Μήνας του μέλιτος δεύτερης ευκαιρίας

Ακριβώς ένα χρόνο πριν, τέτοια μέρα, θα ξεκινούσε ο μήνας του μέλιτος. Το σχεδίαζαν καιρό πριν. Ήταν ο αγαπημένος προορισμός και των δύο. Η ζωή όμως ανατρεπτική.

Οι γονείς και οι αδερφές του Ορφέα, ποτέ δεν ενέκριναν την Χρυσή. Επτά χρόνια μεγαλύτερή του και μια απλή πωλήτρια. Είχαν άλλα όνειρα για τον γιο και αδερφό τους, ήδη φημισμένο γυναικολόγο της καλής κοινωνίας, για το νεαρό της ηλικίας του. Πολλά πλουσιοκόριτσα τον πολιορκούσαν, αλλά εκείνος προς απογοήτευση όλων, ήταν τρελά ερωτευμένος με την αδιάφορη στα δικά τους μάτια πωλήτρια σε κατάστημα αθλητικών ειδών. Το ζευγάρι δέχτηκε μεγάλο πόλεμο, πισώπλατες μαχαιριές, χτυπήματα κάτω από τη μέση κι όμως άντεχαν. Δύο χρόνια μετά, η ανακοίνωση του γάμου τους από τον ίδιο, έπεσε σαν βόμβα. Ψεύτικες λιποθυμίες, απειλές αποκλήρωσης, δεν στάθηκαν ικανές να αλλάξουν τα σχέδιά τους.

Δεν ήταν εύκολη η προετοιμασία του γάμου. Ο Ορφέας έβλεπε την θλίψη της Χρυσής. Προσπαθούσε να διώχνει τα γκρίζα σύννεφα που την σκέπαζαν. Έκανε ομηρικούς καβγάδες με την οικογένειά του, για την άδικη συμπεριφορά τους προς την γυναίκα που αγαπούσε. Αυτό όμως την διέλυε την Χρυσή. Ένιωθε υπαίτια. Προσευχόταν μέρα νύχτα στην Παναγίτσα, να την δεχτούν, να πάψουν να τους πολεμούν. Είχε και τον Ορφέα να επιμένει ότι κάποτε θα το πάρουν απόφαση και έτρεφε ελπίδες.

Δέκα μέρες πριν τον γάμο, είχε μια απρόσμενη επίσκεψη. Όταν σχόλασε, λίγα μέτρα μακριά, την περίμεναν οι γονείς του αγαπημένου της. Το ύφος τους δεν ήταν το απαξιωτικό, το μοχθηρό, που είχαν από τότε που την γνώρισαν. Μια ηλιαχτίδα τρύπωσε στην ψυχή της. Ίσως τελικά να είχε δίκιο ο σύντροφός της.
– Θα απορείς, τι δουλειά έχουμε εδώ και σε περιμένουμε.
– Συμβαίνει κάτι;
– Χρυσή, πρέπει να καταλάβεις ότι αυτός ο γάμος δεν πρέπει να γίνει.
Οι ελπίδες έγιναν θρύψαλα και ένιωθε το οξυγόνο της να μειώνεται. Τους κοιτούσε, δίνοντας αγώνα να μην τρέξουν τα δάκρυα.

– Κυρία Νίκη, ο γιος σας κι εγώ αγαπιόμαστε. Δύο χρόνια τώρα μας πολεμάτε. Δε νομίζετε πως πρέπει να το αποδεχτείτε;
– Όχι! Εσύ πρέπει να δεις πια καθαρά, επενέβη ο πατέρας του Ορφέα. Τον περνάς τόσα χρόνια, είσαι μορφωτικά, κοινωνικά και οικονομικά κατώτερή του. Παντού θα σας σχολιάζουν, θα κουτσομπολεύουν. Αύριο μεθαύριο θα έρθει ένα παιδί. Θα τα ακούει, θα τα βλέπει. Εσύ που θεωρείς ότι δεν ήμασταν δίκαιοι απέναντί σου, πόσο εγωιστικό και άδικο θα είναι αυτό απέναντι στα δικά σας παιδιά; Κι έπειτα, πόσο νομίζεις θα αντέξει ο Ορφέας; Τώρα είναι τυφλός από έρωτα. Σε λίγα χρόνια η διαφορά ηλικίας θα φαίνεται, εκείνον πάντα θα τον πολιορκούν νεαρά κορίτσια, οι πειρασμοί πολλοί. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα μείνει πιστός; Στο υπογράφω, σε πέντε χρόνια το πολύ θα είστε χωρισμένοι. Είσαι τριάντα εφτά χρονών. Βρες έναν άνθρωπο της τάξης σου να κάνεις οικογένεια όσο προλαβαίνεις κι άφησε πια ήσυχο τον γιο μας.

Δεν απάντησε κι ας ήθελε να πει πολλά. Αυτό που ήθελε ακόμα περισσότερο, να φύγει μακριά τους. Να μη τους βλέπει, να μη τους μυρίζει, να μη τους ακούει. Λίγες ώρες μετά, όταν ο Ορφέας γύρισε από το ιατρείο, βρήκε στην τραπεζαρία ένα γράμμα.
“Μωρό μου, δεν αντέχω άλλο. Πες με λιγόψυχη, πες με λιποτάκτη. Δεν θα μπορέσει να νικήσει η αγάπη μας. Πολλά τα εμπόδια. Μη με ψάξεις, μη το κάνεις πιο δύσκολο. Σε παρακαλώ όμως, μη με μισήσεις”.

Κρατώντας το χαρτί στο χέρι, έψαξε τα δωμάτια. Έλειπαν όλα τα πράγματά της. Δεν τήρησε αυτό που του ζήτησε, την κάλεσε πολλές φορές στο τηλέφωνο χωρίς ποτέ να το σηκώσει. Της έγραψε μηνύματα ζητώντας της να το ξανασκεφτεί, χωρίς να πάρει απάντηση. Πήγε από το πατρικό της και του είπαν ότι έφυγε λίγες μέρες. Πήγε από την δουλειά της και του είπαν το ίδιο πράγμα.
Αφού δεν έδινε σημεία ζωής, συντετριμμένος, αποφάσισε να υπακούσει και δεν την έψαξε άλλο.

Η Χρυσή ανέβηκε στο αεροπλάνο πριν το ξημέρωμα και από το παράθυρο έβλεπε τα χρώματα της ανατολής. Ήταν η μαγική εκείνη ώρα που λάτρευε και έβγαλε πολλές φωτογραφίες. Είχε κλείσει το εισιτήριο από τον Σεπτέμβριο και το βρήκε αρκετά οικονομικό. Θα το έκανε αυτό το ταξίδι, ο κόσμος να χαλούσε. Έφτασε στο αεροδρόμιο Σαρλερουά του Βελγίου και από κει, με το λεωφορείο, μιάμιση περίπου ώρα μετά, λόγω κίνησης, πάτησε στην Μπρυζ. Έσερνε την βαλίτσα με τα ροδάκια και βρέθηκε πολύ γρήγορα στο πρώτο κανάλι με λευκά μικρά χειροποίητα βαρκάκια δεμένα το ένα πίσω από το άλλο, που πάλλονταν στο νερό και απέναντι το παγοδρόμιο, στολισμένο με γιρλάντες, φώτα και διακοσμητικές λευκές αρκούδες. Η πρώτη επαφή με τις χριστουγεννιάτικες βιτρίνες στο κέντρο και τον στολισμό των δρόμων, παρόλο που ήταν ακόμα πρωί, την έκαναν να αναστενάξει. Έψαξε το ξενοδοχείο black swan που είχε κάνει κράτηση και αφού ήταν νωρίς για check in, άφησε την βαλίτσα της στον ειδικό χώρο κι αφέθηκε στην πρώτη της βόλτα στο μέρος που τόσα χρόνια λαχταρούσε να βρεθεί.

Ο Ορφέας ανέβηκε στο αεροπλάνο στις δώδεκα και είκοσι. Το σκεφτόταν καιρό, αλλά δεν το έπαιρνε απόφαση. Τελικά, την προηγούμενη μέρα, στάθηκε τυχερός και βρήκε πτήση, που πλήρωσε ακριβά, αλλά το οικονομικό δεν ήταν θέμα για εκείνον. Ζήτησε από τη βοηθό του να ακυρώσει όλα τα ραντεβού της επόμενης μέρας και χωρίς να ενημερώσει κανέναν, με μια βαλίτσα της τελευταίας στιγμής, βρέθηκε στο Σαρλερουά. Δεν είχε κλείσει κατάλυμα. Πρώτη φορά στην ζωή του, έκανε ταξίδι χωρίς να το έχει οργανώσει. Το συγκεκριμένο ταξίδι, δεκαπέντε μήνες πριν, ήταν απόλυτα μελετημένο, αλλά…

Στην διαδρομή για τον σταθμό της Μπρυζ, έκανε αναζήτηση στο black swan. Δεν υπήρχε διαθέσιμο δωμάτιο. Εκείνος όμως θα έδινε μάχη για να μείνει εκεί. Περίμενε την σειρά του και ζήτησε τον υπεύθυνο. Του έδειξε την κράτηση που ένα χρόνο πριν είχε πληρώσει για τέσσερις βραδιές, μα δεν ήρθε ποτέ, του εξήγησε το γιατί, η φωνή του και τα δάκρυά του φανέρωναν το ποσό σημαντικό ήταν για κείνον να μείνει εκεί, μα δεν γινόταν τίποτα. Είχε την αμέριστη συμπαράσταση από τον ευγενικό κυριούλη, αλλά δωμάτιο δεν υπήρχε. Την στιγμή εκείνη, η υπάλληλος στη ρεσεψιόν, που άκουγε με συμπάθεια το δράμα του Ορφέα, σαν απομηχανής Θεός, επενέβη. Μόλις είδε μια ακύρωση για ένα δωμάτιο από το οποίο έκαναν εκείνη τη στιγμή, check out δύο φίλες. Τον ενημέρωσε ότι είναι δίκλινο κι ότι στοιχίζει πιο ακριβά κι ο Ορφέας από την χαρά του, της άφησε ένα καλό μπουρμπουάρ.

Τους έδωσε χρόνο να ετοιμάσουν το δωμάτιο, κάνοντας μια βόλτα στο κανάλι που συνάντησε λίγα μόνο μέτρα μακριά από το ξενοδοχείο. Η Χρυσή, που είχε πάρει μια πολύωρη πρώτη γεύση, επέστρεψε για να κάνει check in, στην ώρα που έλεγε η κράτηση. Πήρε το κλειδί της και κατευθύνθηκε στο δωμάτιό της. Άνοιξε την βαλίτσα της, έβγαλε τα ρούχα, έκανε ένα ντουζάκι, φόρεσε μπυζάμες και ξάπλωσε να ξεκουραστεί και να ζεσταθεί.

Όταν ο Ορφέας πλησίαζε στο δωμάτιό του, σα λαγωνικό, έπαιρνε κοφτές, γρήγορες εισπνοές από την μύτη, αφού στο διάδρομο μύριζε κάτι τόσο γνώριμο, κάτι τόσο αγαπημένο. “Θεέ μου, το άρωμα της Χρυσής!”, μουρμούρισε κι έκλεισε τα μάτια, ρουφώντας την μυρωδιά που λάτρευε. Άνοιξε, μπήκε μέσα, πέταξε την βαλίτσα του, σωριάστηκε στο κρεβάτι και μονολόγησε “πώς φτάσαμε εδώ; Αυτό το ταξίδι ήταν το όνειρό μας και είμαι εδώ, ένα χρόνο μετά, μόνος. Γιατί ρε Χρυσή; Γιατί;”.

Το απόγευμα κατά τις πέντε, η Χρυσή, έβαλε το σκουφί, τα γάντια της και περιπλανήθηκε στην στολισμένη κεντρική πλατεία Markt και στην πλατεία Burg. Όλα γύρω της φωτεινά, χρωματιστά, γιορτινά, κόσμος έτρωγε τις γνωστές τηγανητές πατάτες, τα χειροποίητα ζυμαρικά, που έφτιαχναν εκείνη την ώρα, τοποθετώντας βρασμένες πένες, πάνω σε τεράστιους όγκους κασεριού, που έγδερναν με κουτάλια και συνόδευαν με πέστο, βασιλικό, σάλτσα, ανάλογα την γεύση που επέλεγαν, τοποθετώντας τα σε χάρτινες, βαθιές στρογγυλές συσκευασίες. Πήρε ζεστό κρασί glühwein στην χριστουγεννιάτικη κούπα με το όνομα Brugge και ακούμπησε στο ξύλινο τραπεζάκι. “Πού να ‘σαι τώρα αγάπη μου; Είμαι εδώ μόνη μου. Εδώ, που σχεδιάζαμε να έρθουμε μαζί, μετά τον γάμο μας”. Οι σκέψεις της σε κόντρα με την χαρούμενη ατμόσφαιρα γύρω της. Ο Ορφέας την ίδια ώρα έτρωγε μύδια κι έπινε κρασί στο Craenenburg, στην πλατεία Markt. Όταν μαζί οι δυο τους κάνανε έρευνα, αυτό το μαγαζί το είχαν επισημάνει για να καθήσουν. Πρώτη επέστρεψε η Χρυσή και λίγη ώρα μετά ο Ορφέας, που για μια ακόμα φορά, μύρισε κάτι από την αγαπημένη του έξω από την πόρτα του δωματίου του κι ένιωθε τόσο μόνος.

Εκείνος, στην αριστερή πλευρά του κρεβατιού, με το χέρι του έψαχνε το σώμα της που τόσο ποθούσε, μα ήξερε ότι ήταν χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά. Εκείνη, στην δεξιά πλευρά του κρεβατιού, με το χέρι της έψαχνε το σώμα του που τόσο της είχε λείψει. Τους χώριζε μόνο ένας στενός διάδρομος, μα δεν το ήξεραν και πέρασαν τη νύχτα στριφογυρνώντας, αφού η μοναξιά και η θλίψη τους τύλιγε.

Το επόμενο πρωί, στις εννιά, θα έβγαιναν για το πρωινό. Οι αντικριστές πόρτες άνοιξαν ταυτόχρονα και βρέθηκαν να κοιτούν κατάματα ο ένας τον άλλον. Η έκπληξη τεράστια.
– Χρυσή;
– Ορφέα!
– Δεν είναι δυνατόν!
– Μα δεν μπορεί να συμβαίνει!
Μετά το πρώτο σοκ και τα λιγοστά λόγια, δεν άργησε η αμήχανη παύση. Εκείνος έσπασε τον πάγο.

– Μύρισα το άρωμά σου χθες, εδώ ακριβώς.
– Αλήθεια;, χαμήλωσε το βλέμμα εκείνη και τα μάγουλα της κοκκίνισαν.
– Για πρωινό πας;
– Ναι.
– Μπορώ να σε συνοδεύσω ή έχεις παρέα;
– Μόνη είμαι.
– Κι εγώ.

Σε λίγα μέτρα, βρέθηκαν στο χώρο σερβιρίσματος του πρωινού.
“Κάθησε, θα τα φέρω όλα εγώ”, της είπε.
Η Χρυσή δεν έπαιρνε τα μάτια της από πάνω του.
– Λοιπόν! Καπουτσίνο μέτριο, μια φέτα ολικής με σκέτο βούτυρο και τα κομμένα φρούτα. Σωστά;
– Τα θυμάσαι όλα.
– Δεν έχω ξεχάσει τίποτα.
– Ορφέα!
– Πες μου λοιπόν! Πώς και εδώ;
– Αλήθεια το ρωτάς; Αυτό το ταξίδι το ονειρευόμασταν καιρό. Το σχεδιάζαμε τρεις μήνες πέρυσι, αλλά…
Ήπιε μια γουλιά καφέ και δεν συνέχισε την πρότασή της.

– Γιατί με παράτησες λίγες μέρες πριν τον γάμο Χρυσή; την ρώτησε αποφασιστικά, κοιτώντας την επίμονα. Γιατί εξαφανίστηκες;
– Δεν έχει σημασία πια.
– Δεν έχει; Δεν πρέπει να ξέρω;
– Οι γονείς σου; Χαρούμενοι που απαλλάχτηκαν από μένα;
– Δεν έχω επαφές μαζί τους.
– Τι;
– Με τον τρόπο τους σε απομάκρυναν από μένα και δεν τους το συγχώρεσα. Προσπαθούν να με πλησιάσουν, χωρίς αποτέλεσμα.
– Λυπάμαι.
– Κι εγώ λυπάμαι Χρυσή. Που έφυγες, που δεν προστάτεψα εσένα και την σχέση μας. Το ότι ένα χρόνο μετά, βρεθήκαμε εδώ, λέει κάτι όμως, ε;;;
– Δεν ξέρω…
– Σε παρακαλώ! Δώσε μου μια ευκαιρία ακόμα! Κοίταξέ μας! Είμαστε εδώ! Είχαμε την ίδια σκέψη, την ίδια ανάγκη!

Δεν ήταν δύσκολο να καμφθούν οι άμυνές της. Την έπιασε από το χέρι και περιπλανήθηκαν στο παραμυθένιο σκηνικό της Μπρυζ. Μπήκαν στην εκκλησία της Παναγίας μας κι έπειτα, στο πίσω μέρος της, στη γοητευτική γωνιά, στο αξιοθέατο που ονειρεύονταν να βγάλουν φωτογραφίες. Στην γέφυρα του Αγίου Βονιφάτιου, γνωστή κι ως η γέφυρα της αγάπης. Δεν μπορούσαν να πιστέψουν πως ήταν εκεί, μαζί.

– Τσίμπα με! Μήπως έχω παραισθήσεις; Είσαι εδώ;
– Το ίδιο σκεφτόμουν. Ευχαριστώ τον Θεό που έστω και τελευταία στιγμή με έσπρωξε να κλείσω πτήση.
– Εγώ το ήξερα πολύ νωρίτερα ότι ήθελα να το κάνω.
– Δεν σταμάτησε στιγμή να περνάει από το μυαλό μου, αλλά δεν το τολμούσα.
Πλησίασε τα χείλη του στα δικά της διστακτικά και καθώς δεν αντιστάθηκε η Χρυσή, την φίλησε. Σα να μη πέρασε μια μέρα, σα να μην είχε μεσολαβήσει τόσος καιρός που ήταν χώρια.

– Είσαι σίγουρος;
– Για το αν σε θέλω; Για το αν σε αγαπώ; Για το αν ήμουν νεκρός ένα χρόνο τώρα; Για το αν δεν με νοιάζει τίποτα και κανείς άλλος εκτός από σένα; Σε όλα ναι! Είμαι σίγουρος.
– Αγάπη μου!

Η πρώτη μέρα μπορεί να τους βρήκε μόνους, μα η συνέχεια, οι τρεις υπόλοιπες μέρες και νύχτες, τους βρήκε ενωμένους και με λαχτάρα να δουν την Μπρυζ έτσι όπως σχεδίασαν ένα χρόνο πριν. Έκαναν την βαρκάδα στα κανάλια, βλέποντας μέσα από το νερό τα εκπληκτικά κτίρια, πήγαν στο πάρκο Μιννεβάτερ ή αλλιώς λίμνη της αγάπης με τους πολυάριθμους κύκνους, ανέβηκαν στο καμπαναριό, το Μπελφόρτ, πήραν άμαξα και γύρισαν το κέντρο και τα γραφικά στενά, περπάτησαν τις χριστουγεννιάτικες αγορές με κέφι και διάθεση.

Την ημέρα αναχώρησης ο Ορφέας ευχαρίστησε την κοπέλα στη ρεσεψιόν και της εξήγησε τι συνέβη. Εκείνη βουρκωμένη, βγήκε από τη θέση της, αγκάλιασε την Χρυσή κι εκείνον και τους είπε “η αγάπη πάντα στο τέλος νικά”.

Δεν του είπε ποτέ για τους γονείς του και το τι έκαναν κι ας άκουγε ότι είχαν απογοητευτεί με την επανασύνδεσή τους κι ότι συνέχιζαν να την κακολογούν, θεωρώντας την, την αιτία του κακού για την αποξένωση με τον γιο τους.

Ο Ορφέας και η Χρυσή παντρεύτηκαν τον επόμενο χρόνο, 4 Δεκεμβρίου, την ημερομηνία που είχαν ορίσει και στο παρελθόν. Κάποιες φορές, όσα εμπόδια και να βάλουν οι άνθρωποι, η ζωή, αυτό που είναι να γίνει, θα γίνει! Έστω και καθυστερημένα!

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading