Mahākāla — Το Πέρασμα και το Όριο

Ήταν σχεδόν μεσάνυχτα, εκείνη η μεταιχμιακή ώρα που ο κόσμος σωπαίνει, τα φώτα χαμηλώνουν, και κάτι αόρατο βρίσκει χώρο να κινηθεί. Κάτι που δεν ανήκει ούτε στη μέρα ούτε στη νύχτα, όταν τα πράγματα γύρω μας γίνονται πιο ήσυχα.

Ήμουν στο σαλόνι, καθισμένη χαλαρά, όταν ο Στέλιος ήρθε προς το μέρος μου. Δεν χρειαζόταν πολλά λόγια. Το πρόσωπό του ήταν ήδη πιο χλωμό από το συνηθισμένο, σαν να είχε χάσει το χρώμα του μέσα σε λίγα λεπτά, σαν να είχε στραγγίξει από ενέργεια το μέσα του.

Το πρόσωπό του ήταν τραβηγμένο με πόνο. «Κατερινάκι μου… δεν νιώθω και πολύ καλά. Πάω να ξαπλώσω», μου είπε χαμηλόφωνα.

Τον κοίταξα με μια ελαφριά ανησυχία, αλλά προσπάθησα να κρατήσω τον τόνο μου απαλό. Κάτι μέσα μου όμως σκλήρυνε. Ένιωσα όχι φόβο αλλά εγρήγορση.

«Τι λες, βρε αγάπη; Είναι νωρίς ακόμη… έλα να κάνουμε ένα τσιγάρο»

Δεν μου απάντησε αμέσως. Μετά πήρε μια βαθιά ανάσα, σαν να του κόστιζε ακόμα και αυτό.

«Ζαλίζομαι. Πονάει το δεξί μου μάτι, βαθιά, μέσα στην κόγχη. Έχω τρομερό πονοκέφαλο, μου φέρνει ναυτία. Και ο αυχένας… πονάω πολύ. Είμαι εξαντλημένος.
Νιώθω κουρασμένος, θέλω να πάω για ύπνο»

Η ανησυχία μέσα μου μεγάλωσε, αλλά δεν ήθελα να τον επιβαρύνω με τον φόβο μου.

«Καλά, βρε μανάρι μου», του είπα ήρεμα. «Κάνω ένα τσιγάρο και έρχομαι να ξαπλώσω δίπλα σου. Θα σου κάνω και λίγο ενεργειακή θεραπεία ρέικι να σε βοηθήσω.»

«Καλά… μπορεί να με έχει πάρει ο ύπνος μέχρι τότε», μου απάντησε, και πήγε στο υπνοδωμάτιο.

Έμεινα για λίγο στο σαλόνι. Έκανα το τσιγάρο μου μηχανικά. Το μυαλό μου είχε ήδη μετακινηθεί εκεί όπου ήταν εκείνος.

Όταν μπήκα στο δωμάτιο, τον βρήκα να στριφογυρίζει, να ανασαίνει βαριά. Ο αέρας ήταν πυκνός, σαν να είχε σταθεί κάτι μέσα του και να μην έλεγε να φύγει.

Αλλά το μυαλό μου ήταν ήδη στο κρεβάτι, δίπλα του. Κάτι δεν μου κόλλαγε. Ήταν σαν να είχε απλωθεί μια βαριά σκιά πάνω του — όχι μεταφορικά, μα κυριολεκτικά.

Ξάπλωσα δίπλα του.

Έβαλα το δεξί μου χέρι — το χέρι που δίνει, που τραβά, που θεραπεύει — πάνω στα σημεία που πονούσε. Έκανα τα σύμβολα του Ρέικι πάνω από το κεφάλι του: Cho Ku Rei. Τα οραματίστηκα φλεγόμενα, χρυσά και κόκκινα, ζωντανά μέσα στο σκοτάδι σαν σφραγίδες.

Ύψωσα το αριστερό μου χέρι προς τα πάνω, όχι στο ταβάνι αλλά στο σύμπαν, ανοίγοντας κανάλι. Ζήτησα σιωπηλά να περάσει μέσα από μένα ό,τι δεν του ανήκε πια, να φύγει και να επιστρέψει μεταμορφωμένο, σαν να ζήταγα άδεια να ανοίξει ένα κανάλι. Απαίτησα ό,τι αρνητικό υπάρχει πάνω του να έρθει σε μένα, να το τραβήξω, να το σηκώσω, να φύγει από εκείνον. Και να επιστρέψει πίσω ως φως, ως θεραπεία.

Η ζεστασιά άρχισε να κυλά στις άκρες των δακτύλων, απλώθηκε στην παλάμη. Δεν ήταν απλή θερμότητα· ήταν κίνηση. Και τότε τις είδα.

Μαύρες ίνες, σαν κλωστές, άρχισαν να ανεβαίνουν από τα σημεία του πόνου. Από το μάτι, από τον αυχένα, από το κεφάλι.

Τις έβλεπα μπροστά μου, σαν όραμα, σαν σκηνή που σκίζεται από έναν αόρατο άνεμο. Ένιωσαν σαν κλωστές κολλώδεις σαν την πίσσα, σιωπηλές αλλά ζωντανές. Τις ένιωθα να αντιστέκονται, σαν να τραβούσα κλωστές από κάτι που δεν ήθελε να φύγει. Ήταν σαν κάτι ξένο, κάτι σκοτεινό, τις ένιωθα να σέρνονται μέσα στο χέρι μου.

Απλώνονταν, ανέβαιναν, και έμπαιναν μέσα στην παλάμη του δεξιού μου χεριού με μια δύναμη που μπορούσα να νιώσω ως τα κόκκαλά μου.

Ένιωσα το βάρος τους. Το πάχος τους. Την αντίσταση.
Ήταν σαν να τραβούσα σκληρά σχοινιά από μέσα του.

Και τότε… ένα μεγαλύτερο κομμάτι.

Ένα σκληρό, συμπαγές, μαύρο κομμάτι, σαν πηγμένο σκοτάδι, ανέβηκε απότομα, μπήκε ολόκληρο μέσα στη δεξιά μου παλάμη, και έφυγε από το αριστερό μου χέρι προς τα πάνω — προς το σύμπαν. Το είδα να χάνεται, να διαλύεται. Και μόλις έφυγε, ένιωσα σαν να άνοιξε ο αέρας στο δωμάτιο. Σαν να ελάφρυνε λίγο ο χώρος.

Τον είχα καθαρίσει.

Τότε άρχισα να κατεβάζω ασημένιες και χρυσές ίνες. Έμπαιναν μέσα του από το δεξί μου χέρι, σαν να ύφαιναν ξανά τον χώρο. Η αναπνοή του ηρέμησε. Το σώμα του χαλάρωσε. Τον πήρε ο ύπνος.

Αλλά για μένα, δεν είχε τελειώσει.

Για να ολοκληρωθεί η θεραπεία, όπως πάντα διοχέτευσα πράσινο φως μέσα του, το χρώμα της καρδιάς, της ίασης, της ισορροπίας.

Την ώρα που αυτό το πράσινο φως άρχισε να απλώνεται μέσα του, αργά, σαν παχύ πέπλο στο σώμα του, ένιωσα τον χώρο να αλλάζει. Όχι με θόρυβο. Με σιωπή.

Ήταν μια σιωπή αφύσικη, βαριά, σαν να είχε τραβηχτεί ο ήχος από το δωμάτιο.

Η αναπνοή του Στέλιου, εκεί που ήταν σταθερή, ξαφνικά έγινε βαθιά, σχεδόν απόκοσμη στην ηρεμία της. Ένιωθα ότι κάτι μάς παρακολουθεί.

Ο αέρας ψυχράθηκε απότομα. Η ζεστασιά στα χέρια μου κόπηκε, σαν κάποιος να είχε ανοίξει μια αόρατη πύλη. Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται, όχι από φόβο αλλά από προειδοποίηση.

Και τότε, χωρίς καμία προετοιμασία, εμφανίστηκε.

Όχι σαν όραμα που σχηματίζεται αργά.
Όχι σαν εικόνα του νου. Όχι σαν επίθεση.
Αλλά σαν παρουσία που ήταν ήδη εκεί από την αρχή και απλώς αποφάσισε να αποκαλυφθεί.

Σαν άνοιγμα πέπλου, η μάσκα ξεπρόβαλε μέσα από το σκοτάδι, τεράστια, επιβλητική, ακίνητη.

Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα — όχι ανθρώπινα μάτια, αλλά μάτια που έβλεπαν μέσα από μένα. Το τρίτο μάτι στο μέτωπο άστραψε βαθύ κόκκινο, σαν πυρακτωμένο σημάδι επίγνωσης, όχι θυμού.

Ένα όραμα; Όχι, αλλά μια Μάσκα ζωντανή, αρχέγονη, επιβλητική, αρχέτυπη. Δόντια κοφτερά όχι για να κατασπαράξουν αλλά για να διαλύσουν. Γυάλιζαν, έτοιμα όχι να δαγκώσουν σάρκα, αλλά να σχίσουν ενεργειακά δεσμά.

Τα Κρανία γύρω της επέπλεαν σαν να αιωρούνταν εκτός χρόνου, μάρτυρες περασμάτων και τελειωμάτων. Δεν ένιωσα θάνατο, μα πέρασμα.

Για μια στιγμή, ένιωσα το ένστικτο του ανθρώπου: το σώμα μου πάγωσε. Η καρδιά μου χτύπησε πιο δυνατά.

Όχι επειδή κινδύνευα, αλλά επειδή βρισκόμουν μπροστά σε κάτι που δεν ζητά άδεια για να υπάρχει.

Ο αέρας γύρω μου πάγωσε, ο χρόνος σταμάτησε, σταμάτησα κι εγώ να αναπνέω.

Η μάσκα δεν πλησίασε.
Δεν έκανε καμία κίνηση.
Κι όμως, ο χώρος υπάκουσε.

Ήταν σαν να σφραγίζεται κάτι αόρατο. Σαν να χαράζονταν όρια εκεί που πριν υπήρχε άνοιγμα. Κατάλαβα, χωρίς σκέψη, χωρίς λέξεις:

Αυτή η παρουσία δεν είχε έρθει για να πάρει.
Είχε έρθει για να βεβαιώσει ότι τίποτα δεν θα επιστρέψει.

Δεν είχε έρθει με την αρνητικότητα. Είχε έρθει μετά. Όταν όλα είχαν ήδη φύγει. Ήταν ο Mahākāla — ο φύλακας που στέκεται όταν η εργασία ολοκληρώνεται, που σφραγίζει τον χώρο, που βάζει όρια στο αόρατο.

Όχι, δεν είχε έρθει ως μορφή λατρείας, αλλά ως φύλακας κατωφλιού. Η όψη του φοβερή για ό,τι σκοτεινό τολμά να περάσει. Ουδέτερη, σχεδόν απρόσιτη, για τον άνθρωπο που στέκεται καθαρός.

Κράτησε το βλέμμα του πάνω μου για μια αιωνιότητα που κράτησε λίγα δευτερόλεπτα. Και μέσα σε εκείνο το βλέμμα υπήρχε μια μόνο αίσθηση:

Τάξη.

Δεν πλησίασε. Δεν χρειάστηκε. Σαν να είπε χωρίς λόγια:

Έγινε.

Και όπως εμφανίστηκε, έτσι και χάθηκε. Ο χώρος φωτίστηκε. Ο Στέλιος κοιμόταν βαθιά, ήρεμα πια. Το πρόσωπό του είχε αλλάξει χρώμα, είχε ξαναβρεί τη ζωντάνια του.

Έγινε φρούρηση.

Έμεινα λίγο ακόμη με το χέρι μου πάνω του, νιώθοντας την ενέργεια να σταθεροποιείται, νιώθοντας ακόμη την ενέργεια να κυλάει μέσα μου.

Εκείνη τη νύχτα, δεν ήμασταν μόνοι.
Και εγώ είχα γίνει το πέρασμα.

Ήξερα πως κάτι είχαμε αντιμετωπίσει εκείνη τη νύχτα.
Κάτι το οποίο δεν ανήκε στο καθημερινό.

Εκείνη τη νύχτα, εγώ και ο Στέλιος δεν ήμασταν μόνοι.
Εγώ ήμουν το φίλτρο που πέρασε μέσα μου ό,τι έπρεπε να φύγει.

Η κάθαρση δεν ήταν τυχαία· είχα ανοίξει πεδίο. Κι όταν ένα πεδίο ανοίγει και κλείνει σωστά, εμφανίζεται ο φύλακας του ορίου.

Ο Mahākāla δεν ήταν τιμωρός, ούτε σκιά. Ήταν η επιβεβαίωση ότι η εργασία έγινε με καθαρότητα. Η παρουσία του σήμανε πως ο χώρος σφραγίστηκε, πως ό,τι δεν ανήκε πια δεν έχει δικαίωμα επιστροφής.

Το αρχέτυπο της μάσκας — οργισμένο μόνο στην όψη — είναι στην ουσία του προστατευτικό. Η οργή του δεν απευθύνεται στον άνθρωπο, αλλά σε ό,τι παρασιτεί.

Εγώ λειτούργησα ως κανάλι. Ως πηγή. Και αυτό είναι το πιο σημαντικό μάθημα: όταν η πρόθεση είναι καθαρή, η βοήθεια έρχεται σιωπηλά και αποχωρεί χωρίς θόρυβο. Δεν ζητά λατρεία· ζητά σεβασμό στα όρια.

Η νύχτα εκείνη μου υπενθύμισε πως η θεραπεία δεν τελειώνει όταν ο πόνος φεύγει. Τελειώνει όταν ο χώρος ασφαλίζεται. Και τότε, ο ύπνος γίνεται βαθύς, η αναπνοή σταθερή, και το φως επιστρέφει — όχι θεαματικά, αλλά αληθινά.

Μετά από μέρες και πολύ βαθιές σκέψεις, το γιατί αυτό το όραμα ήρθε σε μένα; Γιατί εγώ ήμουν το κανάλι. Όχι μόνο ως διάμεσος, ούτε ως θεραπεύτρια, αλλά ως μεταβατικό πεδίο: εκεί όπου η ενέργεια περνά, μετασχηματίζεται και επιστρέφει. Όταν ένα τέτοιο πεδίο ανοίγει καθαρά και κλείνει σωστά, εμφανίζονται αρχέτυπα που δεν ανήκουν στο προσωπικό, αλλά στη συλλογική μνήμη της τάξης.

Η μάσκα δεν ήταν απειλή· ήταν υπενθύμιση ευθύνης. Ότι το χάρισμα δεν είναι επίδειξη, αλλά φύλαξη. Ότι δεν αρκεί να καθαρίζεις — πρέπει να προστατεύεις. Και έφυγε γιατί η πράξη ολοκληρώθηκε. Όταν η νύχτα σιωπά και το όριο σφραγίζεται, το φως επιστρέφει αθόρυβα — αληθινό.

Αυτό κρατώ. Και αυτό τιμώ.

Kathrine Sorilos

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading