Το σκουτελικό

Όπως κάθε μέρα, η κυρία Σταυρούλα έβαλε το μεγάλο τσικάλι στην φωτιά και έδεσε την ποδιά γύρω από την μέση. Σήμερα τσιγάρισε το απάκι, το κρεμμύδι, το σκόρδο και τα λαχανικά, έριξε την τριμμένη ντομάτα και μπόλικο αλάτι και πιπέρι και τα άφησε να σιγοβράσουν. Η σάλτσα ήδη μοσχοβολούσε σε όλη την κουζίνα. Κοίταξε το ρολόι, είχε ώρα μέχρι να γυρίσουν τα παιδιά από την δουλειά και τα εγγόνια από το σχολείο. Το ζεστό φαΐ ποτέ δεν έλειπε, πάντα στην ώρα του στο τραπέζι και πάντα φτιαγμένο με περίσσια αγάπη.

Κόντευε τα 70 η κυρία Σταυρούλα και ακόμη ήταν καλοστεκούμενη και περιποιημένη. Ζηλευτή η ομορφιά της, μα πρώτα η μόρφωση και η ευγένειά της. Έναν καλό λόγο είχε να πει για όλους και αν είχε παράπονο, το έπνιγε η αγάπη στην καρδιά της. Πάντα πρόθυμη να συνδράμει όπου υπήρχε ανάγκη. Και το έκανε με τον καλύτερο τρόπο που ήξερε, με το σκουτελικό.

Τράβηξε το τσικάλι από την φωτιά και το σκέπασε να μελώσει. Έβαλε ένα άλλο με νερό να βράσει τα σκιουφιχτά μακαρόνια. Έβαλε μπόλικα γιατί είχε πολλά στόματα και σήμερα να ταΐσει. Είχε δώσει και ένα άδειο δωματιάκι που είχε κάτω από την πολυκατοικία της σε μία μαμά με τρία παιδιά. Πού να χωρέσουν βέβαια όλοι σε ένα δωμάτιο, αλλά υπήρχε ανάγκη. Η γυναίκα επέμενε να το πάρει, γιατί δεν είχε πού αλλού να μείνει, όμως δεν δέχτηκε να κάτσει χωρίς ενοίκιο. Έτσι μετακόμισε μέσα σε μια μέρα μόλις, η Μαρία με τα τρία της παιδιά, την Χριστίνα, την Κωνσταντίνα και τον μικρό Νικόλα. Και έδινε ό,τι μπορούσε και ας το έκανε με το ζόρι. Τα μεγάλα πρόσεχαν για λίγη ώρα το μικρότερο μέχρι να σχολάσει η μαμά το μεσημέρι, αλλά είχε το νου της και η κυρία Σταυρούλα. Μια πόρτα ήταν άλλωστε. Και ήξερε ότι μια γειτονιά για να είναι καλή, πρέπει να έχουν ομόνοια οι άνθρωποι. Να συνεργάζονται και να αλληλοστηρίζονται. Έτσι ανέλαβε εκείνη άτυπα τον δικό της ρόλο, να ετοιμάζει φαγητό σε όσους δεν μπορούν ή δεν έχουν. Και όλοι ήξεραν την προσφορά της στην κοινότητα. Και ήταν το σκουτελικό.

Έβγαλε τις μερίδες, δύο για εκείνη και τον άντρα της, δύο για τα παιδιά και δύο για τα εγγόνια. Μια για τον γαμπρό που θα σχολούσε αργά το βράδυ. Μια μερίδα για τον φοιτητή που ήρθε από μακριά να σπουδάσει στον τόπο εκείνο και δούλευε ταυτόχρονα να μην επιβαρύνει τους γονιούς του. Μια για τον ηλικιωμένο στην γωνία που ζούσε μόνος και από τότε που πέθανε η γυναίκα του δεν ήθελε ούτε να βγαίνει έξω. Μια για το σπίτι με το άρρωστο παιδάκι, γιατί πού να προφτάσει με τόσο τρέξιμο αυτή η μάνα μοναχή της να στέσει ένα φαΐ. Και σε ένα μικρό τσικάλι έβαλε τέσσερις μερίδες για την οικογένεια της Μαρίας. Θα περίμενε να γυρίσει από την δουλειά για να της το δώσει κρυφά από τα παιδιά της. Έτσι θα έκανε στην περίπτωσή της. Είχε τον λόγο της.

Η Μαρία γύρισε το μεσημέρι με τα πόδια από την δουλειά, κουρασμένη και ταλαιπωρημένη, μα μόλις άνοιξε την πόρτα και την τύλιξαν τα χέρια των παιδιών της, έλαμψε ξανά το πρόσωπό της. Πάει η κούραση και η αγωνία, επέστρεψε σπίτι της. Χαλάλι ο κόπος της, είχαν ένα κεραμίδι πάνω από το κεφάλι τους. Ξέχασε την ταλαιπωρία της, τα παιδιά της ήταν ασφαλή. Δόξα τω Θεώ, έλεγε και ξανάλεγε και τα έσφιγγε πάνω της. Έκατσε και είδε τις ζωγραφιές του μικρού και τα διαβάσματα των μεγάλων. Ευτυχώς τα κατάφερναν με τα μαθήματα και δεν ήθελαν βοήθεια, γιατί δεν ήξερε πώς να τα βοηθήσει. Εκείνη μάθαινε από αυτά όταν έκανε δουλειές στο σπίτι και άκουγε να λένε το μάθημα της Ιστορίας, της Γεωγραφίας, της Φυσικής. Πόσο χαιρόταν για την πρόοδο τους, δεν λέγεται. Δεν ήταν η μαμά που ήθελε να επιβάλει τα θέλω της στα παιδιά της. Ήθελε μόνο να μην γίνει εκείνη εμπόδιο στα όνειρά τους.

Κάποια στιγμή, χτύπησε η πόρτα και βγήκε η Μαρία να ανοίξει. Η κυρία Σταυρούλα στεκόταν με την κατσαρόλα στα χέρια και της έκανε νόημα να κλείσει λίγο την πόρτα να μιλήσουν.

«Μη σε δουν τα παιδιά. Πες πως το έκαμες οψές. Καλή όρεξη!»

«Ευχαριστώ», σάστισε. «Με ξαφνιάσατε, σας ευχαριστώ πολύ και πάλι. Αλλά γιατί να μην το πω στα παιδιά;»

Αυτό πρόλαβε να πει μόνο πριν φύγει η κυρία Σταυρούλα και τρέξει πάλι πίσω στην πολυκατοικία. Και έμεινε η Μαρία με την ζεστή κατσαρόλα στα χέρια να απορεί. Μπήκε μέσα και τα παιδιά ήταν ακόμη στο δωμάτιο. Έβαλε το σκεύος στην κουζίνα και άνοιξε το μάτι να κάνει ότι το ζεσταίνει. Μόλις μύρισε το φαγητό, το τράβηξε αμέσως και ξεσκέπασε το καπάκι να απλωθούν τα αρώματα. Τα παιδιά βγήκαν τρέχοντας και ρώτησαν τι μυρίζει έτσι ωραία.

«Σκιουφιχτά με σάλτσα», είπε η μαμά και έτρεμε η φωνή της.

«Πότε πρόλαβες, βρε μαμά;» ρώτησε η μεγάλη, η Χριστίνα.

«Χθες, παιδάκι μου. Χθες»

Το επόμενο πρωί, μόλις έφυγε η οικογένεια για την δουλειά και ήπιε το καφεδάκι της η κυρία Σταυρούλα, έστεσε πάλι το τσικάλι. Τι καλό θα κάνει σήμερα, αναρωτήθηκε. Ήταν και μέρες που δεν ήξερε τι να μαγειρέψει. Ξεφύλλισε το τετράδιο με τις συνταγές της μαμάς της, περισσότερο για να πάρει δύναμη παρά έμπνευση. Ευλογημένη ψυχούλα, ήταν το πρότυπό της. Τα βήματά της ακολουθούσε και μπορεί τα πτυχία της να ήταν πολλά και η επαγγελματική της καταξίωση ζηλευτή, το παράσημό της όμως ήταν η διατήρηση του σκουτελικού που της κληροδότησε η μητέρα της. Αυτό το έθιμο ήταν η απόδειξη της καλοσύνης και της φιλοξενίας στον γείτονα. Η αλληλεγγύη και η προσφορά στον συνάνθρωπο. Και μπορεί το έθιμο να λέει να γυρίζει πίσω το σκουτέλι γεμάτο ως ένδειξη ευγνωμοσύνης, μα ποτέ η κυρία Σταυρούλα δεν δέχθηκε να πάρει κάτι πίσω. Ποτέ δεν έδωσε για να πάρει. Αυτό ήταν αδιαπραγμάτευτο.

Κοίταξε το ημερολόγιο. Ήταν Τετάρτη. Γεμιστά ορφανά θα έκανε και ντολμαδάκια που τα είχε πεθυμήσει από καιρό. Νηστίσιμο φαγάκι. Ξεδιάλεξε τα λαχανικά, ντομάτες, πιπεριές, μελιτζάνες, πατάτες, κολοκυθάκια, να τα κάνει όλα γεμιστά. Τα άδειασε, έτριψε τα υλικά τους, έκοψε ξερά και φρέσκα κρεμμυδάκια, μέτρησε το ρύζι, ψιλόκοψε τα μυρωδικά. Ετοίμασε τα αμπελόφυλλα και έπιασε ένα ένα να τα τυλίγει. Τα χώρισε σε ταψιά, γάστρες και κατσαρόλες και γέμισε και σήμερα η κουζίνα αρώματα και μυρωδιές. Όλη η γειτονιά μοσχοβόλησε και όλοι ήξεραν τι καλό ετοίμαζε εκείνη τη μέρα η κυρία Σταυρούλα.

Χτύπησε η πόρτα της Μαρίας αργά το μεσημέρι. Μόλις είχε βάλει μια κατσαρόλα πάνω στην κουζίνα και σκεφτόταν τι να φτιάξει στα γρήγορα γιατί τα παιδιά διαμαρτύρονταν ότι πεινούσαν.

«Άργησα σήμερα. Και όπως είπαμε. Οψές τα έκαμες! Καλή όρεξη».

«Κυρία Σταυρούλα! Περιμένετε!», την πρόλαβε πριν χωθεί ξανά στο σπίτι της. «Γιατί το κάνετε αυτό;»

«Το φαΐ; Αυτό δεν είναι πράμα, το κάνω από την καρδιά μου»

«Γιατί μου λέτε να μην το πω στα παιδιά;»

«Για να σου λένε εσένα, μαμά σε ευχαριστώ. Για αυτό»

Εκείνο το μεσημέρι, η Μαρία σέρβιρε στα παιδιά της το ζεστό φαγητό που μοσχοβολούσε και κάθε ένα πιάτο που έδινε, άκουγε και ένα ευχαριστώ από τα παιδάκια της. Και μέσα της έλιωνε από συγκίνηση μα δεν άφησε δάκρυ να στάξει. Να μην καταλάβουν τα παιδιά. Όμως κάθε ευχαριστώ από την παιδική τους ψυχούλα ήταν ισάξιο με μια προσευχή στον Θεό να έχει πάντα καλά αυτήν την γυναίκα που κάνει το σκουτελικό της.

Μία μέρα, στέκονταν πάλι έξω από τα σπίτια τους με μια κατσαρόλα ζεστό φαγητό να αχνίζει ανάμεσά τους. Έπιασαν την κουβέντα για τις δουλειές τους. Ακούγοντας την σημαντική δουλειά που έκανε αυτή η γυναίκα στα νιάτα της και το φιλανθρωπικό της έργο που μεγάλωσε από τότε που είχε συνταξιοδοτηθεί, η Μαρία αναρωτήθηκε για άλλη μια φορά αν ήταν αρκετά αυτά που έκανε για τα δικά της παιδιά. Και ρώτησε την κυρία Σταυρούλα τι είναι πιο σημαντικό για μια μαμά. Και εκείνη απάντησε ότι η πιο σημαντική δουλειά της είναι να την βλέπουν τα παιδιά να προσφέρει. Με ό,τι έχει. Και το λίγο παράδειγμα είναι και μένει για πάντα μέσα τους.

Έτσι πέρασε ο καιρός και ήρθαν τα Χριστούγεννα. Άνοιξε το σπίτι η κυρία Σταυρούλα και έφερε την Μαρία με τα παιδιά της και τον φοιτητή και την μαμά με το άρρωστο παιδάκι και τον ηλικιωμένο που μπορεί να ζορίστηκε μα τον κατάφερε και αυτόν. Και ετοίμασε το πιο γιορτινό τραπέζι με όλα τα καλά του Θεού. Γύρισαν και τα παιδιά της που τέτοιες μέρες είχαν πολύ τρέξιμο με την εθελοντική τους εργασία. Πάντα στην πρώτη γραμμή της πόλης να βοηθούν όπου χρειάζεται. Έκατσαν όλοι μαζί και έφαγαν και ήπιαν και χόρτασε και η ψυχή και το σώμα. Και είπαν τα κάλαντα τα παιδιά και γιόρτασαν την γέννηση Του. Και μπορεί η κυρία Σταυρούλα να μην ήθελε αντάλλαγμα για την προσφορά της, μα εκείνη τη μέρα πήρε με χαρά στα χέρια της τις κάρτες και τις ζωγραφιές που της ετοίμασαν τα παιδιά. Και στο τέλος άνοιξαν το κρασί που έφερε ο νεαρός και έκοψαν την τούρτα που έφτιαξε η μαμά για την περίσταση. Και έβγαλε ο ηλικιωμένος από το κουτί που κρατούσε έναν μικρό πίνακα που είχε κάνει η γυναίκα του στα νιάτα της. Ένας σταυρός κεντημένος ήταν. Σηκώθηκε η κυρία Σταυρούλα και του φίλησε το χέρι και πήρε το δώρο του και το κρέμασε στον τοίχο στο σαλόνι. Και κάθε μέρα τον κοιτούσε και θυμόταν τον σταυρό που κουβαλά ο καθένας στην πλάτη του.

Σήμερα μπορεί να μην προσφέρουμε φαγητό με το σκουτέλι αλλά με το πιάτο. Άλλαξε το σκεύος αλλά ας μην αλλάξει και το έθιμο της προσφοράς μας στον συνάνθρωπο.

*Βασισμένο σε προσωπική εμπειρία. Μεγάλη τιμή να συναντήσεις στην ζωή σου μια κυρία Σταυρούλα. Και μεγάλη ευλογία να γευτείς το φαγητό της που είναι φτιαγμένο με περίσσια αγάπη.

CC

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading