Δικαίωμα στη ζωή

Ο Στέλιος έμεινε άναυδος, βλέποντας μια άγνωστη σ’ εκείνον γυναίκα, να πλησιάζει κρατώντας τα χερούλια απ’ το αναπηρικό καροτσάκι του Αριστείδη. Είδε τον πατέρα του ντυμένο περιέργως επίσημα και τη γυναίκα κάτι να του λέει κι εκείνος να χαμογελάει. Σάστισε για μια στιγμή, μα σύντομα πέταξε με νεύρα στην άκρη του δρόμου, το αναμμένο τσιγάρο που κρατούσε κι έκανε δύο βήματα προς το μέρος τους.

– Μπαμπά! Πού ήσουν; ρώτησε έντονα. Η κυρία; κόλλησε το βλέμμα στη γυναίκα

– Είχαμε πάει μια βόλτα με την… Ελευθερία. γύρισε στοργικά το κεφάλι του και την κοίταξε

– Βόλτα; Τι βόλτα; Είσαι εσύ για βόλτες στην κατάστασή σου; Ποια είστε; σκλήρυνε το βλέμμα κοιτώντας την

– Είμαι και για βόλτες, ναι! Και πέρασα και πολύ ωραία! χαμογέλασε ο Αριστείδης

– Πάει… τα έχασες εντελώς μου φαίνεται πατέρα! Αφήστε τον κυρία μου, αναλαμβάνω εγώ από εδώ! είπε ο Στέλιος ψυχρά κι έκανε να πάρει απ’ τα χέρια της τα χερούλια απ’ το καροτσάκι

Η Ελευθερία έμεινε εκεί, ακίνητη, χωρίς να αλλάξει θέση.

– Δεν χρειάζεται, θα τον ανεβάσω εγώ στο σπίτι. είπε απότομα κι έκανε να φύγει

Κάτι πήγε να ψελλίσει ο Στέλιος, μα ο Αριστείδης με μια απότομη κίνηση του χεριού του, του ένευσε να σταματήσει.

– Αν θέλεις, ανέβα στο σπίτι να σε κεράσουμε κάτι. Και… μην κουράζεσαι, θα με ανεβάσει η Ελευθερία.

Ο Στέλιος τους ακολούθησε αμίλητος. Έμεινε πίσω τους όσο ανέβαιναν τη ράμπα της πολυκατοικίας και περίμενε υπομονετικά έξω απ’ την πόρτα, τον πατέρα του να ξεκλειδώσει με τα τρεμάμενα γερασμένα χέρια του.

Όταν μπήκαν στο διαμέρισμα, στάθηκε μπροστά τους με τα χέρια στη μέση και τους κοίταξε έντονα.

– Τι συμβαίνει; Πού ήσουν; Γιατί είσαι ντυμένος έτσι; απευθύνθηκε στον πατέρα του

– Κάθισε, Στέλιο. Ελευθερία, μπορείς να μας ψήσεις δυο καφεδάκια, κορίτσι μου;

Ο Στέλιος γούρλωσε τα μάτια του στο άκουσμα των τελευταίων λέξεων κι η Ελευθερία χωρίς να πει λέξη, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα.

– Θέλεις να μου πεις τι στο καλό συμβαίνει; Και πρώτα πρώτα, ποια είναι αυτή;

– Αυτή είναι η… γυναίκα μου! Η γυναίκα μου! είπε ο Αριστείδης και το πρόσωπό του φώτισε

– Μπαμπά, τι λες; Ποια γυναίκα σου; Έχεις τρελαθεί;

– Να! Δες! του έτεινε ένα χαρτί που έβγαλε απ’ την τσέπη του σακακιού του

Ο Στέλιος πήρε το χαρτί στα χέρια του και κοιτούσε μια αυτά που διάβαζε και μια το χαμογελαστό πρόσωπο του πατέρα του. Ήταν εμφανές ότι δεν πίστευε στα μάτια του.

– Παντρεύτηκες; Μ’ αυτήν; Ποια είναι αυτή; Τι πήγες κι έκανες; ο Στέλιος εκνευρισμένος άρχισε να περπατάει πέρα δώθε στο σαλόνι

– Μ’ αγάπησε, την αγάπησα και παντρευτήκαμε.

– Ποιος σ’ αγάπησε ρε γέρο; Ξεκούτιανες τελείως; Ποια είναι αυτή; σχεδόν ούρλιαξε ο Στέλιος και πέταξε στο πάτωμα το χαρτί που κρατούσε

Η Ελευθερία μπήκε στο σαλόνι κρατώντας έναν ασημί δίσκο με δύο αχνιστά φλιτζάνια καφέ και τα ακούμπησε προσεχτικά στο τραπέζι μπροστά στον καναπέ. Χωρίς να πει λέξη, κάθισε στην πολυθρόνα, ίσιωσε τη φούστα του λευκού ταγιέρ της, σταύρωσε τα πόδια της κι έμεινε να κοιτάζει άχρωμα τους δύο άντρες.

– Ποια είσαι; Πού βρήκες τον πατέρα μου; τη ρώτησε με επιθετικό ύφος ο Στέλιος

– Νομίζω σου είπε ήδη. Είμαι η γυναίκα του. Παντρευτήκαμε προ ολίγου στο δημαρχείο.

– Ποια γυναίκα του; Τι βλακείες μου τσαμπουνάς; Μύρισες παραδάκι κι όρμηξες;

– Η Ελευθερία μ’ αγαπάει. Και την αγαπάω κι εγώ. επενέβη ο Αριστείδης

– Ποιος σ’ αγαπάει μωρέ; Αυτή είναι στην ηλικία μου! Τι αγάπησε; Τα νιάτα σου και την ομορφιά σου; Ξύπνα γέρο! Μια επιτήδεια είναι που θέλει να σου φάει την περιουσία! Χάζεψες τελείως;

– Θα σε παρακαλούσα να φύγεις απ’ το σπίτι μας. Τον ταράζεις. είπε η Ελευθερία και σηκώθηκε όρθια

– Το σπίτι… ΣΑΣ; ούρλιαξε ο Στέλιος. Μπαμπά, τι γίνεται εδώ;

Ο Αριστείδης σήκωσε τους ώμους αδιάφορα και πήρε το φλιτζάνι με τον καφέ στο χέρι του, πίνοντας μια γενναία γουλιά.

– Πραγματικά πιστεύεις πως θα τ’ αφήσω έτσι αυτό; Ότι θα σ’ αφήσω να ξεκοκαλίσεις την περιουσία του πατέρα μου; Θα σε καταγγείλω! Ο πατέρας μου τα έχει χαμένα, ο γάμος θα ακυρωθεί και θα…

– Μπορείς να κάνεις ό,τι καταλαβαίνεις. είπε μόνο η Ελευθερία όσο τον ακολουθούσε στην εξώπορτα

Ο Στέλιος φεύγοντας κοπάνησε με δύναμη την πόρτα. Η Ελευθερία επέστρεψε στο σαλόνι και κάθισε απέναντι απ’ τον Αριστείδη.

– Είσαι καλά; τον κοίταξε στοργικά στα μάτια

– Είμαι, ναι. αναστέναξε εκείνος. Σ’ ευχαριστώ Ελευθερία μου. ακούμπησε τα χέρια του πάνω στα δικά της

Η Ελευθερία έμεινε να τον κοιτάζει μερικά δευτερόλεπτα με ζεστό βλέμμα.

– Θα πιείς τον καφέ σου ή να πλύνω τα φλιτζάνια;

– Δεν θέλω άλλο… είπε εκείνος και κύλησε το καρότσι του προς την μπαλκονόπορτα

Η Ελευθερία πήρε το δίσκο στα χέρια της και κατευθύνθηκε στην κουζίνα.

Ο Αριστείδης τράβηξε την κουρτίνα κι άφησε το βλέμμα του να περιπλανηθεί στη θάλασσα που απλωνόταν ήρεμη μπροστά του. “Πόσο δίκιο είχε που επέμεινε να πάρουμε αυτό το σπίτι…”, σκέφτηκε κι αμέσως σκοτείνιασε το βλέμμα του. “Αφού με πήρες απ’ το νησί, μου οφείλεις τουλάχιστον ένα σπίτι με θέα στη θάλασσα!”, ήρθε μπροστά στα μάτια του η εικόνα εκείνης. Σαν παιδί έκανε! Αλλά σάμπως δεν ήταν; Ούτε δεκαεννιά χρονών δεν ήταν όταν παντρεύτηκε τον τριανταπεντάχρονο τότε Αριστείδη και άφησε πίσω της το νησί της, τον τόπο που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Κι εκείνος που ήξερε πόσο της στοίχιζε όλο αυτό, είχε ορκιστεί πως δεν θα την στεναχωρούσε ποτέ, πως θα της χάριζε ό,τι ονειρευόταν. Και το έκανε.

Μετακομίζοντας στον Πειραιά, αγόρασαν ένα μεγάλο διαμέρισμα μπροστά στο λιμάνι. Να βλέπει θάλασσα το κορίτσι του. Να μη χάσει το γαλάζιο που τόσο αγαπούσε. Και την είχε βασίλισσα όλα τα χρόνια που έζησαν μαζί. Μέχρι την τελευταία στιγμή στα μάτια την κοιτούσε. Ποτέ δεν της χάλασε χατήρι. Ακόμη κι όταν έβλεπε πόσο κακομάθαινε τον Στέλιο, τον μοναχογιό τους. “Μικρός είναι, άσε με να τον κακομάθω!”, του έλεγε. Κι εκείνος της χαμογελούσε και της έλεγε “Εσύ ξέρεις, νεράιδα μου”. Ήξερε όμως, αλήθεια;

Ο Στέλιος μεγάλωσε μέσα στα πλούτη. Ο Αριστείδης ήταν απ’ τους πιο γνωστούς εργολάβους οικοδομών της Αττικής και το χρήμα έρρεε άφθονο στο σπίτι τους. Ο Στέλιος σπούδασε στα καλύτερα ιδιωτικά σχολεία της πόλης, είχε το πιο ακριβό και γρήγορο αυτοκίνητο, έκανε τις πιο χλιδάτες διακοπές και μέχρι τώρα, στα σαράντα πέντε του, δεν είχε δουλέψει ποτέ. Όλο κατέβαζε ιδέες για επιχειρήσεις που τάχα θα άνοιγε και μόλις έπαιρνε κάποιο ποσό απ’ τον πατέρα του, το ξόδευε αλόγιστα από εδώ κι από εκεί. Μάταια προσπαθούσαν οι γονείς του να τον κάνουν να καταλάβει πως τα έτοιμα τελειώνουν, πως θα πρέπει να δει το μέλλον του και πως εκείνοι θα τον βοηθήσουν με όλα, αλλά θα πρέπει να βρει τρόπους να στηρίζεται στα δικά του πόδια. Κι όσο ζούσε η Μαγδαληνή, η μητέρα του, κάπως κρατούσε τα πράγματα σε ισορροπία, μα όταν έφυγε ξαφνικά απ’ τη ζωή από βαρύ εγκεφαλικό στα εξήντα πέντε της, τα πράγματα χειροτέρεψαν.

Ο Αριστείδης, στα ογδόντα τρία του και από χρόνια ανάπηρος από τη μέση και κάτω, λόγω ενός ατυχήματος, έγινε στα μάτια του Στέλιου, η εύκολη λεία. Η Μαγδαληνή ήταν αυτή που κρατούσε τα οικονομικά ηνία στην οικογένεια και με το χαμό της, ο Στέλιος πείστηκε πως είχε έρθει πια η ώρα, να πάρει στα χέρια του τα πάντα.

Στην αρχή, προσπάθησε με το καλό να κάνει τον πατέρα του να του μεταβιβάσει όλη την περιουσία, αλλά χωρίς αποτέλεσμα κι έτσι άρχισε να προσπαθεί να τον πείσει ότι δεν μπορεί να μένει πια στο σπίτι του κι έπρεπε να μεταφερθεί κάπου αλλού. Ο στόχος του Στέλιου φυσικά ήταν να του αφήσει το πεδίο ελεύθερο, αλλά ο Αριστείδης αντιστεκόταν σθεναρά. “Είσαι ανίκανος να αυτοεξυπηρετηθείς! Θα πας σε ένα ίδρυμα να σε φροντίζουν!”. “Είμαι μια χαρά! Όλα τα καταφέρνω!”, επέμενε ο Αριστείδης. Κι είδε κι αποείδε ο Στέλιος πως με το καλό δεν έβγαζε κάτι και πέρασε στις απειλές και τα τελεσίγραφα. “Έχω χαρτιά γιατρών! Χωρίς κάποιον δίπλα σου δεν μπορείς να ζεις μόνος! Αν δεν καταλαβαίνεις έτσι, θα το φτάσω μέχρι τέλους! Θα φτάσω στα δικαστήρια και θα σε κλείσω κάπου!”.

Ο Αριστείδης ήξερε πως χρειαζόταν μια βοήθεια, όσο μεγάλωνε, τόσο πιο δύσκολο του ήταν να κάνει και τα πιο απλά πράγματα. Χρειαζόταν έναν άνθρωπο να τον φροντίζει, μα όσες κοπέλες κι αν έπαιρνε στο σπίτι, σύντομα ο Στέλιος της έδιωχνε, είτε με το καλό, είτε με το κακό. Ήταν ο τρόπος του γιου του να του ασκήσει μεγαλύτερη πίεση, για να πει το ‘ναι’ στο να μπει σε ίδρυμα. Ήταν φανερό πως ο Στέλιος δεν είχε κανένα ίχνος συναισθήματος για τον πατέρα του. Ο Αριστείδης καταλάβαινε πως τα περιθώρια στένευαν και έπρεπε κάτι να κάνει για να μην πεθάνει μόνος κι έρημος στους γκρι τοίχους ενός ιδρύματος.

“Έχεις ένα μήνα περιθώριο να το σκεφτείς! Σε τριάντα μέρες ακριβώς θα είμαι πάλι εδώ. Φρόντισε να βρω τη βαλίτσα με τα πράγματά σου έτοιμα στην πόρτα, γιατί στ’ ορκίζομαι, θα σε βάλω μέσα με το νόμο!”, του είχε πει την τελευταία φορά που είχε έρθει. Μα “ο γέρος” παρότι δεν μπορούσε να περπατήσει, τα είχε τετρακόσια, όσο κι αν προσπαθούσε ο Στέλιος να τον πείσει για το αντίθετο…

Ήταν ένας μήνας ακριβώς πριν, που χωρίς να το πολυσκεφτεί, πήγε και χτύπησε την πόρτα του διπλανού διαμερίσματος. Εκεί έμενε η Ελευθερία, μια γυναίκα πενήντα περίπου χρονών, από χρόνια χωρισμένη και με μια κόρη που έμενε στο εξωτερικό. Είχε νοικιάσει το σπίτι απ’ τον Αριστείδη πέντε χρόνια πριν και πάντα ήταν ευγενική και γλυκιά μαζί του. Χαμηλών τόνων γυναίκα, με φωτεινό βλέμμα και ζεστό χαμόγελο. Δεν το πολυσκέφτηκε ο Αριστείδης, εξάλλου ποιον άλλον είχε να ζητήσει βοήθεια; Από χρόνια ζούσε αποκομμένος απ’ όλους.

Στην αρχή τον κοίταξε περίεργα, σκέφτηκε κι εκείνη πως τα είχε χαμένα ο Αριστείδης, όταν της εξήγησε όμως πως το μόνο που ήθελε ήταν να μείνει στο σπίτι του, μαζί με τις αναμνήσεις της αγαπημένης του γυναίκας και να πεθάνει στο κρεβάτι τους, την συγκίνησε. “Δεν σου ζητάω τίποτα! Θα συνεχίσεις να μένεις στο σπίτι σου κι εγώ στο δικό μου. Θα πάρω μια γυναίκα να με βοηθάει κι εσύ… όσα χρήματα μου ζητήσεις, θα στα δώσω! Το μόνο που θέλω είναι ένα χαρτί που να λέει ότι είμαι παντρεμένος, ώστε αν ο γιος μου φτάσει στα δικαστήρια, να πεις πως εσύ θα με φροντίζεις. Μόνο έτσι θα αποφύγω τον εγκλεισμό. Σε παρακαλώ, Ελευθερία! Πέφτω στα πόδια σου!”, της έλεγε κλαμένος.

Ήταν φανερό ότι ήταν απελπισμένος. Ήταν φανερό ότι ντρεπόταν. Ήταν φανερό ότι βρισκόταν σ’ αδιέξοδο.

Η Ελευθερία τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα, είδε τα δάκρυα στα μάτια του και την απελπισία, την ντροπή, την αγωνία του ηλικιωμένου άντρα. Δεν ήταν εξάλλου λίγες οι φορές που είχε ακούσει τις φωνές και τις απειλές του γιου του απ’ το διπλανό διαμέρισμα. Σφίχτηκε η ψυχή της, αυτός ο άντρας θα μπορούσε να είναι ο πατέρας της, που από χρόνια είχε χάσει. Έφερε στο νου της την κόρη της και πόσο θα μπορούσε να την βοηθήσει με τα χρήματα που της προσέφερε ο Αριστείδης για ένα απλό “ναι”, για ένα απλό χαρτί. Απλό για εκείνη, για εκείνον η μόνη σανίδα σωτηρίας για να ζήσει όσα χρόνια του απέμεναν όπως ο ίδιος επέλεγε. Πήρε μια βαθιά ανάσα και γονάτισε μπροστά του. “Θα το κάνω”, του είπε μόνο κι εκείνος σαν παιδί που μόλις πήρε το πιο όμορφο δώρο, χαμογέλασε πλατιά και έσφιξε τα χέρια της στα δικά του. “Σ’ ευχαριστώ!”, της είπε γεμάτος συγκίνηση.

Και κάπως έτσι, ετοίμασαν τα χαρτιά κι έκαναν τον παράξενο αυτό γάμο. Έναν γάμο-εμπόδιο στον εγκλεισμό του Αριστείδη σε κάποιο ίδρυμα. Έναν γάμο-οικονομική σωτηρία για την Ελευθερία. Έναν γάμο-λαιμητόμο για τον Στέλιο, που πια έχανε το αποκλειστικό δικαίωμα στην περιουσία του πατέρα του, αλλά κυρίως έχανε την ευκαιρία να την εκμεταλλευτεί άμεσα.

Ο Στέλιος αναγκάστηκε να κάνει πίσω και να μην προχωρήσει δικαστικά. Ήξερε εκ των προτέρων πως κανένα δικαστήριο δεν θα τον δικαίωνε, απ’ τη στιγμή που ο Αριστείδης είχε δίπλα του τη γυναίκα του, η οποία μάλιστα ήταν κάτι παραπάνω από ικανή να τον φροντίσει.

Η Ελευθερία αγάπησε και πόνεσε τον Αριστείδη σαν πατέρα της κι έμεινε στο πλάι του, φύλακας άγγελος μέχρι το τέλος.

Ο Αριστείδης πέθανε περίπου δέκα χρόνια αργότερα, ακριβώς όπως ήθελε, στο κρεβάτι του, κρατώντας στο χέρι του μια φωτογραφία της Μαγδαληνής του. Στη διαθήκη του μάλιστα, είχε φροντίσει να γράψει τη μισή κινητή κι ακίνητη περιουσία του στην Ελευθερία, που του είχε χαρίσει το μεγαλύτερο δώρο, το δικαίωμα στη ζωή.

Κική Γιοβανοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading