Αδελφότητα

Ο Χρήστος γνώρισε τον Ιάκωβο, από μια αγγελία που είχε κολλήσει σε χαρτάκια σε πολλές κολώνες γύρω από το σπίτι που μόλις είχε νοικιάσει, αλλά και γύρω από το πανεπιστήμιο. “Αν ψάχνεις συγκάτοικο να μοιραστείς τα έξοδα, είμαι ο άνθρωπός σου! Λεφτά μπορεί να μην έχω, αλλά από τρέλα και καλή διάθεση δεν θα στερέψουμε ποτέ, στο εγγυώμαι. Κάλεσέ με στο 6974565680. Χρήστος”.

Ο Ιάκωβος, από την Χαλκίδα, πέρασε πολύ μακριά από τον τόπο του, στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, στο τμήμα κοινωνικής εργασίας. Οι γονείς του, κομμωτές και οι δύο, με δικό τους κομμωτήριο, δεν αντιμετώπιζαν οικονομικό θέμα. Είχαν πάντα χρήματα για τον γιο τους. Το πρόβλημα ήταν ότι δεν είχαν χρόνο και αγάπη για κείνον. Μεγάλωνε μόνος του, στη σκιά τους και το μόνο που έμαθε καλά, ήταν να ξοδεύει χρήματα.

Έμαθε να αγοράζει την φιλία και την αγάπη των συμμαθητών του. Δεν είχε ποτέ κανέναν δίπλα του να τον νιώσει, να τον ακούσει, να τον νοιαστεί. Έτσι έμαθε να ζει. Χωρίς ουσία, χωρίς να δίνει και να δέχεται αγάπη κι ας τον πονούσε.

Προσποιούνταν τον απρόσιτο, τον ψυχρό, τον δίχως αισθήματα για κανέναν, ενώ μέσα του ούρλιαζε “άγγιξέ με”, “αγάπησέ με”. Είχε εσωτερική ανάγκη να αγαπήσει, να αγαπηθεί, μα δεν ήξερε πώς. Δεν έμαθε ποτέ.

Όταν βγήκαν τα αποτελέσματα, οι γονείς του, απόρησαν, δεν την είχαν ακούσει ξανά τη σχολή. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ανέφεραν υποτιμητικά ότι τζάμπα πλήρωναν τόσα φροντιστήρια και του πρότειναν να πάει στο εξωτερικό, για να σπουδάσει κάτι σημαντικό. Δεν θα ξεχνούσε ποτέ το ύφος του μπαμπά του: “Αφού απέτυχες, με τα λεφτά μου θα σε κάνω κάποιον! Διάλεξε τι θες να κάνεις και πού. Θα πληρώσω. Άσε τις χαζομάρες με την Κομοτηνή σε αυτήν την σχολή που δεν την ξέρει κανείς”.

Δεν μπήκε στη διαδικασία να τους αναφέρει γιατί την διάλεξε. Δεν ήξεραν τίποτα για τον γιο τους. Στο μυαλό του είχε την πρόληψη, την μελέτη, την αντιμετώπιση των κοινωνικών προβλημάτων και αναγκών, την ανάπτυξη προγραμμάτων για την κοινωνική ένταξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων, την υπεράσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, την παιδική προστασία, την πρόληψη και αντιμετώπιση της βίας, την φροντίδα της οικογένειας, την ψυχική υγεία, την παραβατικότητα. Το όνειρό του ήταν να βοηθήσει όσους είχαν ανάγκη και κατά βάθος να βοηθήσει τον ίδιο του τον εαυτό. Η Κομοτηνή ήταν κάτι σαν σανίδα σωτηρίας για κείνον. Όσο πιο μακριά από την οικογένειά του, τόσο το καλύτερο.

Ο Χρήστος, από τις Σέρρες, μεσαίας οικονομικής τάξης, σε όλο το γυμνάσιο και λύκειο, τα καλοκαίρια, δούλευε σε χωράφια φίλων, σε ταβέρνες, οπουδήποτε του έδιναν χαρτζιλίκι. Ορφανός από μάνα, από πέντε χρονών παιδάκι, στερήθηκε το μητρικό χάδι, αλλά ο μπαμπάς του ήταν πάντα παρόν με χάδια, αγκαλιές, λόγια αγάπης. Οδηγός στο ΚΤΕΛ, δεν μπορούσε να του παρέχει πολλά, αλλά δεν τον ένοιαζε τον Χρήστο. Τον λάτρευε τον μπαμπά του, τον είχε πρότυπο. Παρόλο που η ζωή του φέρθηκε σκληρά από πολύ νωρίς, πάντα ήταν χαμογελαστός, ευγενικός, γεμάτος αγάπη για όλους, η ψυχή της παρέας, το πειραχτήρι. Ήταν ο γιος, ο φίλος, που όλοι ήθελαν να έχουν. Πάντα τον απασχολούσαν τα οικονομικά θέματα και θέλησε να το σπουδάσει. Πέρασε στο τμήμα Λογιστικής και χρηματοοικονομικής στην Κομοτηνή. Οι δύο κολλητοί του πέρασαν Θεσσαλονίκη κι έτσι χωρίστηκαν. Κύριο μέλημά του ήταν να βρει συγκάτοικο, να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα διαβίωσης.

Ο Ιάκωβος, μόλις διάβασε την αγγελία, χαμογέλασε και σχημάτισε αμέσως το νούμερο, σαν κάτι να τον έσπρωξε. Ο Χρήστος τον δέχτηκε αμέσως για συγκάτοικο, τα έξοδα έτρεχαν.

Ο πρώτος χρόνος πέρασε με συχνές κόντρες. Ο Ιάκωβος ήταν απόλυτος, απαιτούσε να γίνεται το δικό του, συχνά έκανε τον Χρήστο να νιώθει μειονεκτικά με την έλλειψη οικονομικής άνεσης. Ήταν η άμυνά του απέναντι σε έναν αγαπητό από όλους νεαρό. Το τηλέφωνό του χτυπούσε συνέχεια, ο μπαμπάς του, οι παππούδες, οι γιαγιάδες, οι φίλοι, νοιάζονταν για το πώς περνάει, για την σχολή, για τον αν χρειάζεται κάτι. Τον άκουγε να τους διαβεβαιώνει ότι δεν χρειαζόταν τίποτα, την στιγμή που στο ψυγείο, δικό του ήταν μόνο το κρύο νερό. Τα λεφτά που του έστελνε ο μπαμπάς του ίσα που έφταναν για το ενοίκιο, το ρεύμα, το νερό, τα κοινόχρηστα, τον λογαριασμό κινητού και τις πρώτες μέρες για λιγοστά ψώνια από το σούπερ μάρκετ. Ποτέ του δεν παραπονέθηκε. Αντιθέτως, τους μιλούσε με αγάπη όλους.

Από την άλλη, οι δικοί του δεν έπαιρναν ποτέ. Ούτε νοιάζονταν πώς περνούσε, αν ήταν καλά. Το μόνο που είχε να αναδείξει ήταν το χρήμα. Αυτό το είχε σε περίσσεια. Θύμωνε που ο Χρήστος δεν τον πλησίαζε, δεν τον έγλειφε, δεν του έκανε τα κέφια για να επωφεληθεί.

Τελειώνοντας το πρώτο έτος, ο Χρήστος ανακοίνωσε στον συγκάτοικό του ότι δεν θα γυρίσει στις Σέρρες. Μετά από προσπάθειες, είχε βρει δουλειά με ικανοποιητικό μεροκάματο σε γκουρμέ εστιατόριο.
– Μπα! Δεν θα γυρίσεις στους δικούς σου; Πώς θα αντέξεις μακριά τους βρε εξαρτημένε; με ειρωνεία και σηκωμένο φρύδι θέλησε να τον πικάρει ο Ιάκωβος.
– Ρε μaλaka γιατί το παίζεις τόσο σκληρό καρύδι; Μπορεί να σε αγνοώ γιατί μου σπας τα apχiδia με τον τρόπο σου, αλλά έχω καταλάβει ότι ψοφάς για νοιάξιμο και ενδιαφέρον.
Ο Ιάκωβος ανέβασε και το άλλο φρύδι, γουρλώνοντας τα μάτια. Αυτό σίγουρα δεν το περίμενε. Ήταν η πρώτη φορά στη ζωή του που κάποιος είδε μέσα του, που κάποιος κατάλαβε την ανάγκη του χωρίς να μείνει στον επιφανειακά κακομαθημένο του τρόπο.

Ήταν η αρχή μιας δυνατής φιλίας. Ο Χρήστος βοηθούσε τον Ιάκωβο να αποβάλει τον παλιό του εαυτό, που του φόρεσε η ζωή, οι συνθήκες, το μεγάλωμά του και που ούτε ο ίδιος του άντεχε πια και να βγάλει προς τα έξω τον αληθινό του χαρακτήρα, που τον ώθησε στην συγκεκριμένη σχολή. Εκείνον που ήθελε να χαμογελάει και να μεταδίδει το χαμόγελο και στους άλλους. Εκείνον που ήθελε να ακούει, να βοηθάει, να βρίσκει λύσεις, να δίνει, να προσφέρει, να νοιάζεται.

Κάθε μέρα πρόσθετε στοιχεία που τον έκαναν καλύτερο. Ενσυναίσθηση, ευγένεια, αλτρουισμό, σεβασμό, ταπεινότητα και απαρνιόταν την έπαρση, την αχαριστία, την αγνωμοσύνη. Μεταλλασσόταν σε αυτό που πάντα είχε ανάγκη, αλλά τόσα χρόνια έκανε το εντελώς αντίθετο.

Ο Ιάκωβος ένιωθε ότι μόνο έπαιρνε από τον Χρήστο, ότι δεν του πρόσφερε τίποτα. Στο τελευταίο έτος και οι δύο, ήθελε να κάνει κάτι, να του δείξει την ευγνωμοσύνη του, να τον ευχαριστήσει που με υπομονή, στάθηκε δίπλα του σαν αδερφός κι επειδή ήξερε πως όνειρο του ήταν να μπορεί να στέλνει λεφτά στον μπαμπά του, που στερούνταν πολλά για τις σπουδές του, του ετοίμασε μια έκπληξη.

Στο στέκι τους, στο συγκεκριμένο τραπέζι τους, υπήρχε ένα στυλό κι ένα συμβόλαιο όταν πήγαν για καφέ. Το αφεντικό της καφετέριας, αρκετά χρόνια μεγαλύτερός τους, χαμογελούσε καθώς πλησίαζαν.
– Τι πονηρό υφάκι είναι αυτό ρε Μήτσο;, απόρησε ο Χρήστος.
– Καθόλου πονηρό! Ύφος χαράς είναι.

Τους έβλεπε να ανταλλάσσουν περίεργες ματιές και δεν καταλάβαινε.
– Ρε τι γίνεται εδώ;
– Άντε, καλές δουλειές συνεταιράκι.
– Παρακαλώ;

Ο Μήτσος του έδωσε το στυλό, τον χτύπησε πατρικά στην πλάτη και κοίταξε τον Ιάκωβο.
– Πάντα έτσι αγαπημένοι να είστε λεβέντες μου κι εγώ να καμαρώνω. Μπορεί να μην παντρεύτηκα ποτέ, να μην έχω δικά μου παιδιά, αλλά σας αγαπώ ρε παλιόπαιδα.
– Ρε την παλεύετε; Ιάκωβε τι συμβαίνει; Θα μου πεις;
– Χρήστο, πριν καιρό, έτυχε να μάθω ότι ο Μήτσος έψαχνε συνέταιρο γιατί λέει γέρασε, θέλει να ξεκουραστεί. Φίλε, το λιγότερο που μπορούσα να κάνω για σένα.
– Τι λες ρε μaλaka; Γιατί; Δεν μπορώ να το δεχτώ, είναι πολύ μεγάλο!
– Σε παρακαλώ. Εσύ δε λες ότι είμαι αδερφός σου;
– Ρε είσαι! Αλλά δεν χρειάζεται αυτό για να το αποδείξεις. Ρε Μήτσο, πες του!
– Άντε ρε υπέγραψε. Μη το προσβάλλεις το παιδί! Γέρασα λέμε! Άντε να αναλάβεις εσύ που είσαι νιάτο!

Αγκαλιάστηκαν, κοιτάχτηκαν στα μάτια και είπαν όσα οι άντρες λένε χωρίς να μιλήσουν. Η ζωή του Χρήστου άλλαξε. Πτυχιούχος πια κι ας μην είχε κατά νου να ασχοληθεί με αυτό που σπούδασε, ταυτόχρονα επιχειρηματίας και με οικονομική άνεση. Είχε πια την δυνατότητα όχι μόνο να μην επιβαρύνει τον πατέρα του, αλλά να του στέλνει χρήματα για να επισκευάσει το σπίτι, να αλλάξει αυτοκίνητο, να πάει ένα ταξίδι που είχε χρόνια να πάει κάπου. Όλα τα χρωστούσε στον φίλο του, που δεν δέχτηκε ποτέ να του επιστρέψει το ποσό που πριν κάποια χρόνια έβαλε για το μερίδιο που πουλούσε ο Μήτσος. Συνέχιζαν να συγκατοικούν και σε καθημερινή βάση να βρίσκεται στην καφετέρια, καθισμένος στο τραπέζι τους, στο ίδιο, από τότε που άφησαν τις διαφωνίες τους και ενώθηκαν με τα ισχυρά δεσμά της φιλίας τους.

Ένα βραδάκι, στη γιγαντοοθόνη έπαιζε το ντέρμπι Ολυμπιακός Παναθηναϊκός και στο διπλανό τραπέζι που κάθονταν οι δύο φίλοι, μια παρέα τριών εφήβων κάπου στα δεκαέξι, διαφωνούσε για το πέναλτι. Είχαν ανάψει τα αίματα και πιάστηκαν στα χέρια. Ο Χρήστος με μια δρασκελιά έπιασε τον πιο ζωηρό, που σκορπούσε γροθιές και του ζητούσε να ηρεμήσει. Μέχρι να πιάσει ο Ιάκωβος το άλλο πιτσιρίκι που έβριζε μάνες, Θεούς και Παναγίες, πρόλαβε, έβγαλε τον σουγιά από την τσέπη και με μανία τον κάρφωσε δύο φορές στο σώμα απέναντί του.

Ήταν τόσο θολωμένος ο μικρός, έγιναν όλα τόσο γρήγορα, που δεν πέτυχε το σώμα που ήθελε να κάνει κακό. Ο Χρήστος έγινε ασπίδα προστασίας για τον παρολίγο άτυχο νεαρό. Η κραυγή πόνου ανατριχιαστική. Ο Ιάκωβος είδε τον αδελφικό του φίλο να πέφτει στο πάτωμα και τα αγόρια να τρέχουν αστραπιαία προς διαφορετικές κατευθύνσεις.

Σωριάστηκε δίπλα στον Χρήστο ουρλιάζοντας το όνομά του και ζητώντας βοήθεια. Έπιασε το κεφάλι του, το ακούμπησε στα γόνατα του και χάιδευε το μέτωπό του. Η αιμορραγία ακατάσχετη.
– Έλα φίλε, κρατήσου! Καλέστε το 166, γρήγορα!, κοιτούσε έντρομος τους θαμώνες και εκλιπαρούσε για βοήθεια.
Δεν καταλάβαινε τι γινόταν. Σα να παρακολουθούσε ταινία, σα να μην συνέβαινε στους ίδιους. Ήταν παγωμένος. Μόνο χάιδευε τον φίλο του που έδινε αγώνα να αρθρώσει δύο κουβέντες.

– Ιάκω… βε! Τον μπα… μπα… μου… Μη τον… αφή…σεις πο…τέ…
– Χρήστο! Κόψε τις μaλakieς, σε παρακαλώ! Να! Όπου να ‘ναι θα έρθουν, θα σε πάνε στο νοσοκομείο. Κράτα ρε! Κράτα γερά!
– Ιάκω…. βε… Πες του ότι τον… αγα… πώ… Κι εσέ… να σε αγα… πώ φίλε.
Ξεψύχησε στα χέρια του. Τα ουρλιαχτά του ανατρίχιασαν τους υπόλοιπους πελάτες που ήταν σε κατάσταση σοκ.

Κάθε μέρα, για αρκετό καιρό, από το άνοιγμα μέχρι το κλείσιμο της καφετέριας, καθόταν στο τραπέζι τους, στο σκαμπό του Χρήστου, αμίλητος, με καρφωμένο το βλέμμα στο πάτωμα, στο σημείο που άφησε την τελευταία του πνοή, σα να ήθελε να γυρίσει το χρόνο πίσω, σα να ήθελε να αλλάξει το ριζικό, σα να ένιωθε τύψεις που δεν μπόρεσε να σώσει τον φίλο του.

Του πήρε πολύ χρόνο να συνειδητοποιήσει τι είχε γίνει. Καθόταν στο ίδιο τραπέζι πάντα και αναρωτιόταν γιατί να χάνονται ζωές εξαιτίας του φανατισμού κάποιων. Δεν ασχολιόταν με τίποτα πια. Είχε παραιτηθεί από την ζωή και το μόνο που έκανε ήταν να μην αφήνει άδειο το τραπέζι τους και να κρατά ζωντανή τη μνήμη του φίλου του. Καθόταν εκεί, πότε αμίλητος πότε αναπολώντας στιγμές που τις διηγούνταν στο Μήτσο και με αυτό τον τρόπο ένιωθε ότι ήταν ακόμη μαζί με τον Χρήστο. Ο Μήτσος προσπαθούσε να τον επαναφέρει στην κανονικότητα της καθημερινότητάς του, μάταια.

Όταν στη τηλεόραση άκουσε για μια περίπτωση δολοφονίας ενός δεκαεξάχρονου αγοριού, από συνομήλικό του, εξαιτίας της ομάδας που υποστήριζε, το πήρε απόφαση. Θα αφιέρωνε τη ζωή του στη δημιουργία ενός πολιτιστικού κέντρου, μιας κοινότητας, που θα αγκάλιαζε τους εφήβους και θα τους έδινε κίνητρα για τη ζωή, θα τους έδειχνε τον δρόμο της αγάπης κι όχι του μίσους. Σε έναν κόσμο που υποτίθεται αποτίναξε από πάνω του με αιματοχυσία και αγώνες τις φυλετικές διακρίσεις, δεν μπορούσε να διανοηθεί ότι υπήρχαν νέοι που φανατίζονταν για τις ομάδες, για το χρώμα της αθλητικής φανέλας κι έφταναν στο έγκλημα. Οι νέοι θα έπρεπε να ενώνουν τις δυνάμεις τους και να κάνουν τον κόσμο καλύτερο κι όχι να καταστρέφουν γήπεδα, να χτυπιούνται και να βγάζουν σουγιά, αφαιρώντας μια ζωή.

Το όραμά του υλοποιήθηκε δύο χρόνια μετά, με βοηθό τον Μήτσο. Αγόρασαν και ανακαίνισαν μια εγκαταλελειμμένη καπναποθήκη κι έφτιαξαν μέσα γηπεδάκι μπάσκετ, βόλεϊ, 5 * 5, πιγκ πονγκ, με γυμναστές που αναλάμβαναν να εκγυμνάσουν τα παιδιά, να τα μυήσουν στο εφ αγωνίζεσθαι και στην ομαδικότητα, είχαν ψυχολόγο που τα άκουγε και τα συμβούλευε κι ένα κουζινάκι που υπήρχε πάντα χυμός και υγιεινά σνακ για όλους. Λειτουργούσε από το πρωί μέχρι αργά το βράδυ και έγινε το δεύτερο σπίτι του Ιάκωβου.

Το κέντρο ονομάστηκε “αδελφότητα” και σε έναν τοίχο υπήρχε τεράστια ζωγραφισμένη η προσωπογραφία του Χρήστου κι εκεί μπροστά, είχε μεταφέρει από την καφετέρια το τραπεζάκι με τα δύο σκαμπό που κάθονταν πάντα. Εκεί συνέχισε να κάθεται ο Ιάκωβος και να μιλά με το πορτρέτο του φίλου του.

Δεν παντρεύτηκε ποτέ. Αφιέρωσε τη ζωή του στο να γίνεται αρωγός στην κοινότητα που δημιούργησε για τα νέα παιδιά. Όλοι μαζί κι ο καθένας χωριστά έβαζαν καθημερινά το λιθαράκι τους κατά της βίας σε οτιδήποτε διαφορετικό, είτε αυτό ήταν φανέλα ομάδας, εθνικότητα, χρώμα δέρματος, σεξουαλικές προτιμήσεις, εξωτερική εμφάνιση.

Σε εκείνον τον χώρο, βρήκε καταφύγιο κι ο δολοφόνος του καλύτερου του φίλου. Μετά από τον εγκλεισμό του σε ειδικό σωφρονιστικό κατάστημα για ένα διάστημα, όπως ορίστηκε στην δίκη, στιγματίστηκε στην μικρή κοινωνία της Κομοτηνής και δεν ήταν αποδεκτός ούτε από τους ίδιους του τους γονείς. Σταμάτησε το σχολείο και ανέπτυξε ισχυρότερη παραβατική συμπεριφορά. Η πόρτα της αδελφότητας άνοιξε και αποτέλεσε την δεύτερη ευκαιρία του στη ζωή. Ο Ιάκωβος εμπνεύστηκε και πρόσθεσε κι εκπαιδευτικούς στο κέντρο για παιδιά που είχαν διακόψει το σχολείο.

Ο μικρός φονιάς, σπούδασε με έξοδα του Ιάκωβου κι έγινε παιδίατρος. Δεν ξέχασε ποτέ το κακό που προκάλεσε, ούτε και σταμάτησε ποτέ να νιώθει ευγνωμοσύνη για το μεγαλείο ψυχής του άντρα που τον τράβηξε από την καταστροφή και του χάρισε μια νέα ζωή. Ο Ιάκωβος στο κακό απάντησε με καλοσύνη και στον φόνο με αγάπη. Ο Χρήστος ήταν εκείνος που του είχε μάθει να αγαπά, να συγχωρεί. Ήξερε από πρώτο χέρι ότι τα παιδιά δεν χρειάζονται τίποτα άλλο πέρα από προσοχή, νοιάξιμο κι αγάπη. Και τότε ανθίζουν, ανοίγουν τα πληγωμένα τους φτερά και πετούν ψηλά, κόβοντας τα σχοινιά που τα κρατούν δέσμια του κακού. Αν δεν είχε βρεθεί στο διάβα του ο Χρήστος, ίσως είχε κι ο ίδιος πολύ άσχημη κατάληξη. Εντέλει ακολούθησε το δρόμο που πάντα ήθελε και το χρωστούσε στον φίλο του. Ήθελε να είχε προλάβει να του το πει, όπως και τόσα άλλα. Του έλειπαν οι κουβέντες τους, τα πειράγματά του, η αγκαλιά του, το χαμόγελό του, το να κάθονται μαζί στο τραπέζι τους, μα ήξερε ότι από κει ψηλά ήταν σίγουρα περήφανος.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading