“Ρε εσείς, πω πω, ξέρω ότι τα Χριστούγεννα είναι busy περίοδος, αλλά φέτος έχω πεθάνει! Δεν σταματάνε!”.
“Μα είναι λογικό, Ευρυδίκη μου! Κάνεις εξαιρετική δουλειά με τα κεριά και στο λέω εκ πείρας. Μυρίζει όλο το σπίτι!”.
“Καλά εσείς είστε φίλες μου! Λογικό να με στηρίζετε τόσο. Οι υπόλοιποι όμως, τι φάση; Ρε σας λέω, τρεις εβδομάδες τώρα δεν έχω σταματήσει να φτιάχνω μελομακάρονα και κουραμπιέδες. Έχω κάψει τα πάντα από τις μυρωδιές!”.
“Ε, δώσε τα καμμένα!”.
Γέλασαν οι τρεις και ας ήταν κακό το αστείο. Έτσι ήταν! Η μία για την άλλη. Η Ευριδίκη, η Μένια από το Ασημένια και η Μαριάννα. Τριάδα φωτιά. Είχαν γνωριστεί στο ίδιο μαγαζί. Δούλευαν σε ένα καφέ μέχρι που η Ευρυδίκη αποφάσισε να ανοίξει μια μικρή επιχείρηση με κεριά. Η Μένια και η Μαριάννα έφυγαν από το μαγαζί εκείνο και άνοιξαν μαζί ένα μικρό καφέ και να τες στο καθιερωμένο τους ραντεβού.
“Μετά πάμε στα παιδιά;”, ρώτησε η Μαριάννα. Η Μένια δεν απάντησε και κοίταξαν και οι δύο την Ευρυδίκη. Εκείνη δίχως να της κοιτάει, ήπιε μια γουλιά καφέ και ρώτησε ήρεμα… “Ο Αυγουστίνος γύρισε;”.
“Ναι! Εχτές!”, είπε η Μένια.
“Δεν μιλάτε;”, ρώτησε η Μαριάννα.
Η Ευριδίκη ξεφύσηξε. Θυμήθηκε το συμβάν της προηγούμενης εβδομάδας και ένιωσε τον ίδιο πόνο στο θώρακα.
“Όχι! Εεε βασικά έχουμε να μιλήσουμε από την προηγούμενη εβδομάδα. Δεν υπάρχει λόγος πια!”. Έπιασε τον θώρακά της αστραπιαία και τα κορίτσια την κοίταξαν με απορία.
“Ευρυδίκη; Έχει γίνει κάτι;”
Η Ευριδίκη τις κοίταξε, κατέβασε το κεφάλι της, έπιασε την κούπα της και άρχισε να μιλάει.
“Την προηγούμενη εβδομάδα ήρθε ένα μήνυμα στη σελίδα για μια παραγγελία. Μια μεγάλη παραγγελία. Έπιασα κουβέντα με τον τύπο και μου είπε ότι είναι φίλος της Βάσως και του Αυγουστίνου. Ο Αυγουστίνος μου είχε πει ότι ότι θα μου στείλουν κάτι φίλοι του, αλλά ok δεν είχα δώσει σημασία. Είχα και πολλή δουλειά, μα να που εμφανίστηκε. Δεν έδωσα επίσης σημασία στο ‘φίλος της Βάσως και του Αυγουστίνου’ και προχώρησα στην παραγγελία. Την μεθεπόμενη μέρα, που ήταν η αποστολή της παραγγελίας, έστειλα στον άνθρωπο να του το πω και ήταν κατενθουσιασμένος και ανυπομονούσε γιατί λέει μύρισε τα κεριά μου ‘ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ’ και ξετρελάθηκε. Τι ήταν να το δω; Είχα μόλις κάνει χύτευση μια μηλόπιτα και έφυγε όλο το ποτήρι από τα χέρια μου με το κερί και έσκασε κάτω και έγινε θρύψαλα και έγινα χάλια. Γ@μησε τ@! Όλη μέρα σκεφτόμουν το ίδιο πράγμα “ΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΩΝ”. Ποιών παιδιών ρε εσείς; Ποια είναι η Βάσω και γιατί μένει με τον Αυγουστίνο; Γιατί;”.
Παύση. Η Ευριδίκη ήπιε λίγο νερό δίχως να τις κοιτάξει και έπιασε πάλι τον θώρακά της.
“Ευριδίκη μου;”, της είπε η Μένια αλλά η Ευριδίκη δεν άκουσε ποτέ το όνομά της και συνέχισε ακάθεκτη.
“Ποια είναι αυτή ρε κορίτσια; Και γιατί μένει μαζί του; Και εμείς γιατί δεν ξέρουμε τίποτα; Δηλαδή έπρεπε να το μάθω από σπόντα; Δεν είναι κρίμα; Καλά εγώ είμαι κρίμα που είμαι ερωτευμένη μαζί του τόσο καιρό και ας έχω φάει τη χυλόπιτα. Άλλο αυτό το δράμα!”.
Παύση για νερό ξανά.
“Ευριδίκη μου;”. Σειρά της Μαριάννας τώρα, αλλά η Ευριδίκη έκανε νόημα με το χέρι να μην της μιλήσουν. Ήθελε να τα πει. Να τα βγάλει από μέσα της. Συνέχισε ακάθεκτη ξανά…
“Εμείς ξέραμε για την άλλη. Την αγάπη του, την Καταρίνα και ok το είχα χωνέψει. Αυτή τώρα; Που συζούν κιόλας; Και δεν με πείραξε που συζεί. Δεν θα συζούσε; Αφού είναι ο τέλειος. Ο υπέροχός μου, όπως τον λέω. Με ενόχλησε που το έμαθα έτσι. Μιλάμε όλη μέρα ρε συ, στείλε μου ένα μήνυμα και πες μου κάτι σχετικό. Ένα ‘έχω κοπέλα’. Ένα ‘α δεν σου είπα… συζώ με την κοπέλα μου!’. Μέχρι και κερί θα σου έκανα! Custom made! Αλλά όχι έτσι… Όχι κατά τύχη. Όχι!”.
Παύση, αλλά όχι για νερό. Παύση για να σκουπίσει τα δάκρυά της.
“Ευριδίκη!”. Ξανά η Μένια.
“Δεν κλαίω! Αποφορτίζομαι! Όσο ταράχτηκα, ταράχτηκα. Απλά αυτό… Ok δεν με θες, το έχεις κάνει ξεκάθαρο, αλλά είμαστε φίλοι. Δώσε ένα στοιχείο. Πες κάτι… Κάτι…”
“ΕΥΡΙΔΊΚΗ!!!”, φώναξαν και οι δύο με ένταση που της κόπηκε το αίμα. Σήκωσε επιτέλους το κεφάλι της και τις κοίταξε.
“Ρε είστε καλά; Τι φωνάζετε; Και γιατί με κοιτάτε έτσι;”. Η Μένια και η Μαριάννα είχαν μείνει στήλες άλατος.
“Εμένα κοιτάνε!”. Η Ευριδίκη στο άκουσμα των δύο αυτών λέξεων και αυτής της φωνής έγινε άσπρη σαν το χιόνι. Κοίταξε τα κοκκαλωμένα κορίτσια και γύρισε να κοιτάξει πίσω της.
Φορούσε αθλητικά ρούχα και παπούτσια, ένα μεγάλο μαύρο μπουφάν και γυαλιά ηλίου. Τα ανακατεμένα μαλλιά του πρόδιδαν τις ατέλειωτες ώρες ύπνου που είχε ρίξει μετά το ταξίδι του. Ήταν τόσο όμορφος!
‘Α… Α… Αυγουστίνε!”, είπε η Ευριδίκη μη μπορώντας να κάνει βήμα από το σκαμπό της. Έμειναν να κοιτάζονται.
“Κορίτσια θα μου κάνετε έναν καφέ; Έχω μια κουβέντα να κάνω με την Ευριδίκη!”.
Δεν χρειάστηκαν κάτι άλλο. Τα κορίτσια εξαφανίστηκαν πίσω από τον πάγκο και η Ευριδίκη σηκώθηκε, πήρε το μπουφάν και τα γυαλιά της και βγήκε έξω από το μαγαζί.
“Αυγουστίνε μου, χίλια συγνώμη! Χίλια χίλια συγνώμη για ό,τι άκουσες. Δεν υπήρχε περίπτωση ποτέ να τα μάθεις. Στα κορίτσια τα έλεγα. Την τύχη μου μέσα!”. Η Ευριδίκη έκρυψε το πρόσωπό στα χέρια της από ντροπή. Ήθελε τόσο να τον αγκαλιάσει. Είχε να τον δει τόσο καιρό και αντί αυτού, έπρεπε να απολογηθεί και υπερασπιστεί τον εαυτό της.
“Δεν θα με αγκαλιάσεις;”, τη ρώτησε και η Ευριδίκη τον κοίταξε με απορία.
“Με κοροϊδεύεις, έτσι;”
“Όχι καθόλου! Το γεγονός ότι έμαθες για τη Βάσω, δεν αναιρεί το ότι μου έλειψες και θέλω να σε αγκαλιάσω!”
“Με κοροϊδεύεις!”
Ο Αυγουστίνος γέλασε. Την λάτρευε αυτή την κοπέλα και ας μην το παραδεχόταν σε κανέναν! “Όχι Ευριδίκη μου! Δεν το έχω κάνει ποτέ για να το κάνω τώρα. Μαζί σου ήμουν πάντα ειλικρινής! Μου έλειψες. Για αυτό ήρθα!”.
Την πλησίασε μα η Ευριδίκη τον σταμάτησε.
“Περίμενε! Δεν έχεις θυμώσει; Είπα τόσα, τα άκουσες όλα!”
“Γιατί να θυμώσω; Επειδή κατάλαβα ότι η κοπέλα που είμαι ερωτευμένος, είναι ακόμα ερωτευμένη μαζί μου;”
“Ναι, αλλά εγώ είπα για την κοπέλα σου και για το σπίτι και… Τι είπες;”
Ο Αυγουστίνος την πλησίασε. “Είπα ότι είμαι ερωτευμένος μαζί σου. Η Βάσω είναι φίλη μου και συγκάτοικός μου. Έπρεπε να μένει κάποιος δικός μου μαζί μου, διότι όταν φεύγω κάποιος πρέπει να προσέχει τον Μάξ. Αυτή είναι η Βάσω. Έχει άλλες σεξουαλικές προτιμήσεις οπότε δεν αγχωνόμαστε. Για την Καταρίνα ξέρετε όλοι. Αγάπη ναι, αλλά μεγάλο παρελθόν. Τώρα πάμε στα σοβαρά… Εσένα θέλω. Σε ήθελα από τότε με την υποτιθέμενη χυλόπιτα, αλλά δεν μπορούσα να στο πω. Πες το φόβο… Αδυναμία… Αν δεν σε ήθελα δεν θα σου μιλούσα όλη μέρα. Δεν θα σε έψαχνα. Δεν θα ήθελα να σε δω. Συγκεντρώσου, Ευριδίκη! Εδώ είμαι!”.
Η Ευριδίκη είχε κοκκαλώσει και τον άκουγε. Αν δεν την κρατούσε από τα χέρια, το πιο πιθανό θα ήταν να είχε σωριαστεί στο πλακόστρωτο.
“Άρα μου λες ότι όλο αυτό ήταν μια μεγάλη παρεξήγηση;”
“Αυτό σου λέω!”
“Μπορώ να σε αγκαλιάσω τώρα;”
“Όχι!”, είπε ο Αυγουστίνος. “Έχω μια καλύτερη ιδέα!”.
Την έπιασε από τα χέρια, την έφερε κοντά του και τη φίλησε με πάθος. Η Ευριδίκη τον αγκάλιασε σφιχτά γιατί φοβόταν πως η λιποθυμία δεν θα αργούσε. Τα κορίτσια πίσω από την τζαμαρία ούρλιαζαν από χαρά.
“Πιστεύεις ότι το έμαθαν όλοι;”, ρώτησε ο Αυγουστίνος την Ευριδίκη όταν κατάφεραν να ξεκολλήσουν.
“Σίγουρα!”, του απάντησε.
“Πάμε να πιούμε τον καφέ μας; Και μετά σου υπόσχομαι θα έρθω να σε βοηθήσω να κάνουμε κεριά, θα πάμε για φαγητό και μετά…”
“Και μετά θα έρθω σπίτι σου να γνωρίσω τη Βάσω!”
“Σύμφωνοι!”, της είπε και τη φίλησε ξανά πριν πλέξει το χέρι του στο δικό της ώστε να επιστρέψουν στα καφεδάκια τους.
Κατερίνα Μοχράνη
