Ο Τάκης ήταν φύλακας σε ένα μεγάλο σούπερ μάρκετ στα προάστια της πόλης του. Με μέτριο ύψος αλλά γεροδεμένο σώμα και κοφτερό βλέμμα που δεν άφηνε τίποτα να περάσει απαρατήρητο. Ήταν μεγάλη ευλογία η δουλειά αυτή μετά από πολλούς μήνες ανεργίας. Θα μπορούσε ξανά να προσφέρει στην οικογένειά του και στα δύο μικρά παιδιά του.
Ένα κορίτσι και ένα αγόρι είχε ο Τάκης, σε μικρές ηλικίες με μεγάλες ανάγκες. Στεκόταν περήφανος στην είσοδο κάθε βράδυ που έπιανε βάρδια. Δύσκολη ώρα μα πιο δύσκολη η πείνα και αυτό το ήξερε καλά. Γρήγορα έγινε φίλος με τους άλλους φύλακες και τους υπαλλήλους. Ήταν τόσο καλό το κλίμα στο μαγαζί αυτό, που ήταν σαν να μπήκε μέσα σε μια οικογένεια. Δεν θα μπορούσε να ζητήσει κάτι καλύτερο.
Κάθε χρόνο, γινόταν όλο και καλύτερος στην δουλειά του και ήταν πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του και με όσα είχε καταφέρει. Το φαΐ δεν έλειπε ποτέ από το οικογενειακό τραπέζι και όσο βασικό κι αν είναι αυτό, δεν είναι καθόλου δεδομένο. Γιατί ξεχνάμε πως πολλοί άνθρωποι γύρω μας γυρνούν στο σπίτι τους και το τραπέζι τους είναι άδειο. Και κάποιοι άλλοι γυρνάνε σπίτι τους και είναι άδεια η καρδιά τους.
Αυτήν έχασε ο Γιάννης, την καρδιά του, την αγάπη της ζωής του, την γυναίκα του. Την τσάκισε μια αρρώστια, τόσο γρήγορα και ξαφνικά, που δεν πρόλαβε να καταλάβει ότι την χάνει. Έφυγε εκείνη και έμεινε αυτός να την ψάχνει. Να την αναζητά σε βρεγμένους δρόμους, στην σιωπή της νύχτας, σε ένα μπουκάλι ουίσκι. Να την φωνάζει μες τον ύπνο του, στην άκρη της φουρτουνιασμένης θάλασσας, στον λαβύρινθο του νου του που δεν έβρισκε πια τον δρόμο να βγει. Και έτσι έχασε τον ύπνο του, την όρεξή του, την δουλειά του, τα μισά του κιλά και κάθε ελπίδα για ζωή. Με τις τελευταίες του οικονομίες μπήκε εκείνο το βράδυ, λίγο πριν κλείσει το σούπερ μάρκετ, να πάρει άλλο ένα μπουκάλι ουίσκι.
Ο Τάκης μόλις είχε φτάσει στο πόστο του και το βλέμμα του έπεσε αμέσως σε αυτόν τον άντρα. Ταλαίπωρος με το σώμα κυρτό, απεριποίητος με ανάκατα μούσια, σιωπηλός με το βλέμμα χαμηλά, κουρασμένος με βήμα αργό, χαμένος μέσα στον κόσμο γύρω του και στον δικό του. Τον παρατήρησε που έπιασε ένα μπουκάλι ουίσκι και ένα φρούτο. Αυτά μόνο πήρε και πήγε προς το ταμείο. Εκεί έβγαλε μια χούφτα κέρματα και στάθηκε μέχρι να τα μετρήσει η ταμίας. Είδε έναν πελάτη να κάνει δύο βήματα πίσω για να κρατήσει απόσταση. Έναν άλλον να κοιτάει προς το μέρος του και να γελάει με την κοπέλα του. Η ταμίας κούνησε θετικά το κεφάλι και φύλαξε τα κέρματα που δεν φτάνανε, μα αργότερα θα τα συμπλήρωνε η ίδια.
Δύο βράδια αργότερα, λίγο πριν το κλείσιμο, μπήκε ξανά ο ίδιος άνθρωπος μέσα, πήρε το ίδιο μπουκάλι ουίσκι και το ίδιο φρούτο. Ο Τάκης που τον είδε, φώναξε έναν συνάδελφο και του είπε να βάλει ένα ψωμί και ένα ζαμπόν σε μια τσάντα και να του τα δώσει όταν θα βγει από το μαγαζί.
«Του τα έδωσες;» τον ρώτησε μερικά λεπτά αργότερα.
«Ναι, να εκεί κάθεται»
«Πού; Στον δρόμο;»
«Ναι, άστεγος πρέπει να είναι»
Ο Τάκης σχόλασε το πρωί και είδε τον άντρα να κάθεται ακόμη στο πεζοδρόμιο, δίπλα στα καρότσια. Ο δυνατός ήλιος και η αϋπνία τον ζάλισαν. Ήθελε όσο τίποτα να γυρίσει σπίτι, να προλάβει τα παιδιά πριν φύγουν για το σχολείο και την γυναίκα του για την δουλειά της και να πέσει στο κρεβάτι ως το μεσημέρι. Κοίταξε το άδειο μπουκάλι στα χέρια του άντρα και ανάμεσα στα πόδια του ένα καπέλο γυρισμένο ανάποδα με δύο κέρματα μέσα. Τον πλησίασε αργά για να μην τον τρομάξει και ρώτησε αν μπορεί να καθίσει για λίγο μαζί του.
«Ένα ουίσκι και ένα μήλο», είπε ο Τάκης και έριξε μερικά κέρματα μέσα.
«Γιάννης», άπλωσε διστακτικά το χέρι του.
«Τάκης», το έπιασε σφιχτά και το έκλεισε στα δικά του.
«Είναι η αγαπημένη μου ώρα. Διαλύονται τα σκοτάδια. Μα μετά… Πάλι από την αρχή. Δεν σε πειράζει η αϋπνία;»
«Πρέπει να φροντίσω την οικογένειά μου. Κάνω αυτό που πρέπει. Εσύ; Έχεις κάποιον;»
«Είχα. Είχα την Κυριακή μου. Την γυναίκα μου. Χωρίς αυτήν δεν έχω τίποτα πια»
«Και… πού μένεις; Εδώ γύρω;»
«Εδώ γύρω, ναι. Με έδιωξαν από το σπίτι μας, δεν μπορούσα να πληρώνω πια το νοίκι. Μου έδωσε ένας άνθρωπος μια αποθήκη. Πίσω από το σούπερ μάρκετ. Του δίνω ό,τι βγάζω. Ό,τι μπορώ. Τα υπόλοιπα τα πίνω», κούνησε το άδειο μπουκάλι.
Ο Τάκης μαγκώθηκε. Δεν ήξερε τι να του πει. Να μην πονά; Να μην πίνει; Εύκολα τα λόγια. Δύσκολη η πραγματικότητα.
«Ευχαριστώ για το ψωμί. Ξέρω εσύ το έκανες»
Κατέβασε πάλι το κεφάλι ο Τάκης. Θυμήθηκε πόσες φορές άνοιξε τα ντουλάπια και δεν είχαν λίγο ψωμί να φάνε τα παιδιά. Και έπιανε η γυναίκα του λίγο αλεύρι και έκανε ένα μικρό φραντζολάκι και διασκέδαζαν την φτώχεια τους. Μα τα παιδιά δεν ήξεραν ότι αύριο πάλι θα αγωνιούν οι γονείς τους να βρεθεί φαΐ. Έβλεπαν την μάνα να ζυμώνει, να ψήνει, να μοσχοβολάει το σπίτι. Ύστερα λίγες σταγόνες λάδι, μια πρέζα αλάτι και μια χούφτα αγάπη. Εκείνος ο άντρας όμως είχε μονάχα ένα ξερό ψωμί.
«Τι θα κάνουμε;» μάζεψε την επόμενη μέρα ο Τάκης τους συναδέλφους σε ένα διάλειμμα να μιλήσουν.
«Εγώ του έφερα σήμερα μερικά ρούχα. Ένα παλτό και ένα παλιό ζευγάρι παπούτσια του άντρα μου. Θα πιάσει πολύ κρύο τις επόμενες μέρες», είπε μια υπάλληλος.
«Το ψωμί και το ζαμπόν ήταν καλή ιδέα. Εγώ θα του δίνω κάθε μέρα. Θα έχει το φαγητό του», είπε ένας άλλος.
«Εγώ τσοντάρω στο ταμείο. Πάντα του λείπουν ψιλά», είπε μια γυναίκα.
«Εγώ θα του πάω δύο μπύρες. Ίσως κόψει το ουίσκι πιο εύκολα», είπε ένας φύλακας.
«Και εγώ θα έπινα στην θέση του», είπε ένας άλλος και κατέβασε το κεφάλι.
Σιωπή. Σκέψεις. Ιδέες. Συμφωνία. Έτσι έγινε. Οι υπάλληλοι του σούπερ μάρκετ ανέλαβαν το φαγητό και το ποτό του. Έμπαιναν έβγαιναν για την δουλειά τους και εκεί ο Γιάννης, δίπλα στα καροτσάκια καθισμένος με ένα καπέλο γυρισμένο ανάποδα με δύο κέρματα μέσα. Πότε είχε στο χέρι ένα μπουκάλι ουίσκι και πότε ένα άδειο κουτί μπύρας.
Ένα Σάββατο πρωί, ανέλαβε ο Τάκης να πάει τα παιδιά στο κατηχητικό γιατί δούλευε η γυναίκα του. Όταν τελείωσε το μάθημα και βγήκαν για παιχνίδι, έκατσε να τα χαζεύει να τρέχουν ζωηρά πέρα δώθε και να παίζουν με τα άλλα παιδάκια.
«Πώς είστε σήμερα;» τον ρώτησε η πρεσβυτέρα.
«Καλά λέμε. Δόξα τω Θεώ. Ξέρετε, είμαι προβληματισμένος. Θα ήθελα την γνώμη σας»
Έτσι έκατσε και είπε στην κοπέλα την ιστορία του Γιάννη. Και όταν τελείωσε, της έκανε μια πολύ σημαντική ερώτηση.
«Πώς μπορώ να τον βοηθήσω πραγματικά;»
Εκείνη πήγε κάτι να πει μα κρατήθηκε. Έσφιξε τα χείλη. Ο Τάκης το κατάλαβε.
«Θέλω να κάνω το σωστό. Πες μου ποιο είναι και θα το κάνω», συμπλήρωσε.
Η κοπέλα ζήτησε ένα λεπτό να το σκεφτεί. Τι ερώτηση μεγάλη σε ένα κορίτσι νέο. Κατάλαβε πως όντως ό,τι του έλεγε θα το έκανε. Και ένιωσε σαν να ήταν το μέλλον ενός ανθρώπου στα χέρια της. Σαν να κρεμόταν η ψυχή του στην αγκαλιά της. Από μια απάντησή της. Μα αυτό ήταν το λειτούργημα που υπηρετούσε με τον άντρα της. Αυτό το βάρος έπρεπε να σηκώνει. Και δεν ήθελε να δίνει κούφιες συμβουλές. Δεν ήθελε να βάζει ένα τσιρότο πάνω στην πληγή. Γιατί η πληγή στην ψυχή δεν γιάνει έτσι. Ζήτησε βοήθεια από τον Θεό να απαντήσει αντί για αυτήν. Και τότε μόνο μίλησε.
«Όσο του φέρεστε σαν να είναι ζητιάνος, ζητιάνος θα παραμείνει. Και τότε εσείς θα φταίτε για την κατάληξή του»
Πάγωσαν και οι δύο με αυτά τα λόγια. Της φάνηκε σκληρό αυτό που ξεστόμισε. Μα βγήκαν σαν νερό οι λέξεις. Σαν να έπρεπε να το πει. Και ο Τάκης αιφνιδιάστηκε. Δεν ήταν δηλαδή αρκετά τα ρούχα και το φαΐ; Μα πώς να είναι; Ο Γιάννης ήταν ακόμα στην ίδια κατάσταση όπως όταν τον πρωτοείδε. Η διαφορά ήταν τα ρούχα και το φαΐ. Αλλαγή δεν υπήρχε καμία, ήταν ακόμα αλκοολικός και μάλιστα το ποτό του το αγόραζαν εκείνοι! Ήταν ακόμα σε κατάθλιψη για τον χαμό της γυναίκας του. Ήταν ακόμα χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι. Ήταν ακόμη μόνος.
«Μα πώς δεν το είχα δει;» έφυγε σχεδόν τρέχοντας.
Γύρισε σπίτι με τα παιδιά και περίμενε να σχολάσει η γυναίκα του για να της μιλήσει. Συμφώνησε και εκείνη ότι όσο ο άνθρωπος είναι κάτω, δεν έχει νόημα να του χαϊδεύεις την πλάτη. Αφού ήθελαν πραγματικά να τον βοηθήσουν, αυτό που έπρεπε να κάνουν ήταν να τον τραβήξουν να σηκωθεί ξανά όρθιος. Να πατήσει πάλι στα πόδια του. Να κερδίσει ξανά την ζωή του. Να βρει νόημα και ελπίδα. Γιατί αλλιώς θα έμενε για πάντα ζητιάνος και εκείνοι θα τον είχαν βοηθήσει σε αυτό.
Το ίδιο βράδυ, ο Τάκης μάζεψε τους συναδέλφους σε ένα διάλειμμα να τους μιλήσει. Τους εξήγησε πως έπρεπε να αλλάξουν τακτική αμέσως.
«Όλοι αγαπάμε τον Γιάννη. Έχουμε δεθεί πολύ μαζί του. Ξέρουμε πως είναι ένας άνθρωπος που τον χτύπησε σκληρά η ζωή. Τον βλέπουμε τόσο καιρό πεσμένο κάτω και τον σκεπάζουμε με μια κουβέρτα, του δίνουμε λίγο φαΐ να φάει και ποτό να πιει. Δεν αλλάζει κάτι έτσι. Ήταν άστεγος και τον κάναμε ζητιάνο. Και έτσι θα μείνει αν δεν αλλάξουμε τακτική. Θα είναι δύσκολο. Θα είναι σκληρό. Μα πρέπει να γίνει. Είστε μέσα;»
Τα χρόνια που ακολούθησαν δεν ήταν απλά δύσκολα, ήταν βάρβαρα. Έπρεπε να ξεριζωθεί ο παλιός εαυτός του. Να αναγεννηθεί η ύπαρξή του. Βήμα βήμα έγινε αυτό. Το ποτό ήταν το πιο επώδυνο. Δεν μπορούσε να το αποχωριστεί. Χωρίς αυτό θυμόταν κάθε στιγμή ότι έχασε την γυναίκα του και η πραγματικότητα ήταν αβάσταχτη. Ύστερα μια δουλειά στο σούπερ μάρκετ. Μαζί με τους φύλακες και τους υπαλλήλους που έγιναν η νέα του οικογένεια. Μετά ένα μικρό διαμέρισμα στην πόλη. Σε μια πόλη που δεν έχει άστεγους. Γιατί το χέρι ανθρωπιάς δεν αρκεί να χαϊδεύει το κεφάλι. Πρέπει να το δίνει και να σηκώνει τον άνθρωπο από το πάτωμα. Να τον τραβάει έξω από την κόλασή του. Και τότε ο άνθρωπος γίνεται φύλακας της ψυχής, όμοιος με φύλακα άγγελο. Αυτό έγινε ο Τάκης για τον Γιάννη και έχτισε για αυτόν έναν νέο παράδεισο.
*Βασισμένο σε αληθινή ιστορία.
CC
