Η 15η Μέρα

Αγγλία, 2050μΧ. Ήταν ένα ζεστό μεσημέρι του Απριλίου. Ο μικρός Κόντι κόλλησε τις παλάμες του στο τζάμι του παραθύρου. Το βλέμμα του συναντήθηκε με εκείνο του κοριτσιού που έμενε στο απέναντι σπίτι. Μέχρι πριν λίγο καιρό την έβλεπε να βγαίνει κάθε πρωί και να πηγαίνει στο σχολείο, ενώ εκείνος ήταν αναγκασμένος να μένει μέσα. Πόσο γνώριμη του φάνηκε η απελπισία που ήταν ζωγραφισμένη στα μάτια της. Ένιωσε μια ανεπαίσθητη χαρά, τώρα που όλοι έπρεπε να περάσουν αυτό που ζούσε εκείνος τόσα χρόνια.

Από τότε που είχε γεννηθεί, ήταν φιλάσθενος. Οι γονείς του, παρά τις αντιρρήσεις των γιατρών, αποφάσισαν να τον κλείσουν σε μια δική τους ‘‘φούσκα προστασίας’’. Ήταν δώδεκα ετών, κι όμως δεν είχε βγει ποτέ από το σπίτι, ούτε καν από το δωμάτιό του. Πλενόταν στο εσωτερικό μπάνιο που του είχαν κατασκευάσει. Όταν ήταν πιο μικρός, και χρειαζόταν βοήθεια, η μητέρα του ερχόταν με μάσκα και γάντια. Όλη η ζωή του, ήταν αυτό το δωμάτιο.

Ανάσανε δυνατά και το τζάμι θόλωσε. Ετοιμάστηκε να ζωγραφίσει κάτι στην επιφάνειά του, όταν άκουσε ένα χτύπημα στην πόρτα. Κάθισε στο κρεβάτι. Στο άνοιγμα, εμφανίστηκε μια γυναίκα που φορούσε μάσκα και γάντια﮲ η μητέρα του. Τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια και άφησε ένα δίσκο με φαγητό στο πάτωμα. Χαμήλωσε το βλέμμα κι έκλεισε την πόρτα. Ο Κόντι, έριξε μια ματιά στο πιάτο αλλά δεν το άγγιξε. Σηκώθηκε, έκλεισε τα παντζούρια, ξάπλωσε στο κρεβάτι και κοίταξε την οροφή. Οι τρισδιάστατοι πλανήτες που ήταν ζωγραφισμένοι άρχισαν να φωσφορίζουν στο σκοτάδι. Έκλεισε τα μάτια. Φαντάστηκε ότι πετούσε και ταξίδευε ανάμεσά τους. Χαμογέλασε.

***

Ο Γκρέγκορι ζωγράφιζε παντού: στο τετράδιο, στο τραπέζι, στο πάτωμα, στους τοίχους, στις πόρτες, στα έπιπλα. Από μικρός αποτύπωνε όνειρα, φόβους, εφιάλτες, επιθυμίες, λύπες, χαρές, ό,τι δεν μπορούσε να πει με λόγια. Ζωγράφιζε συνέχεια. Ζωγράφιζε ακόμα και όταν η μητέρα του − ο μοναδικός συγγενής του − πέθανε από καρδιακή προσβολή. Είχε ξαπλώσει δίπλα της στο κρεβάτι και είχε γεμίσει το λευκό σεντόνι με ζωγραφιές. Ζωγράφιζε, μέχρι και τη στιγμή που η γειτόνισσα ανησύχησε και φώναξε την αστυνομία για να σπάσουν την πόρτα﮲ μέχρι και τη στιγμή, που οι άντρες με τις άσπρες ρόμπες τον άρπαξαν και τον οδήγησαν σε ένα λευκό δωμάτιο. Ακόμα και τώρα, που είχε γίνει εικοσιπέντε ετών και συνέχιζε να είναι κλεισμένος εκεί μέσα, ζωγράφιζε στις χαρτοπετσέτες, στα χάρτινα πιάτα, στο τραπέζι, στα σεντόνια, στο πάτωμα, στους τοίχους κι αν μπορούσε θα ζωγράφιζε ακόμα και στο ταβάνι.

Τόσα χρόνια, κοιτούσε μέσα από τα κάγκελα του παραθύρου τους υπόλοιπους τρόφιμους του ψυχιατρείου να περιφέρονται στην αυλή. Εκείνος δεν ήθελε να βγει. Ήθελε να ζωγραφίζει.

Εδώ και αρκετό καιρό, δεν έβγαινε σχεδόν κανένας έξω, και όταν το έκαναν, φορούσαν μάσκες οξυγόνου. Ο Γκρέγκορι όμως τώρα αισθανόταν την ανάγκη να βγει﮲ τώρα που οι άλλοι έμεναν μέσα. Ένιωθε πως η τέχνη τον καλούσε. Ένιωθε πως θα έβρισκε πολλά να ζωγραφίσει. Άρχισε να περπατάει γύρω – γύρω στο δωμάτιο, χτυπώντας τα χέρια του στους τοίχους.

***

Η Λιν κάθισε μπροστά στον καθρέφτη. Τα κατάμαυρα μαλλιά της, έπεφταν στο μέτωπό της. Το χλωμό της πρόσωπο και το μαύρο κραγιόν την έκαναν να μοιάζει τρομακτική. Το σκουλαρίκι στη άκρη του χείλους της, λαμπύριζε κάτω από τον χαμηλό φωτισμό. Το βλέμμα πίσω από τα βαμμένα με μαύρη σκιά μάτια της, ήταν κενό. Είχε πάρει την απόφασή της. Κοίταξε το αριστερό της χέρι. Νόμισε ότι είδε τις φλέβες να πάλλονται και τις άκουσε να καλούν το όνομά της. Η μουσική που έπαιζε από τον αγαπημένο της διαδικτυακό σταθμό DARK VALLEY, διακόπηκε και ο εκφωνητής, πήρε τον λόγο:

«Κυρίες και κύριοι, αυτό που συμβαίνει, είναι πολύ πιο τρομακτικό από τις ιστορίες που σας διηγούμαστε. Τα πράγματα έχουν γίνει ανεξέλεγκτα. Όσοι κυκλοφορούν στο δρόμο χωρίς μάσκες οξυγόνου, έχουν παραισθήσεις. Οι χειρότεροί φόβοι τους ζωντανεύουν και συμπεριφέρονται σπασμωδικά. Πολλοί αλληλοσκοτώνονται. Κάποιοι αυτοκτονούν. Η πρωτόγνωρη αυτή κατάσταση είναι γενικευμένη σε όλο τον κόσμο. Η επιστημονική κοινότητα κάνει έκκληση. Μην βγαίνετε από τα σπίτια σας χωρίς μάσκα οξυγόνου. Μην αναπνέετε έξω μέχρι να μάθουμε τι είναι αυτό που προκαλεί τις παραισθήσεις. Είμαι ο Τίμοθι Μπράουν κι εκπέμπω πλέον από το σπίτι μου, την οδό Μπλούμινγκστον 23».

Στην αρχή, τα πράγματα δεν ήταν τόσο επικίνδυνα. Οι άνθρωποι που είχαν επηρεαστεί από τον αέρα ήταν ελάχιστοι. Σιγά – σιγά όμως, ότι κι αν ήταν αυτό που μόλυνε την ατμόσφαιρα, είχε αρχίσει να εξαπλώνεται και να γίνεται πιο έντονο. Οι επιστήμονες ανησυχούσαν: τι θα συνέβαινε αν ο ‘‘αέρας’’ γινόταν δυνατότερος κι άρχιζε να εισχωρεί στα σπίτια;

Η Λιν προχώρησε προς το παράθυρο. Το άνοιξε. Ο δρόμος ήταν έρημος. Κούνησε το κεφάλι. Ίσως ήταν ευκολότερο έτσι. Ίσως δεν πονούσε με αυτό τον τρόπο. Ένα αχνό χαμόγελο χαράχτηκε στο πρόσωπό της. Πήρε μια βαθιά ανάσα.

***

Ο Κόντι ξύπνησε απότομα. Κοίταξε το ρολόι στον τοίχο που φωσφόριζε. Ήταν τρεις τα ξημερώματα. Έμεινε ακίνητος στο κρεβάτι, προσπαθώντας να θυμηθεί τι ήταν αυτό που τάραξε τον ύπνο του.

«Κόντι!», άκουσε τη φωνή της μητέρας του.

Κράτησε την αναπνοή του.

«Έλα να φάμε!»

Πάγωσε. Η μητέρα του, που δεν τον άφηνε να βγει από το δωμάτιο, εκείνη που φοβόταν συνεχώς μήπως αρρωστήσει, τώρα τον φώναζε για να φάει και μάλιστα τέτοια ώρα; Επιπλέον, η φωνή έμοιαζε ίδια αλλά ταυτόχρονα ήταν λάθος, σαν κάποιος να προσπαθούσε να την μιμηθεί. Σηκώθηκε και ψηλαφίζοντας τον τοίχο, μπόρεσε να φτάσει τον διακόπτη. Άναψε το φως. Προχώρησε ακροπατώντας προς την πόρτα και την κλείδωσε.

Στάθηκε μπροστά στο παράθυρο. Το κορίτσι που έβλεπε το μεσημέρι στο απέναντι σπίτι, ήταν πάλι εκεί. Μόνο που αυτή τη φορά το βλέμμα της ήταν γεμάτο τρόμο. Την είδε να κολλάει τις παλάμες στο τζάμι. Το στόμα της άνοιξε σε ένα ουρλιαχτό που ο Κόντι δεν άκουσε ποτέ. Την επόμενη στιγμή, δυο χέρια την άρπαξαν από τη μέση και χάθηκε πίσω από την κουρτίνα.

«Κόντι!» φώναξε πιο δυνατά η μητέρα του.

Ο τρόμος που ήταν ζωγραφισμένος στο πρόσωπο του κοριτσιού, είχε χαραχτεί στο μυαλό του. Προσπάθησε να ανοίξει το παράθυρο. Είχε φρακάρει. Η φωνή της μητέρας του ακούστηκε τώρα έξω από την πόρτα.

«Κόντι!» ούρλιαξε κι ανεβοκατέβασε το πόμολο. «Γιατί φοράς αυτά τα νύχια; Φύγε από πάνω μου, τέρας! Κόντι!»

Το αγόρι προσπαθούσε να ανοίξει το παράθυρο τη στιγμή που εκείνη χτυπούσε με μανία την πόρτα.

Τα κατάφερε. Έβγαλε το κεφάλι του και κοίταξε κάτω. Βρισκόταν στον ημιώροφο της πολυκατοικίας. Έριξε μια τελευταία ματιά πίσω του. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Πήδηξε.

***

Ο Γκρέγκορι ξύπνησε απότομα. Φωνές και θόρυβοι ακούγονταν σε όλο το κτήριο. Προχώρησε προς την πόρτα του δωματίου του και κοίταξε από το μικρό τετράγωνο παράθυρο. Οι τρόφιμοι χοροπηδούσαν και κοπανούσαν τραπέζια και καρέκλες. Ένας από τους ασθενείς, πλησίασε το πρόσωπό του στο τζάμι και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. Μετά χάθηκε από το οπτικό του πεδίο. Ύστερα από λίγο ακούστηκε ένα σιγανό κλικ. Η πόρτα άνοιξε και ο άλλος απομακρύνθηκε χασκογελώντας. Ο Γκρέγκορι κοντοστάθηκε. Κοίταξε το τετράδιο και το μολύβι πάνω στο τραπεζάκι. Τα πήρε και τα έσφιξε στην αγκαλιά του. Βγήκε έξω. Πέρασε μέσα από τους υπόλοιπους σπρώχνοντάς τους. Κανείς δεν του έδωσε σημασία. Έφτασε στο τέλος του διαδρόμου και κατέβηκε στο ισόγειο. Οι υπάλληλοι ήταν άφαντοι. Τα έπιπλα ήταν αναποδογυρισμένα και το πάτωμα γεμάτο γυαλιά. Τα δρασκέλισε και προχώρησε προς την έξοδο. Διέσχισε την αυλή. Πέρασε την καγκελόπορτα και βρέθηκε στον δρόμο. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον έναστρο ουρανό. Πήρε μια βαθιά ανάσα, κάθισε στο πεζοδρόμιο και άνοιξε το τετράδιο. Άρχισε να ζωγραφίζει.

***

Η Λιν ανέπνεε με μανία. Ρουφούσε τον αέρα λαίμαργα προσπαθώντας να δει αυτό που οι άλλοι προσπαθούσαν να αποφύγουν. Από τότε που πέθανε ο αδελφός της, πίστευε πως αν κάτι υπήρχε εκεί έξω, τότε ίσως θα τον ξαναέβλεπε. Γι’ αυτό περίμενε τις παραισθήσεις με λαχτάρα, σαν να της χρωστούσαν μια συνάντηση. Μάταια. Κόσμος έτρεχε στους δρόμους. Φωνές ακούγονταν από τα γύρω σπίτια. Πυροβολισμοί και ουρλιαχτά γέμιζαν τη νύχτα. Εκείνη όμως παρέμενε ήρεμη παίρνοντας βαθιές ανάσες και παρακαλούσε να δει κάτι. Η ώρα περνούσε. Τίποτα δεν συνέβαινε. Έκλεισε με δύναμη το παράθυρο και άνοιξε την εξώπορτα.

***

O Κόντι έκανε το πρώτο του βήμα έξω. Το κρύο τσίμπησε το δέρμα του σαν να τον χαστούκισε. Ο αέρας μύριζε διαφορετικά, ξένα, σχεδόν επικίνδυνο. Όλα έμοιαζαν πρωτόγνωρα: ο ήχος που έκαναν τα βήματα του στην άσφαλτο, τα γκρίζα, σκοτεινά κτίρια. Σταμάτησε απότομα και κοίταξε γύρω του. Από κάπου μακριά ακούγονταν φωνές και ουρλιαχτά. Σταύρωσε τα χέρια στο στήθος του, πήρε μια βαθιά ανάσα και συνέχισε να προχωράει. Είχε σίγουρα διαλέξει την πιο ακατάλληλη στιγμή για να βγει έξω. Εδώ και αρκετό καιρό, η μητέρα του, του έλεγε, πως ο αέρας ήταν δηλητηριώδης. Έμπαινε μέσα στους ανθρώπους, και τους έκανε να βλέπουν πράγματα τα οποία δεν υπήρχαν﮲ πράγματα, που τους ωθούσαν να κάνουν άσχημες πράξεις και τελικά τους σκότωναν. Με κάποιο τρόπο πρέπει να είχε καταφέρει να μπει ο αέρας μέσα στο σπίτι του. Γι’ αυτό εκείνη φερόταν περίεργα και τον φώναζε να βγει από το δωμάτιο.

Σταμάτησε στη μέση του δρόμου. Δεν ήξερε αν έπρεπε να περάσει κάποια ώρα για να εμφανιστούν οι παραισθήσεις, αλλά εκείνος μέχρι στιγμής δεν έβλεπε τίποτα περίεργο. Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τον έναστρο ουρανό. Τα αστέρια έμοιαζαν σαν διαμαντάκια κεντημένα σε μαύρο φόντο. Ήταν τόσο διαφορετικά από τους ψεύτικους πλανήτες που ήταν ζωγραφισμένοι στην οροφή του δωματίου του. Εκείνη τη στιγμή, ακούστηκε ένας ήχος. Κατέβασε το βλέμμα του και το ‘‘κάρφωσε’’ σε δυο φώτα που πλησίαζαν απειλητικά. Ένα αυτοκίνητο ερχόταν κατά πάνω του με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Θα ορκιζόταν ότι άκουγε κάποιον να γελάει δυνατά μέσα από το ανοιχτό παράθυρό του. Είχε παραλύσει στη θέση του. Λίγο πριν πέσει πάνω του, κάποιος τον τράβηξε και τον έριξε στην άκρη του δρόμου. Ο Κόντι προσγειώθηκε μπρούμυτα, τη στιγμή που το αυτοκίνητο απομακρυνόταν και το παρανοϊκό γέλιο έσβηνε.

«Είσαι καλά, μικρέ;»

Μια κοπέλα ήταν γονατισμένη παραδίπλα και κρατούσε τα πλευρά της. Ο Κόντι έτρεμε από το φόβο του. Η εμφάνισή της δεν τον βοηθούσε να ηρεμήσει. Φορούσε σκούρα ρούχα, το πρόσωπό της ήταν χλωμό, ενώ τα χείλη και τα μάτια της μαύρα σαν πίσσα.

«Ναι», τραύλισε τελικά.

Εκείνη σηκώθηκε και του έδωσε το χέρι για να τον βοηθήσει.

«Είμαι η Λιν».

«Κόντι»

«Κόντι, τι κάνεις μόνος σου μέσα στη νύχτα;»

«Έπρεπε…» κόμπιασε, «Έπρεπε να φύγω», ψιθύρισε.

Η Λιν μισόκλεισε τα μάτια. «Από τι;»

Ο Κόντι κοίταξε πίσω του, προς το σκοτάδι. «Από κάποιον… που φορά το πρόσωπο της μητέρας μου».

«Μάλιστα», έκανε η Λιν. «Πόση ώρα είσαι έξω;»

Εκείνος ανασήκωσε τους ώμους. Η Λιν αναστέναξε.

«Ας δοκιμάσω μια άλλη ερώτηση… Είδες τίποτα περίεργο;»

Ο Κόντι κούνησε αρνητικά το κεφάλι.

«Ούτε εγώ. Αν και πολύ θα ήθελα…» παραδέχτηκε σιγανά για να μην την ακούσει.

Οι φωνές ολοένα και πλησίαζαν. Η Λιν πήρε μια βαθιά ανάσα. Το να βρεθεί με την ευθύνη ενός παιδιού, δεν ήταν καθόλου μέσα στα σχέδιά της. Έριξε μια ματιά στις φλέβες του αριστερού της χεριού. Στην πραγματικότητα, τίποτα από όλα αυτά δεν ήταν στα σχέδιά της. Αν είχε μείνει μέσα και είχε ακολουθήσει το αρχικό της πλάνο όλα θα ήταν πιο απλά. Κάγχασε.

«Έλα, μικρέ», είπε τελικά κι έτεινε το χέρι προς το μέρος του. «Πρέπει να φύγουμε από εδώ. Πλησιάζουν»

Ο Κόντι δίστασε. Θυμήθηκε τη μητέρα του, να του λέει ότι δεν πρέπει να τον αγγίζει κανείς χωρίς προστατευτική μάσκα και γάντια. Η Λιν όμως του είχε σώσει τη ζωή. Τον είχε αγγίξει και δεν είχε πάθει τίποτε. Έπιασε το χέρι της και την ακολούθησε.

***

Ο Γκρέγκορι ζωγράφιζε με μανία. Ήταν σκυμμένος πάνω από το τετράδιο. Το χέρι του ‘‘έτρεχε’’ στο χαρτί. Τελείωνε ένα σχέδιο, έσκιζε τη σελίδα και την πετούσε στο δρόμο. Άκουσε βήματα να πλησιάζουν. Ανασήκωσε ελαφρά το βλέμμα και είδε δυο ζευγάρια πόδια να έρχονται προς το μέρος του. Σταμάτησαν μπροστά του. Μια κοπέλα έσκυψε, και πήρε μία από τις ζωγραφιές. Κρατούσε από το χέρι ένα μικρό αγόρι. Ο Γκρέγκορι σήκωσε το κεφάλι, και την είδε να πλησιάζει το χαρτί στο πρόσωπό της. Στη συνέχεια τον κοίταξε. Εκείνος ζάρωσε στη θέση του. Η Λιν έστρεψε το σχέδιο προς το μέρος του. Απεικόνιζε μια γυναίκα που της έμοιαζε τρομερά, και κρατούσε από το χέρι ένα μικρό αγόρι.

«Πώς…;» ψέλλισε.

Έσκυψε και μάζεψε μερικές ακόμα ζωγραφιές. Τις κοιτούσε συνοφρυωμένη εναλλάσσοντάς τες γρήγορα μεταξύ τους. Έδειχναν ανθρώπους να παλεύουν μεταξύ τους, να αντικρύζουν τέρατα, ένα μικρό αγόρι να πηδάει από το παράθυρο, ένα αυτοκίνητο να έρχεται κατά πάνω του, μια γυναίκα να το σώζει… Τις άφησε να πέσουν στο έδαφος.

«Πώς τα ξέρεις όλα αυτά;» απόρησε.

Εκείνος σηκώθηκε και στάθηκε απέναντί της. Το βλέμμα του έμοιαζε ‘‘χαμένο’’ καθώς προσπαθούσε να εστιάσει. Τελικά το ‘‘κάρφωσε’’ στο δικό της.

«Τα είδα», ανασήκωσε τους ώμους.

«Πού τα είδες;»

«Εδώ» έδειξε με το δάχτυλο το κεφάλι του. «Βλέπω κι άλλα τώρα»

Κάθισε πάλι στο πεζοδρόμιο και ξεκίνησε να ζωγραφίζει. Η Λιν έκατσε δίπλα του κι έκανε νόημα στον Κόντι να πλησιάσει. Ο Γκρέγκορι τής έδωσε ένα καινούριο σχέδιο. Απεικόνιζε ανθρώπους να βγαίνουν τρέχοντας και χοροπηδώντας μέσα από ένα κτήριο και να κατευθύνονται προς την έξοδο της αυλής. Η εικόνα της φάνηκε γνωστή. Γύρισε απότομα πίσω και κοίταξε το ψυχιατρείο. Αυτό ήταν το κτήριο της ζωγραφιάς. Φωνές άρχισαν να ακούγονται. Τράβηξε τους άλλους δυο από τα μανίκια. Σηκώθηκαν.

«Πρέπει να φύγουμε από εδώ!»

Τους οδήγησε στο σπίτι της. Εκεί όμως, τους περίμενε μια δυσάρεστη έκπληξη. Η πόρτα ήταν σπασμένη, και το εσωτερικό του καιγόταν. Η Λιν κάθισε στο δρόμο και κάλυψε το πρόσωπο με τα χέρια της.

«Τι ζωγραφίζεις;» άκουσε τον Κόντι.

Σήκωσε το κεφάλι. Ο Γκρέγκορι καθόταν δίπλα της και σχεδίαζε. Όταν τελείωσε, έκοψε το χαρτί και της το έδωσε. Η Λιν το κοίταξε, το δίπλωσε και το έβαλε στην τσέπη.

«Ξέρω πού πρέπει να πάμε» είπε αμέσως.

Λίγη ώρα αργότερα, βρίσκονταν στην οδό Μπλούμινγκστον και χτυπούσαν το κουδούνι μιας πόρτας. Η Λιν είχε κολλήσει το αυτί της πάνω και προσπαθούσε να αφουγκραστεί παρά τη φασαρία που γινόταν στους δρόμους. Όταν σιγουρεύτηκε πως κάποιος ήταν από πίσω, σήκωσε το σκίτσο μπροστά στο ματάκι. Το εξωτερικό φως ήταν αναμμένο. Ήξερε ότι θα φαινόταν ολοκάθαρα. Μετά από μερικά εφιαλτικά δευτερόλεπτα σιωπής, ακούστηκε ο ήχος ξεκλειδώματος. Ένας νέος, συνομήλικός της άντρας φάνηκε στο άνοιγμα, χωρίς να έχει βγάλει τον σύρτη.

«Τίμοθι Μπράουν;» ρώτησε η Λιν.

Εκείνος ένευσε.

«Άκουσα την εκπομπή σου. Από εδώ ο Κόντι και ο Γκρέγκορι. Χρειαζόμαστε βοήθεια»

Εκείνος δίστασε. Οι φωνές και τα ουρλιαχτά πλησίαζαν. Η Λιν τον κοίταξε παρακλητικά. Ο Τίμοθι αναστέναξε, απασφάλισε την πόρτα και παραμέρισε.

***

«Για να καταλάβω…» έκανε λίγη ώρα αργότερα ενώ κάθονταν στο σαλόνι. Ο Κόντι έπινε χυμό, ο Γκρέγκορι ζωγράφιζε και η Λιν είχε τυλιγμένα τα χέρια γύρω από τα μπράτσα της. «…κανείς από εσάς δεν έχει παραισθήσεις;»

«Εγώ, όχι, ούτε ο Κόντι. Όσο για τον Γκρέγκορι, δεν νομίζω ότι τα σχέδιά του θεωρούνται παραισθήσεις. Μάλλον προφητικά θα τα έλεγα»

«Εκείνος με ζωγράφισε;»

«Ναι. Εκείνος σχεδίασε έναν άντρα με ακουστικά στα αυτιά που μιλούσε σε ένα μικρόφωνο μπροστά στο παράθυρο. Στον τοίχο ήταν γραμμένη η οδός ‘Μπλούμινγκστον’. Άκουσα την εκπομπή σου νωρίτερα. Είχες πει τη διεύθυνσή σου και υπέθεσα ότι θα ήσουν εσύ»

«Ούτε εγώ ξέρω γιατί την ανακοίνωσα. Ίσως… ίσως μέσα μου πίστευα πως θα ήμουν τυχερός και θα βρισκόταν κάποιος που θα γλίτωνε κι εκείνος και θα ερχόταν να με βρει», παραδέχτηκε.

«Εδώ είμαστε λοιπόν», σχολίασε η Λιν. «Γιατί όμως;» αναρωτήθηκε. «Γιατί δεν επηρεαστήκαμε; Ήθελα όσο τίποτε άλλο να δω αυτά που έβλεπαν οι άλλοι. Ήθελα να χαθώ μέσα σε έναν κόσμο παραισθήσεων, να βουλιάξω και να μείνω εκεί για πάντα…»

Σταμάτησε απότομα. Είχε πει τις σκέψεις της φωναχτά.

«Ίσως γι’ αυτό», απάντησε αμέσως ο Τίμοθι. «Δεν φοβήθηκες. Αποζητούσες αυτό που οι άλλοι έτρεμαν. Ήθελες να το ζήσεις, γι’ αυτό δεν σε επηρέασε. Εσύ, Κόντι; Φοβόσουν;»

Το αγόρι έμεινε σιωπηλό.

«Όχι», είπε τελικά. «Δεν φοβόμουν. Ήθελα να φύγω από το σπίτι, από το δωμάτιο που με κρατούσαν κλειδωμένο. Ήθελα να βγω έξω, γιατί ήμουν σίγουρος πως τίποτα δεν θα ήταν χειρότερο από αυτό που ζούσα τόσα χρόνια»

Ο Τίμοθι στράφηκε προς τον Γκρέγκορι.

«Γκρέγκορι;» ρώτησε διστακτικά.

«Εγώ ζωγραφίζω», απάντησε χωρίς να σηκώσει το κεφάλι από το τετράδιο. «Κι όταν βλέπω τη ζωγραφιά μου, δεν φοβάμαι γιατί ξέρω τι θα δω. Δεν φοβάμαι το άγνωστο γιατί το γνωρίζω πια»

«Κι εσύ;» ρώτησε η Λιν τον Τίμοθι.

«Εγώ… εγώ μια ζωή ‘κυνηγούσα’ το μεγάλο θέμα», κάγχασε. «Δεν φοβόμουν τίποτα. Ήμουν πρόθυμος να ρισκάρω τα πάντα προκειμένου να το βρω. Τώρα που το βρήκα, δεν υπάρχει κανείς να με ακούσει… Έχω μαζέψει προμήθειες γι’ αρκετό καιρό στο υπόγειο», είπε και σηκώθηκε. «Είμαστε ασφαλείς εδώ, αρκεί να καταφέρουμε να κρατήσουμε τους υπόλοιπους έξω».

«Θα το ξέρουμε αν έρθουν», είπε η Λιν κι έδειξε τον Γκρέγκορι με ένα νεύμα.

***

Δύο εβδομάδες μετά…

Ο Τίμοθι είχε καταφέρει να επαναλειτουργήσει ένα παλιό σύστημα ασφαλείας του κτιρίου, που συνδεόταν με μερικές κάμερες του δρόμου και έναν εφεδρικό server. Λειτουργούσαν με μπαταρίες και μικρές γεννήτριες που είχε στο υπόγειο. Όλο αυτό το διάστημα παρακολουθούσαν τις εξελίξεις. Έβλεπαν τους ανθρώπους να αλληλοσκοτώνονται στους κοντινούς δρόμους, σπίτια και αυτοκίνητα να καίγονται. Φωνές και ουρλιαχτά ακούγονταν συνεχώς από τα ηχεία. Οι ανησυχίες της Λιν και του Τίμοθι για τον Γκρέγκορι και την ψυχική του υγεία ευτυχώς δεν επιβεβαιώθηκαν. Ήταν ήρεμος, παρόλο που δεν έπαιρνε τα χάπια του. Ζωγράφιζε συνεχώς.

Τις τελευταίες μέρες, οι φωνές και η φασαρία είχαν κοπάσει. Οι δρόμοι ήταν γεμάτοι πτώματα και καταστροφές. Ολόκληρη η γη είχε μετατραπεί σε ένα τεράστιο νεκροταφείο. Τα ζώα τρέφονταν με τους νεκρούς.

«Τόσος καιρός χρειάστηκε λοιπόν για να καταστραφεί ο κόσμος», μουρμούρισε ο Τίμοθι.

«Ελάτε να δείτε!» φώναξε ο Κόντι που καθόταν μπροστά στον υπολογιστή.

Μια κάμερα, έδειχνε ένα ελάφι να κοιτάζει προς το μέρος τους. Μια άλλη έδειχνε ένα ρακούν﮲ μια άλλη έναν ελέφαντα.

«Όχι για να καταστραφεί», διόρθωσε η Λιν. «Για να αναγεννηθεί»

«Αν η ανθρωπότητα εξαφανιστεί», άρχισε ο Τίμοθι, «ο αέρας θα γίνει καθαρότερος, τα ζώα θα κυκλοφορούν ελεύθερα, χωρίς να φοβούνται, όλα θα είναι παρθένα ξανά… Ο πλανήτης εκδικήθηκε με τον πιο βίαιο τρόπο για το κακό που του κάναμε. Μας έβαλε να αλληλοσκοτωθούμε, όπως ‘σκοτώναμε’ τη φύση, τα ζώα, τους ωκεανούς, το κλίμα… Κι εμείς;» αναρωτήθηκε.

Ο Γκρέγκορι πλησίασε και έδειξε στη Λιν μια ζωγραφιά. Ήταν ένα σκίτσο που απεικόνιζε τα πρόσωπά τους να κοιτάζουν προς τον ανατέλλοντα ήλιο. Κάτω από αυτό, είχε σχεδιάσει διάσπαρτα άλλα πρόσωπα σε κάθε ήπειρο. Όλοι κοιτούσαν προς την ανατολή. Στην άκρη του χαρτιού υπήρχε το σκίτσο ενός άντρα που ζωγράφιζε.

«Υπάρχουν κι άλλοι σαν εμάς», είπε η Λιν, κοιτάζοντας την ανατολή. «Άνθρωποι που έζησαν το χειρότερο, που δεν φοβήθηκαν το άγνωστο. Είμαστε η νέα αρχή. Είμαστε οι εκλεκτοί. Πρέπει να τους βρούμε»

Ερωδίτη Παπαποστόλου

Το διήγημα κέρδισε στον διαγωνισμό που διοργάνωσε το Fantasy Festival το 2020, με θέμα “Η Επόμενη Μέρα” και εκδόθηκε σε συλλογικό τόμο.

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading