαβαν πως η μία δεν ήταν πραγματική συντροφιά για την άλλη.
Έτσι η παρέα πια «έσπασε» και σταμάτησε ο καθημερινός τους καφές. Η ζωή τους δίδαξε πως η φιλία δε χτίζεται με την συχνότητα της επαφής, αλλά με το μοίρασμα των δυσκολιών.

Ιωάννα Χαντζαρά

One response to “Οι τρεις “φίλες””

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading