Οι ακτίνες του ήλιου που τρύπωσαν στο δωμάτιο από το μισάνοιχτο παντζούρι, της ζέσταναν το πρόσωπο. Άνοιξε τα μάτια της. Το δωμάτιο παρέμενε σκοτεινό πάρα το ελάχιστο φως. Έκανε να τεντωθεί μα το κορμί της διαμαρτυρόταν σθεναρά από την πολυθρόνα όπου κοιμήθηκε.
Κοίταξε τον τεράστιο όγκο πάνω στο κρεβάτι της. Πλησίασε και ακούμπησε απαλά το χέρι της στην πλάτη του για να δει αν εκείνος ανέπνεε. Μόλις βεβαιώθηκε, πλησίασε το παράθυρο, έκλεισε τις κουρτίνες, έσυρε το ταλαιπωρημένο της κορμί στη ντουλάπα να πάρει πετσέτες και ρούχα και αθόρυβα βγήκε από το δωμάτιό της.
Έβαλε την καφετιέρα σε λειτουργία και προχώρησε στο μπάνιο. Το καυτό νερό χαλάρωσε τα νεύρα του κορμιού της που την κρατούσαν σε εγρήγορση. Τυλίχθηκε με το μακρύ μπουρνούζι της, έβαλε μια μεγάλη κούπα καφέ και έπεσε βαριά στον μεγάλο καναπέ στο σαλόνι.
Κρατώντας την κούπα της σφιχτά, άφησε το νου της ελεύθερο να τρέξει στο βράδυ που πέρασε…
Εκείνη και τα κορίτσια στο αγαπημένο τους μαγαζί. Ποτά. Γέλια. Χορός. Ο χρόνος εκεί μέσα κυλούσε πάντα διαφορετικά. Ξαφνικά, άνοιξε η πόρτα και μπήκε εκείνος. Η ψηλόλιγνη μα γεροδεμένη φιγούρα του, την έκανε να ανατριχιάζει. Τις πλησίασε…
“Γεια σας κορίτσια μου!”. Η Μελίνα και η Τάνια, οι φίλες της, τον αγκάλιασαν σφιχτά. Εκείνη είχε μείνει λίγο πιο πίσω να πίνει το ποτό της. Εκείνος την πλησίασε και την τράβηξε από το χέρι στην αγκαλιά του.
“Ιουστίνα μου!”. Η Ιουστίνα χώθηκε στην αγκαλιά του. Της είχε λείψει αυτός ο άντρας ό,τι και αν έλεγε. Ό,τι και αν έκανε.
“Αχ μωρέ, Σωκράτη! Όλο φεύγεις, έρχεσαι. Σε ησυχία δεν κάθεσαι!”, του είπε χαριτολογώντας και γέλασαν και οι δύο.
Το βράδυ τους κυλούσε με πολύ ποτό και χορό. Η παρέα τους ήταν από τις καλύτερες παρέες του μαγαζιού και πάντα, άθελά τους, γίνονταν το επίκεντρο. Ο Σωκράτης όλο το βράδυ είχε αγκαλιά του την ο Ιουστίνα. Δεν την άφηνε. Για τις φίλες της ήταν κάτι φυσικό. Ήξεραν ότι αυτοί οι δύο δεν μπορούσαν χώρια και ας μην το παραδεχόταν κάνεις. Για τον Σωκράτη γινόταν αβίαστα μα για την Ιουστίνα ήταν μαρτύριο.
Τον ήθελε πολύ. Από την πρώτη στιγμή. Από την πρώτη λέξη που αντάλλαξαν, χάθηκε στα μαύρα μάτια του. Στα μαύρα μαλλιά του. Στα στιβαρά του χέρια. Στο ατελείωτο κορμί του που στα μάτια της φάνταζε ανεξερεύνητο μονοπάτι. Αχ! Ήθελε τόσο να περπατήσει σε αυτό το μονοπάτι! Χάθηκε στο τετραπέρατο μυαλό του και στο αιχμηρό χιούμορ του.
Την τράβηξε σαν μαγνήτης. Αν μπορούσε να φύγει μακριά θα το έκανε, αλλά ήταν αδύνατο. Την έλκυε κάθε σπιθαμή του κορμιού και της προσωπικότητάς του. Είχε παλέψει σθεναρά να αντισταθεί και το είχε καταφέρει. Εκτός φυσικά από ένα βράδυ πριν ενάμιση χρόνο.
Ένα φιλί. Μεθυσμένο μα παθιασμένο. Ένα φιλί που ήρθε αβίαστα όταν τον άφησε έξω από το σπίτι του. Έκρυψε εκείνος μπροστά και τσουπ, ακούμπησε τα χείλη του στα δικά της. Ένα φιλί που τη διέλυσε. Αυτό το “τόσο λίγο” την είχε κάνει κομμάτια. Και το έθαψε όσο πιο βαθιά μπορούσε. Δεν το συζήτησαν ποτέ ξανά και να που τώρα, εκείνος κοιμάται στο κρεβάτι της έπειτα από ένα τρελό μεθύσι. Τον πήγε σπίτι της μη μπορώντας να τον αφήσει μόνο του και εκείνος απλά έπεσε στο κρεβάτι της.
Ένας θόρυβος την επανέφερε στην πραγματικότητα και έτριψε τον λαιμό της.
“Πονάς;”. Δεν τον είχε ακούσει να βγαίνει από το δωμάτιο και να την πλησιάζει. Γύρισε και τον κοίταξε. Βρεγμένος και ημίγυμνος. Πόση ώρα σκεφτόταν; Κοίταξε το ρολόι.
“Έκανα ένα μπάνιο και πήρα ρούχα από το κουτί στην ντουλάπα. Εκείνο το μικρό για τους φίλους σου!”
Η Ιουστίνα του χαμογέλασε και έπιασε το κεφάλι της ξανά.
“Πονάς; Πού κοιμήθηκες; Στον καναπέ ή στην πολυθρόνα; Γιατί μαζί μου αποκλείεται. Το κρεβάτι είναι ακόμα στρωμένο!”
“Στην πολυθρόνα!”. Σιωπή. “Έχει καφέ στην κουζίνα, παυσίπονα και βιταμίνες στο πάνω ντουλάπι και αν πεινάς, πίτα στο ψυγείο!”
Εκείνος πήρε μια κουβέρτα και την σκέπασε. Τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού και εξαφανίστηκε στην κουζίνα. Η Ιουστίνα έκλεισε τα μάτια της και βυθίστηκε σε δευτερόλεπτα σε έναν βαθύ ύπνο μα ένας δυνατός ήχος την ξύπνησε.
“Σωκράτη; Είσαι καλά;”. Εκείνος δεν απάντησε μα εμφανίστηκε κρατώντας έναν μεγάλο δίσκο με γεμάτο καλούδια και λουλούδια. Η Ιουστίνα τον χάζευε.
“Τι είναι αυτά;”, τον ρώτησε. Δεν της απάντησε. Έκατσε δίπλα της στον καναπέ με τον δίσκο στα πόδια του και την σκέπασε πάλι.
“Εσύ είσαι γυμνός, εμένα σκεπάζεις;”, του ρώτησε η Ιουστίνα χαριτολογώντας μα ο Σωκράτης συνοφρυώθηκε.
“Τι έπαθες;”, τον ρώτησε στρέφοντας το κορμί της προς το μέρος του. Ο Σωκράτης ανακάθισε.
“Ιουστίνα, μην με πλησιάζεις!”. Η Ιουστίνα πάγωσε. “Μην με παρεξηγείς, απλά μου είναι πολύ δύσκολο να είμαστε εδώ μαζί και εσύ να είσαι με μια ρόμπα και εγώ να είμαι ακόμα μεθυσμένος και να σε θέλω τόσο…”
“Ορίστε;”
Ο Σωκράτης άφησε τον δίσκο στο τραπεζάκι μπροστά του και γύρισε προς το μέρος της. Με τα δάχτυλά του παραμέρισε κάτι τούφες που είχαν ξεφύγει από το κλάμερ της. Η Ιουστίνα είχε παραλύσει στο άγγιγμά του. Έκλεισε τα μάτια και έγειρε το κεφάλι της προς τα πίσω για να το απολαύσει. Ο Σωκράτης την πλησίασε και φίλησε στον εκτεθειμένο λαιμό της.
“Ιουστίνα;”
“Μμμμ….”
“Θυμάσαι εκείνο το φιλί μας;”. Η Ιουστίνα πετάχτηκε λες και τη χτύπησε ηλεκτρικό ρεύμα.
“Ναι!”. Έσφιξε πάνω της τη ρόμπα για προστασία.
“Ει, τι έπαθες;”, τη ρώτησε.
“Σωκράτη μου… Εγώ… Δεν γίνεται να ξεχάσω…”
Ο Σωκράτης την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε με όσο πάθος είχε μέσα του. Με μια κίνηση της έλυσε τα μαλλιά της και τα άφησε ελεύθερα στους ώμους της. Πέρασε τα χέρια από μέσα τους και τα τράβηξε ελαφρώς ώστε να αφήσει εκτεθειμένο τον υπέροχο λαιμό της. Η Ιουστίνα είχε παραλύσει με το άγγιγμα και τα φιλιά τους. Στη συνέχεια, της έλυσε και τη ρόμπα αφήνοντας το γυμνό κορμί της στα χέρια του. Τα χέρια της Ιουστίνας ταξίδεψαν στον γυμνό θώρακά του, φέρνοντας τον όλο και πιο κοντά της, βαθαίνοντας όλο και περισσότερο το φιλί. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά, δύο γυμνά σώματα ενώθηκαν αρμονικά κάτω από την πολύχρωμη κουβέρτα στον μεγάλο καναπέ. Χέρια πλεγμένα. Ανάσες κόφτες. Πόθος και πάθος. Ένας χορός για δύο σε απόλυτη αρμονία. Ενα ταξίδι δίχως προορισμό. Μια ένωση που ήθελαν απεγνωσμένα και οι δύο και ας μην το παραδέχονταν.
“Θα φας; Ο καφές πάγωσε να ξέρεις!”, της είπε γελώντας φέρνοντας τον δίσκο στην αγκαλιά του. Η Ιουστίνα είχε ξαπλώσει διπλα του έχοντας κλειστά τα μάτια.
“Κοιμήθηκες;”
“Όχι… Σκέφτομαι!”
“Τι;”
“Όλο αυτό!”
“Ποιο; Το ότι σε θέλω και με θες τόσο καιρό ή ότι αργήσαμε να το παραδεχτούμε; Θα φας;”
Η Ιουστίνα χωρίς να τον κοιτάξει πήρε ένα τοστ από το δίσκο και σηκώθηκε καθιστή.
“Όντως με θες;”
“Καλά με κοροϊδεύεις;”. Το γέλιο του Σωκράτη την έκανε να χαμογελάσει.
“Όχι, δεν σε κοροϊδεύω, αλλά… άστο καλύτερα. Ας μην ξέρω!”. Φόρεσε τη ρόμπα της, σκεπάστηκε με την κουβέρτα και άρχισε να τρώει. Ο Σωκράτης την παρατηρούσε έχοντας ένα χαμόγελο κολλημένο στο πρόσωπο. Άφησε το δίσκο δίπλα του και την αγκάλιασε..
“Έλα εδώ μωρέ! Έλα εδώ! Τι δεν θες να ξέρεις; Ότι σε θέλω από την πρώτη στιγμή; Ότι εκείνο το φιλί μας, τότε, δεν ήταν ποτέ μεθυσμένο; Ήθελα τόσο πολύ να το κάνω, αλλά επειδή δεν ήξερα πώς θα αντιδράσεις, έκανα ότι είμαι λιώμα; Ότι όπου και αν είμαι, ό,τι και να κάνω, πάντα εσένα σκέφτομαι; Ιουστίνα μου, δεν μπορώ άλλο να είμαι χωρίς εσένα!”
Η Ιουστίνα τον κοιτούσε έχοντας ανοιχτό το στόμα και κρατώντας μετέωρο το μισοφαγωμένο τοστ. Ο Σωκράτης συνέχιζε να την κοιτάει χαμογελώντας και να την κρατάει στην αγκαλιά του.
“Είσαι τελείως βλάκας!”, του είπε και τον φίλησε με όλο τον καταπιεσμένο έρωτα που είχε για εκείνον τόσο καιρό.
“Είμαι γιατί άφησα τόσο καιρό να πάει χαμένος, όμως είμαι και κομμάτια. Πάμε στο κρεβάτι να κοιμηθούμε λιγάκι;”.
Η Ιουστίνα πετάχτηκε από τον καναπέ, άφησε το τοστ στον δίσκο και άφησε την ρόμπα της να πέσει στο πάτωμα. Ο Σωκράτης την κοιτούσε έκπληκτος.
“Δεν ξέρω αν θα κοιμηθούμε αμέσως, όμως πάμε. Έχουμε να καλύψουμε τον χαμένο χρόνο που άφησες να περάσει!”
Κατερίνα Μοχράνη
