Μπλεγμένοι εχθροί

Φορτωμένος με ψώνια, πριν προλάβει να πατήσει το κουμπί, είδε το βελάκι από το ασανσέρ να κατεβαίνει. Όταν άνοιξε η πόρτα και κοιτάχτηκαν, σε κλάσματα δευτερολέπτου κατέβασαν και οι δύο το βλέμμα τους χωρίς να ανταλλάξουν ούτε μια καλησπέρα, ένα “γεια”. Η Φωτεινή έκανε ότι έψαχνε κάτι στην τσάντα της σκεπτόμενη “πάνω στον γρουσούζη ήταν ανάγκη να πέσω;”. Και ο Σπύρος ότι προσπαθούσε να πιάσει καλύτερα τις σακούλες με τα ψώνια, με την σκέψη “άι στα τσακίδια”.

Η πολυκατοικία πενταόροφη, κάθε όροφος τρία διαμερίσματα, με όλους είχε τουλάχιστον μία καλημέρα, ένα χαμόγελο. Όλοι του ήταν συμπαθείς, εκτός από κείνη. Εκείνη ήταν η κακιά μάγισσα του παραμυθιού. Εκείνη ήταν που του έκλεψε μέσα από τα χέρια τον Πέτρο.

Ο Σπύρος, μέχρι τα τριάντα του, πάλευε να πνίξει τα θέλω του, βγαίνοντας με κοπέλες που άλλες τον έβλεπαν σαν τρόπαιο, λόγω της εμφάνισής του κι άλλες πράγματι ένιωθαν πράγματα για εκείνον. Παρουσιαστής ειδήσεων σε τοπικό κανάλι της Κέρκυρας και για πολλά χρόνια μοντέλο, είχε απήχηση στο γυναικείο φύλο. Για εκείνον όμως, ήταν θηλιά στο λαιμό, μια που έπρεπε να καταπιέζει τον εαυτό του. Δεν ήθελε να απογοητεύσει τους γονείς του, το περιβάλλον του. Δεν ήθελε να τους πληγώσει. Κι επέλεγε να πληγώνει τον εαυτό του.

Πάλευε με όλο του το είναι να νιώσει έλξη από τις γυναίκες που τον πλησίαζαν ερωτικά, μα όχι μόνο δε τα κατάφερνε, αλλά μετά από κάθε ανούσια ερωτική πράξη, ένιωθε ότι πρόδιδε τον ίδιο του τον εαυτό και πονούσε η ψυχή του. Μέχρι που το πήρε απόφαση και απαλλάχτηκε από αυτό το μαρτύριο. Φανέρωσε στους γονείς του ότι ήταν ομοφυλόφιλος. Τότε, ξεκίνησε ένα άλλου είδους μαρτύριο. Ο μπαμπάς του τον έφτυσε κατάμουτρα με ολοφάνερη την αηδία στο ύφος του, χωρίς καμία προσπάθεια να την κρύψει, απαίτησε να εξαφανιστεί από το σπίτι και τον απείλησε πως αν κυκλοφορούσε στο νησί η φήμη ότι ο γιος του ήταν ποuσthς, θα τον σκότωνε με τα ίδια του τα χέρια. Η μάνα του προσπαθούσε να συγκρατήσει τον άντρα της, να αποφύγουν τα χειρότερα, χωρίς να ρίξει ούτε μια ματιά στον γιο της, στο μέχρι τότε καμάρι της. Την επόμενη μέρα μάζεψε τα κομμάτια του σε μια βαλίτσα κι έφυγε. Δεν ήταν η ώρα να πέσει στα πατώματα κι ας ήταν συντετριμμένος που δεν του έδωσαν καν την ευκαιρία να τους πει πώς ένιωθε, πώς το διαχειριζόταν τόσα χρόνια, να τους πει ότι για τον ίδιο, τίποτα δεν θα άλλαζε στα αισθήματά του για εκείνους.

Μέσω γνωριμιών και με όπλο την μοντελική του εμφάνιση, έπιασε δουλειά σε ένα μικρό τηλεοπτικό κανάλι σαν παρουσιαστής, έκανε περιστασιακά διαφημίσεις και φωτογραφήσεις, όπου ήταν δυνατόν, λόγω ηλικίας και το βράδυ δούλευε μπάρμαν. Το ενοίκιο και η ζωή στην Αθήνα δεν του άφηναν άλλη επιλογή. Στην πολυκατοικία, η επιπλωμένη γκαρσονιέρα που νοίκιασε, ανήκε στον Πέτρο, που έμενε στο δίπλα διαμέρισμα κι ο Σπύρος, απελευθερωμένος πια, ερωτεύτηκε για πρώτη φορά.

Ο Πέτρος ήταν στα ίδια μήκη κύματος με κείνον. Μετρημένος, σοβαρός, δεν του έπαιρνες κουβέντες εύκολα. Είχε μια συστολή, που ο Σπύρος έβρισκε ακαταμάχητη. Ήθελε τόσο πολύ να του εκφράσει τον έρωτά του, μα δεν τολμούσε. Ήταν άγνωστο αυτό το μονοπάτι. Με τις γυναίκες τόσα χρόνια, παρόλο που του ήταν όλες παντελώς αδιάφορες, ήξερε πώς να λειτουργήσει, αφού όλα ήταν ψεύτικα για κείνον. Τώρα όμως, αυτό που ένιωθε ήταν πέρα για πέρα αληθινό και δεν ήξερε πώς να το χειριστεί. Λάμβανε κάποια ερωτικά vibes κι από κείνον αλλά δεν ήταν σίγουρος. Κι αν ήταν δημιούργημα της λαχτάρας του;

Όταν συναντιόντουσαν στο ασανσέρ ή στην είσοδο ή όταν πλήρωνε το ενοίκιο, αρκούνταν σε χαμόγελα, σε έναν εγκάρδιο χαιρετισμό, σε επίμονα βλέμματα. Ένιωθε σαν έφηβος, πρωτόγνωρα συναισθήματα στα τριάντα του χρόνια. Η δειλία του όμως τον κρατούσε αιχμάλωτο. Το περίμενε πιο εύκολο αφού έκανε την αρχή και αποδέχθηκε τον εαυτό του, μα τόσα χρόνια έμαθε να κρύβεται, με αποτέλεσμα να δυσκολεύεται να αποτινάξει όλα αυτά τα στερεότυπα, την εγκράτεια, το ψέμα και να αφεθεί. Κι ο καιρός περνούσε χωρίς να τολμά. Το μόνο που του έδινε ελπίδες, ήταν ότι ο Πέτρος συνέχιζε να ζει μόνος.

Είχε περάσει πια ένας χρόνος και δεν είχε δει ποτέ κανέναν να μπαίνει ή να βγαίνει στο σπίτι του. Μέχρι που έγινε αυτό που τον τσάκισε. Στην ζωή του Πέτρου μπήκε η Φωτεινή και τα γκρέμισε όλα. Δεν μπορούσε να δεχτεί πόσο λάθος είχε κάνει. Μα αφού το έβλεπε πως τον κοιτούσε! “Πώς είναι δυνατόν να έπεσα τόσο έξω και να του αρέσουν οι γυναίκες;”, αναρωτιόταν και η ζήλια του έκαιγε τα σωθικά. Αυτή έφταιγε για όλα. Τον μάγεψε. Αυτόν βρήκε; Τόσοι άντρες εκεί έξω. Την έβλεπε χαμογελαστή, ναζιάρα, γατούλα, να του τρίβεται, να μη τον αφήνει να κάνει ρούπι μόνος του και του ερχόταν να ξεράσει. Πρώτη φορά στη ζωή του αντιπαθούσε τόσο πολύ έναν άνθρωπο χωρίς καν να τον ξέρει προσωπικά. Όχι απλά δεν της απηύθυνε ποτέ τον λόγο όταν τους συναντούσε ή μαζί ή μόνη, αλλά της το έκανε ξεκάθαρο ότι δεν την χώνευε. Η Φωτεινή που δεν κατάλαβε ποτέ γιατί έτρεφε τόση απέχθεια προς το πρόσωπό της, αφού δεν του έκανε κάτι, ανταπέδιδε το ύφος. Άσπονδοι εχθροί, χωρίς να έχουν ανταλλάξει ούτε μια κουβέντα μεταξύ τους.

Και κάπως έτσι πέρασε άλλος ένας χρόνος. Με κρυφό ανομολόγητο έρωτα για τον Πέτρο και αντιπάθεια για την Σειρήνα που τον ξελόγιασε.

Ένα βράδυ, σχολώντας από το μπαρ, πριν μπει στην πυλωτή, σήκωσε το βλέμμα του όπως συνήθιζε, να ρίξει μια ματιά στο διαμέρισμα του Πέτρου και όλως περιέργως, είχε φως. Τέτοια ώρα, ποτέ δεν είχαν φως. Και οι δύο έπιαναν πολύ πρωί δουλειά και δεν ξενυχτούσαν. Φτάνοντας έξω από την πόρτα της γκαρσονιέρας του, άκουγε περίεργους θορύβους από δίπλα. Χωρίς να το πολυσκεφτεί κόλλησε το σώμα του στην πόρτα του σπιτιού του Πέτρου, μήπως και καταλάβαινε τι ακουγόταν. Στα αυτιά του έφτασε μια άγρια αντρική φωνή που σίγουρα δεν ήταν του Πέτρου. “Μίλα επιτέλους, μη το μετανιώσω και σου φυτέψω μια σφαίρα στο κεφάλι!”. Από το σοκ του ξέφυγε, μάλλον δυνατά, ένα “Παναγία μου!” και του έπεσαν τα κλειδιά από το χέρι. Πριν προλάβει να τα μαζέψει και να εξαφανιστεί, η πόρτα άνοιξε και βρέθηκε πρόσωπο με πρόσωπο με έναν μεγαλόσωμο άντρα, γυμνασμένο, με ξυρισμένο κεφάλι και τατουάζ στο γυμνό κρανίο. Ακίνητος, σαστισμένος και τρομαγμένος καθώς ήταν, εύκολα τον τράβηξε ο φουσκωτός και τον έβαλε να κάτσει σε μια καρέκλα από την τραπεζαρία. Τα σοκ διαδέχονταν το ένα το άλλο. Στη διπλανή καρέκλα, δεμένη σε χέρια και πόδια ήταν η Φωτεινή και φαινόταν ίχνη βίας στο πρόσωπό της. Μελανιά στο μάτι και αίμα στα χείλη, σε συνδυασμό με ποταμούς δακρύων. Είχε μπροστά του μια άλλη Φωτεινή. Για πρώτη φορά το βλέμμα της δεν ήταν λάγνο όπως όταν κοιτούσε τον Πέτρο, ούτε επιθετικό όπως όταν κοιτούσε εκείνον. Ήταν τρομοκρατημένη, έτρεμε και τα μάτια της ζητούσαν βοήθεια.

– Μπα μπα μπα! Τι έχουμε εδώ;, ακούστηκε μια λεπτή γυναικεία φωνή, καθώς έβγαινε από την κουζίνα. Από πού ξεφύτρωσε ο κούκλος; συνέχισε να μιλάει κι εμφανίστηκε μπροστά του.
– Μάλλον κάτι άκουσε. Είχε στήσει αυτί, καλά να πάθει, της εξήγησε το τέρας με τα μπράτσα που τον βούτηξε από την πόρτα λίγα δευτερόλεπτα πριν.
– Έτσι έγινε; τον πλησίασε, του άνοιξε τα πόδια, χώθηκε ανάμεσα και όρθια, έσκυψε στο πρόσωπό του και σε απόσταση αναπνοής από τα χείλη του, τον ρώτησε το όνομά του.
– Είμαι… είμαι ο Σπύρος, μένω στην γκαρσονιέρα δίπλα.
– Λυπάμαι που πρέπει να φύγω. Θα περνούσαμε καλά οι δυο μας, του είπε πονηρά και με τον δείκτη της άγγιξε το πηγούνι του. Θα επανέλθω όμως. Μη πας πουθενά, ναι; γέλασε σατανικά και με ένα νόημά της, το γομάρι, έδεσε κι αυτόν χέρια πόδια από την καρέκλα και πέρασε από ένα μαντήλι στα στόματά τους, σφιχτά, να μη μπορούν να φωνάξουν.

Έφυγαν, έμειναν μόνοι, αλλά για λίγα λεπτά, δεν γύρισαν καν τα κεφάλια τους να κοιταχτούν. Πού είχε μπλέξει; Τι το ήθελε να κρυφακούσει;

Αφού πέρασαν κάμποσα λεπτά, ο Σπύρος άρχισε να κουνάει επίμονα χέρια πόδια, μήπως κατάφερνε να λυθεί. Δεν γινόταν τίποτα. Οι λυγμοί της Φωτεινής δίπλα του, τον έκαναν να σταματήσει και να γυρίσει να την κοιτάξει. Τρανταζόταν ολόκληρη από το κλάμα. Την κοίταξε κατάματα, κουνούσε το κεφάλι του πάνω κάτω μαλακά, ρυθμκά, με τέμπο, προσπαθούσε να βγάλει από το στόμα του τον ήχο του “σσσσσσσσ, σσσσσσ”, ανοιγόκλεινε τα μάτια του αργά αργά στο ρυθμό του κεφαλιού, κάνοντάς την να καταλάβει ότι πρέπει να πάψει να κλαίει, να συγκεντρωθεί, να μαζέψει τις δυνάμεις της. Σταδιακά, ακολούθησε το τέμπο του, μιμούνταν τις κινήσεις του και σταμάτησε το κλάμα. Ανοιγόκλεισε ξανά τα μάτια του, με νόημα, να της δείξει ότι ήταν πολύ σημαντικό που τα κατάφερε κι άρχισε να προσπαθεί να ανασηκωθεί, να στηρίξει το βάρος στα δεμένα του πόδια και να σπρώξει την πλάτη της καρέκλας του προς το μέρος της, μήπως κατάφερνε με τα ελεύθερα δάχτυλά της κάτι. Η Φωτεινή που κατάλαβε αμέσως τι ήθελε να κάνει, κούνησε καταφατικά το κεφάλι και τον παρακολουθούσε με αγωνία.

Ήταν πιο δύσκολο από όσο φαινόταν. Δεν μπορούσε ταυτόχρονα να σηκώσει τον κορμό του και να σπρώχνει και την καρέκλα έτσι που ήταν δεμένος. Έβγαλε μια κραυγή απελπισίας αλλά δεν τα παράτησε. Η καρέκλα σύρθηκε λίγο και αναθάρρησαν και οι δύο. Πήρε μια ανάσα και συνέχισε, βάζοντας δύναμη. Αυτή τη φορά, δεν είχε καλή αντίσταση και αντί να συρθεί, έπεσε στα πλάγια χτυπώντας το κεφάλι του στο πάτωμα. Τα βογγητά του τρόμαξαν την Φωτεινή κι άρχισε πάλι να κλαίει. Ο Σπύρος δεν ήξερε πια τι να κάνει. Πεσμένος, χτυπημένος και με την Φωτεινή σε απόλυτη ταραχή, ήταν το χειρότερο σενάριο. Πιέστηκε, σταμάτησε τους ήχους πόνου και άρχισε πάλι τα τύπου “σσσσσσσσ” να την επαναφέρει. Η Φωτεινή δεν φαινόταν πρόθυμη να συνεργαστεί αυτή τη φορά. Ο πανικός την είχε καταπιεί. Ο Σπύρος με όλες του τις δυνάμεις προσπαθούσε να συρθεί μονοκόματος, έτσι όπως ήταν το σώμα του στα πλάγια. Λίγο ήθελε να φτάσει τα πόδια της Φωτεινής. Οι κοιλιακοί φέτες των πολλών χρόνων γυμναστηρίου, κάποια στιγμή απέδωσαν. Την έφτασε. Η Φωτεινή δεν έδειχνε σημάδια βελτίωσης. Μόνο όταν άγγιξε με τα δάχτυλά του και έσπρωχνε την παντόφλα της για να κερδίσει την προσοχή της, σταμάτησε απότομα το κλάμα. Γούρλωσε τα μάτια και επιτέλους μια σπίθα ελπίδας τρύπωσε στο βλέμμα της. Το ακατόρθωτο για τον Σπύρο ήταν χωρίς να βλέπει, αφού τα χέρια του ήταν δεμένα στην πλάτη της καρέκλας, να λύσει τον κόμπο. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να το προσπαθήσει. Ψαχουλεύοντας θα έβρισκε την άκρη, πόσο δύσκολο να ήταν; Εμψύχωνε τον εαυτό του. Η Φωτεινή με κομμένη την ανάσα παρακολουθούσε τον άλλοτε αντιπαθητικό άντρα να παλεύει με το σκοινί ώρα πολλή, μέχρι που τα κατάφερε. Ο φουσκωτός δεν είχε κάνει τόσο γερό δέσιμο. Λογικά, τους υποτίμησε, δεν πίστευε ποτέ πως θα έφταναν στο σημείο να λυθούν δύο ανθρωπάκια, στα δικά του μάτια. Μούγκριζαν και οι δύο από χαρά, παρόλο που δεν τους έδινε ελευθερία κινήσεων, ήταν όμως μια αρχή.

Μη ξέροντας τι πρέπει να κάνει, αυτοσχεδίασε. Έδινε ώθηση να πέσει κι εκείνη πλάγια, να συρθεί προς τα χέρια του Σπύρου για να της λύσει και τα χέρια. Τα κατάφερε. Και λίγη ώρα μετά η Φωτεινή ήταν ελεύθερη. Έβγαλε τα μαντήλια από το στόματά τους και πια μπορούσαν να μιλήσουν, καθώς τον έλυνε.
– Είπαν ποιοι είναι; Ο Πέτρος που είναι;, ρώτησε όσο περίμενε να ελευθερωθεί.
– Έφυγε στις εννιά, λέγοντας μου ότι είχε ένα επαγγελματικό ραντεβού. Πήγε δώδεκα και δεν είχε γυρίσει. Πήρα πολλές φορές τηλέφωνο και δεν το σήκωνε. Ήμουν στον καναπέ άγρυπνη από ανησυχία. Μετά τη μία, ακούστηκε η πόρτα. Αντί να δω τον Πέτρο, αυτός ο γορίλας με πήρε σηκωτή, με έδεσε στην καρέκλα και η γυναίκα άρχισε να με ρωτάει πού είχε κρύψει ο Πέτρος την κοkaΐvη.
Ο Σπύρος ελεύθερος πια, την κοιτούσε σοκαρισμένος.
– Κοkaΐvη; Πού είστε μπλεγμένοι;, αγανακτισμένος ωρυόταν, ενώ έψαχνε το τηλέφωνό του και κατευθύνθηκε προς την εξώπορτα. Την πουtaνa μου, πήρε το κινητό και μας κλείδωσαν. Γaμw την τύχη μου.
– Και το δικό μου πήραν και τα κλειδιά μου και έκοψαν το καλώδιο του σταθερού. ΚΑΙ, δεν ΕΙΜΑΣΤΕ μπλεγμένοι. Εγώ δεν ξέρω τίποτα!
– Καλά, σε πίστεψα.
– Καλάθια! Χέστηκα αν με πιστεύεις ή όχι. Τι κάνουμε τώρα, πες μου!

Δεν της απάντησε. Βγήκε στο μπαλκόνι και πήδηξε δίπλα στο δικό του. Στον πέμπτο όροφο, δεν κλείδωνε την μπαλκονόπορτα, κατέβαζε μέχρι πιο κάτω από τη μέση το στόρυ κι έβαζε τη σίτα για να αερίζεται, Μάιο μήνα. Έσκυψε για να συρθεί, να χωρέσει αλλά τον διέκοψε η φωνή της Φωτεινής.
– Εεεει! Εμένα εδώ θα με αφήσεις;
– Μη μου βάζεις ιδέες! Πάω να πάρω τον ασύρματο να καλέσω την αστυνομία και θα έρθω να σε βοηθήσω. σήκωσε το στόρυ και μέχρι να σχηματίσει το 100 στα πλήκτρα, η Φωτεινή είχε μπει στην γκαρσονιέρα.
– Δεν χρειάζομαι την βοήθειά σου, του είπε με το ύφος που συνήθιζε έναν χρόνο τώρα να τον κοιτάζει.

Λίγη ώρα μετά, η αστυνομία χτυπούσε την πόρτα του. Ο Πέτρος όχι μόνο ήταν μπλεγμένος σε εμπόριο ναρκwtικών, αλλά είχε στρέψει εναντίον του ανθρώπους που ήταν πιο βαθιά χωμένοι στα κυκλώματα. Έπεσαν από τα σύννεφα και οι δύο. Ακολούθησαν αρκετές καταθέσεις και πάρε δώσε με την αστυνομία. Ξαφνικά, ήταν συνέχεια μαζί και θαρρείς δεν ήταν τόσο γρουσούζης εκείνος, ούτε η κακιά μάγισσα εκείνη.

Η Φωτεινή έτρεμε για την ζωή της μετά από όλα όσα αποκαλύφθηκαν μέσα σε ένα εικοσιτετράωρο. Τα πράγματα έγιναν χειρότερα όταν ο Πέτρος βρέθηκε δολοφονημένος την μεθεπόμενη. Παρόλη την προστασία της αστυνομίας και με παροχή φύλαξης από εκπαιδευμένο προσωπικό αλλά και με ανώνυμη κατάθεση στα έγγραφα της δικογραφίας με χρήση κωδικών ονομάτων, δεν ένιωθε ασφαλής. Ούτε η σύλληψη αυτών που τους έδεσαν στο σπίτι του Πέτρου την καθησύχασε.

Όταν τους κάλεσαν να τους αναγνωρίσουν, ο Σπύρος κατάλαβε ότι η Φωτεινή ήταν στα όριά της.
– Φοβάσαι;, της ψιθύρισε μελιστάλακτα.
– Πολύ. Θέλω να φύγω μακριά, σε άλλη χώρα αν γίνεται. Δεν αντέχω άλλο.
– Κάνε υπομονή κι όλα θα τα φτιάξουμε, της είπε με τον τόνο στην φωνή του να της το υπόσχεται.

Ένα χρόνο μετά, σε μια γκαρσονιέρα στο Αμβούργο, τσούγκριζαν τα ποτήρια μπύρας ασφαλείς και χαρούμενοι πια. Δεν ήταν καθόλου εύκολη η εύρεση εργασίας, κατοικίας και η προσαρμογή. Ένα χρόνο πριν όμως, είχαν καταφέρει να αποδράσουν και να καταγγείλουν ανθρώπους του υποκόσμου, οπότε η μετανάστευση τους φάνηκε παιχνιδάκι.

Συγκάτοικοι και φίλοι πια, μοιράζονταν τα πάντα. Η Φωτεινή έμαθε για τον κρυφό έρωτα του Σπύρου για τον Πέτρο κι εκείνος έμαθε ότι η τωρινή του φίλη, δεν ήταν ποτέ ζευγάρι με τον Πέτρο, αφού δεν είχε πέσει έξω κι ήταν κι εκείνος τελικά ομοφυλόφιλος. Τώρα πια μπορούσαν να αστειευτούν με την όλη κατάσταση κι έλεγαν πως αν δεν βιαζόταν να την μισήσει, θα είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα, ίσως όμως και να είχαν τελικά χειρότερη κατάληξη.

Ο Σπύρος άργησε πολύ να βρει την αγάπη δίπλα σε έναν άλλο άντρα. Δεν του ήταν καθόλου εύκολο να εκφράσει τα αισθήματά του. Όταν όμως ήρθε στη ζωή του, ήταν για πάντα. Η Φωτεινή παντρεύτηκε έναν Γερμανό κι έκανε δύο παιδιά. Το δεύτερο της παιδί το βάφτισε ο Σπύρος, σφραγίζοντας έτσι την φιλία τους.

Χρυσούλα Καμτσίκη

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading