Η νοσοκόμα στήριξε την κοπέλα από τον ώμο και την ξάπλωσε προσεχτικά σε ένα κρεβάτι.
«Οι γονείς σου πού είναι;»
«Δεν το ξέρουν»
«Δεν ξέρουν ότι γεννάς; Ο νεαρός που στέκεται έξω, είναι ο πατέρας;», ρώτησε και η Ελπίδα κούνησε θετικά το κεφάλι.
«Μονό αυτόν έχω», είπε φοβισμένα το κορίτσι.
«Πρέπει να καλέσω τους γονείς σου. Έρχεται ο γιατρός, δεν θα λείψω πολύ», πήγε να της χαϊδέψει τα μαλλιά, μα τράβηξε το χέρι γιατί δεν ήταν σωστό. Όμως η κοπέλα ένιωσε το χάδι στη φωνή εκείνης της νοσοκόμας.
Η γέννα πήγε καλά και σε λίγες ώρες η Ελπίδα πήρε στην αγκαλιά της ένα μικροσκοπικό κοριτσάκι που της έμοιαζε πολύ. Αμέσως άρχισε τις ερωτήσεις και η νοσοκόμα χαμογέλασε με την αγωνία της νέας μαμάς και την καθησύχασε ότι όλα ήταν όπως έπρεπε να είναι.
«Δεν σας ρώτησα το όνομά σας»
«Άννα με λένε. Οτιδήποτε χρειάζεσαι, θα μου το λες. Θα σε πάνε στο δωμάτιο τώρα και θα σου φέρουν ένα κουτί με τα πρώτα πράγματα του μωρού. Δεν είναι πολλά, μα είναι κάτι προς το παρόν. Αύριο θα κάνουμε το πρώτο του μπάνιο. Θα περάσω να σε δω σε λίγο πάλι»
Η πρώτη μέρα ήταν δύσκολη και παρά την κούρασή της, δεν έκλεισε μάτι, γιατί το μητρικό ένστικτο ήταν ξύπνιο και δεν την άφηνε να ησυχάσει. Την διαβεβαίωναν πως τίποτα δεν θα πάθει το μωρό, πως ήταν απόλυτα υγειές, μα η ανασφάλεια την είχε καταβάλει. Η Άννα ήταν πάντα κοντά και την συμβούλευσε, γιατί κατάλαβε τον λόγο που η Ελπίδα φοβόταν τόσο πολύ.
«Σταμάτα να κοιτάς την πόρτα», ψιθύρισε και από το βλέμμα της κοπέλας κατάλαβε ότι σωστά είχε μαντέψει. «Δεν θα σου το πάρει κανείς», της υποσχέθηκε.
«Ο Άρης;», ρώτησε και η νοσοκόμα έσφιξε τα χείλη. Είχε να τον δει από την στιγμή που μπήκε η Ελπίδα να γεννήσει και όταν βγήκαν δεν ήταν εκεί. Είχε περάσει σχεδόν όλη η μέρα, μα δεν ήταν ώρα να της δώσει κακά νέα.
«Ίσως έχει πάει να πάρει κάτι να φάει. Θα επιστρέψει», προσπάθησε να χαμογελάσει.
«Πόσες μέρες μπορώ να μείνω;»
«Όσες χρειαστεί», απάντησε και αυτή η τελευταία ερώτηση την έβαλε σε πολλές σκέψεις. Δεν ρώτησε πόσες μέρες θα μείνει στο νοσοκομείο, μα πόσες μπορεί να μείνει. Σαν να μην είχε μέρος να πάει αφού βγει από εκεί μέσα.
Η Άννα γύρισε σπίτι εξουθενωμένη. Περισσότερο όμως την είχε κουράσει να βλέπει νέα παιδιά χωρίς στήριγμα, ούτε καν από την ίδια τους την οικογένεια. Είχε καλέσει τους γονείς της Ελπίδας και δεν είχαν εμφανιστεί. Τι σχέση να είχε άραγε μαζί τους, που δεν ήξεραν καν ότι γεννούσε εκείνη τη μέρα; Και ο άλλος, ο αχαρακτήριστος; Μπήκε η κοπέλα να γεννήσει και εξαφανίστηκε. Λες και μόνη της το έκανε και αυτός δεν είχε καμία ευθύνη. Ώρες και στιγμές σκεφτόταν πως πιο αντρίκια φορούν κάποιες γυναίκες τα παντελόνια.
«Εκείνο το δωμάτιο που νοίκιαζες, έχεις κάποιον μέσα τώρα; Ναι, για την κοπέλα που ήρθε το πρωί. Τι ρωτάς, βρε κορίτσι μου, εννοείται θα το παίρνεις το νοίκι σου. Ναι, εγώ θα το κανονίσω. Ναι, ξέρω πόσο δύσκολο θα είναι όλο αυτό. Κοίτα, δεν θέλω ούτε ελεημοσύνη ούτε κριτική, κανονικά θα πληρώνεσαι. Θα βρω εγώ τον τρόπο. Μπορείς; Δεν πειράζει»
Η Άννα έκλεισε το τηλέφωνο απογοητευμένη. Έκανε πολλά τηλεφωνήματα, όλα με τον ίδιο σκοπό, να βρει σπίτι στην Ελπίδα. Οι μέρες ήταν μετρημένες και ο χρόνος την πίεζε ασφυκτικά. Πήρε έναν ακόμα συνάδελφο που ήξερε ότι νοίκιαζε σπίτι ένας συγγενής του. Ζήτησε το τηλέφωνο και άκουσε μερικές ακόμη αχρείαστες συμβουλές.
«Ναι, είναι μεγάλη ευθύνη, μα είμαι συνεπής στις υποχρεώσεις μου, το ξέρεις, δεν θα σε κρεμάσω. Όχι, δεν ενδιαφέρεται κανείς, ούτε οι γονείς ούτε ο πατέρας του παιδιού. Ποιο κράτος; Εδώ γελάμε! Ένα κουτί στέλνουν στο νοσοκομείο με δύο πράγματα και ένα επίδομα της πλάκας που δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Όχι, δεν ζητώ χάρη. Ζητώ ανθρωπιά. Συμβουλές έχω και εγώ πολλές, μα κοιτώ να τις δίνω όπου τις χρειάζονται. Τώρα πρέπει να δράσω. Να κάνω κάτι καλό για ένα νέο παιδί που είναι μόνο του»
Άλλο ένα τηλεφώνημα έληξε άδοξα. Μα τω Θεώ! Λόγια, λόγια, λόγια. Με τα λόγια θα βοηθήσεις; Καλύτερα να μην πεις τίποτα! Βούτηξε το παλτό της και βγήκε στον δρόμο. Χτύπησε πόρτες, κάλεσε τηλέφωνα ενώ στεκόταν στα σοκάκια, ρώτησε, έψαξε μα το να βρει σπίτι εκείνη τη στιγμή ήταν αδύνατο. Έτσι πήγε και αγόρασε κάποια πράγματα για το μωρό και γύρισε σπίτι ικανοποιημένη με την συνείδησή της ότι έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι της και έπεσε για ύπνο. Γιατί αυτό είναι η καθαρή συνείδηση, η ανάλαφρη ψυχή.
Δεύτερη μέρα στο νοσοκομείο, πρωί πρωί και ήταν στην θέση της η Άννα. Βοήθησε την Ελπίδα να κάνουν μπάνιο το μωρό και της έδειξε πώς να θηλάζει. Η μαμά τα κατάφερνε πολύ καλά και είχε αναπτερωθεί το ηθικό της. Μίλησαν για τα όνειρά της, να τελειώσει το σχολείο και να σπουδάσει κάτι. Να μπορεί να βοηθά και εκείνη άλλες γυναίκες. Και η Άννα την διαβεβαίωσε πως ό,τι και να διαλέξει, θα βρει τρόπο να βοηθά, γιατί αυτό είναι στον άνθρωπο και όχι στο επάγγελμα. Το σημαντικότερο όμως της είπε είναι να βοηθάς πραγματικά και αν δεν μπορείς με πράξεις, τουλάχιστον να λες μια καλή κουβέντα να δίνεις θάρρος και ελπίδα. Να δίνεις μία σπρωξιά στον άλλον να πάει μπροστά και όχι να πέσει κάτω. Και αν δεν μπορείς να πεις κάτι καλό, να μην λες τίποτα.
Τρίτη μέρα στο νοσοκομείο, το βλέμμα της Ελπίδας ήταν ξανά στην πόρτα. Δεν μπορούσε να πιστέψει ότι δεν είχαν έρθει οι γονείς της. Ήξερε ότι δεν συμφωνούσαν με την απόφασή της να κρατήσει το μωρό, μα ούτε από περιέργεια να το δουν δεν πήγαν; Αίμα τους ήταν στο κάτω κάτω, εγγόνι τους. Μα ούτε ο ίδιος του ο πατέρας δεν έμεινε, έφυγε και αυτός. Κοίταξε την κόρη της και φίλησε το προσωπάκι της. Ελευθερία θα την έβγαζε, σαν την αγαπημένη της γιαγιά. Η μόνη γυναίκα που την υποστήριζε και αν ζούσε, σίγουρα θα ήταν στο πλάι της. Μα και από μακριά ένιωθε την ευλογία της και αυτή ήταν που την κρατούσε στα λογικά της. Ελευθερία θα την έβγαζε και ευχήθηκε πάντα στην ζωή της να επιλέγει το σωστό, αυτό που λέει η καρδιά της.
Τελευταία μέρα στο νοσοκομείο, η Ελπίδα μάζεψε τα πράγματά της, χαιρέτισε το προσωπικό και βγήκε έξω με το μωρό τυλιγμένο στην αγκαλιά της. Έψαξε με το βλέμμα της μήπως και τότε, την τελευταία στιγμή, δει κάποιον που να γνωρίζει. Μα αντί για αυτό, σταμάτησε η Άννα με το αμάξι μπροστά της και της έδειξε το καθισματάκι του μωρού στην πίσω θέση. Πάγωσε η κοπέλα, γιατί θεώρησε μεγάλη βοήθεια να την μεταφέρει με το αυτοκίνητο. Αλλά για πού; Τι να της πει, που δεν ήξερε πού να πάει;
«Μπες! Και μην ανησυχείς!», επέμεινε η Άννα και της έκανε νόημα με το χέρι να κάνει γρήγορα και να μην το πολυσκέφτεται.
Στον δρόμο, η Ελπίδα ήταν μαζεμένη και έσφιγγε νευρικά την ζακέτα πάνω της. Γυρνούσε και έριχνε κλέφτες ματιές στο μωρό που κοιμόταν ήσυχα. Όταν έφτασαν έξω από το σπίτι της Άννας, την ρώτησε γιατί τα κάνει όλα αυτά. Περίμενε να ακούσει ότι πέρασε τα ίδια με τους γονείς της, ότι ποτέ δεν την στήριξαν και ήξερε ακριβώς πώς ένιωθε. Και έκανε αυτό που θα ήθελε κάποιος άλλος να κάνει για εκείνη. Μα αντί για κάποιο τραύμα, άκουσε πως η Άννα μεγάλωσε σε μια υπέροχη οικογένεια σε ένα σπίτι γεμάτο με αγάπη και θαλπωρή, που κάθε στιγμή με τους γονείς της ήταν ένα ζεστό χάδι στην ψυχή. Και προτιμούσαν να κάνουν το καλό, ακόμα και όταν δεν ήταν εύκολο. Αυτή ήταν πάντα η επιλογή τους και έγινε το παράδειγμα και για την κόρη τους.
«Αργυρό το μίλημα και χρυσό το σώπα», έλεγε η μαμά της και αυτή η φράση χαράκτηκε μέσα της. Την συμβούλευε να μην μιλά αν δεν έχει κάτι καλό να πει και να προτιμά την σιωπή αν αυτό που θα έλεγε θα πλήγωνε τον άλλον. Σε αυτές τις περιπτώσεις της έλεγε η σιωπή είναι χρυσός.
Ένα βράδυ, λίγες μέρες μετά, το τηλέφωνο της Ελπίδας χτύπησε και από τον αναστεναγμό που έβγαλε, κατάλαβε η Άννα ποιοι είχαν καλέσει. Στην αρχή ήταν τυπική, ανέφερε πως όλα πήγαν τέλεια και ήταν καλά στην υγεία της και εκείνη και το μωρό. Στην συνέχεια πρέπει να την ρώτησαν τι σχέδια είχε για το μέλλον, τι θα έκανε μετά και εκεί ανέφερε τις σπουδές που ήθελε να κάνει. Ακολούθησε σιωπή για λίγα λεπτά μέχρι να ολοκληρωθεί ο μονόλογος από πλευράς τους. Η Ελπίδα άκουγε και δεν απαντούσε σε τίποτα. Μόνο κάποια στιγμή δεν άντεξε και είπε μια τελευταία κουβέντα πριν τους κλείσει το τηλέφωνο.
«Μαμά. Μπαμπά. Αργυρό το μίλημα και χρυσό το σώπα. Άμα δεν έχεις τίποτα καλό να πεις, καλύτερα να μην πεις τίποτα»
Αυτό ήταν και το τελευταίο τους τηλεφώνημα. Δεν γνώρισαν ποτέ το μωρό του παιδιού τους, δεν το είδαν να μεγαλώνει, δεν το ταχτάρισαν ποτέ, ούτε το κανάκεψαν. Δεν άκουσαν το γέλιο του, ούτε το κλάμα του. Δεν ήταν στην βάφτιση να ακούσουν το όνομα Ελευθερία και να δουν νονά την Άννα. Δεν ήταν εκεί, όταν τελικά τελείωσε και το σχολείο και την σχολή η κόρη τους και πήρε το πτυχίο της. Δεν ήταν εκεί να την καμαρώσουν όταν έδωσε πίσω όλη την αγάπη που πήρε από την Άννα, σε άλλα κορίτσια που την χρειάζονταν. Δεν την είδαν ποτέ να ανθίζει και να σκορπά το άρωμά της. Μα δεν κατάφεραν και να της κόψουν τα φτερά και ας της πετούσαν πέτρες. Γιατί έτσι μοιάζουν τα λόγια όταν δεν έχουν καλοσύνη και αγάπη. Αν, λοιπόν, δεν έχεις κάτι καλό να πεις, καλύτερα να μην πεις τίποτα. Για αυτό είναι αργυρό το μίλημα και χρυσό το σώπα.
CC
