Θυμάμαι… Ήταν καλοκαιράκι του 1998, Αύγουστος ο μήνας, εκείνη η εποχή που τα μελτέμια φέρνουν πού και πού ένα απαλό αεράκι στην τσιμεντούπολη της Αθήνας, σαν μικρή ανάσα μέσα στη βαριά ζέστη.
Κοίταξα το ρολόι την ώρα που κλείδωσα το μικρό μαγαζάκι με τις γραφικές τέχνες που είχαμε τότε με τον πρώην μου.
Η ώρα έγραφε 11:45 το βράδυ.
Είχαμε αργήσει ήδη πάρα πολύ να πάμε να πάρουμε τα πιτσιρίκια μας, που τα κρατούσε η τότε πεθερά μου. Η μητέρα μου έλειπε σεζόν εκείνη την περίοδο· δούλευε στην Πάρο, σε ένα εστιατόριο, και δεν μπορούσε να μου κρατήσει τα μωρά. Τότε είχα τα δύο αγόρια από τα πέντε παιδιά που έχω σήμερα: τον Αποστολάκο μου και το Μαριάκο μου. Ο ένας ήταν τριών χρονών και ο άλλος μόλις ενάμιση.
Καθώς περπατούσαμε για το πατρικό του, με κυρίευσε μια περίεργη αίσθηση απώλειας. Ένα κενό μέσα μου. Το είχα νιώσει από το πρωί. Όμως όσο πλησιάζαμε, τόσο πιο έντονο γινόταν. Το αεράκι που φύσαγε είχε μια αλλόκοτη μυρωδιά και μια παράξενη αίσθηση, σαν να μην ανήκε στο καλοκαίρι.
Το μαγαζί, το πατρικό του και το σπίτι μας — εκεί όπου μέναμε τότε — ήταν το ένα δίπλα στο άλλο.
Όταν φτάσαμε στις εργατικές πολυκατοικίες όπου έμεναν, ανεβήκαμε στον δεύτερο όροφο με τα πόδια· αυτές οι πολυκατοικίες δεν είχαν ανελκυστήρα. Το φως στους διαδρόμους άναβε και έσβηνε μόνο του, σαν να υπήρχε στατικός ηλεκτρισμός στον αέρα. Έπρεπε να το είχα καταλάβει. Τα σημάδια είχαν ήδη αρχίσει.
Μας περίμενε κουρασμένη η πρώην πεθερά μου, η κυρά-Ντίμη. Ο πατέρας του είχε ήδη ξαπλώσει. Τα μωρά κοιμόντουσαν στα κρεβατάκια τους.
«Έλα, κορίτσι μου», μου λέει. «Καλώς ήρθατε. Έχετε φάει τίποτα;»
«Κάτι τσιμπήσαμε στο γραφείο», της λέω, «αλλά μη φανταστείς τίποτα σημαντικό…»
«Έχω φτιάξει γεμιστά», μου λέει, «και βέβαια τις αγαπημένες σου πιπεριές»
Ήταν Σμυρνιά στην καταγωγή· τα φαγητά της ήταν πάντα ωραία, γευστικά και πλούσια — καμιά φορά υπερβολικά πλούσια.
«Ωραία», της λέω, «και δεν έχω προλάβει να μαγειρέψω»
Χαμογέλασε πονηρά, με εκείνο το χαρακτηριστικό ύφος της Σμυρνιάς πεθεράς, σαν να μου έλεγε πως εκείνη όλα τα προλάβαινε.
«Να σας στρώσω να φάτε;»
«Καλύτερα όχι. Έχει ήδη πάει δωδεκάμισι και θέλω να πάμε σπίτι, να βάλω και τα μωρά στα κρεβάτια τους»
«Καλά κορίτσι», μου λέει. «Να στα βάλω σε ένα τάπερ; Να σου βάλω και λίγο ψωμάκι και λίγη φέτα. Έχει στο σπίτι;»
«Όχι», της λέω, «δεν πρόλαβα να πάρω»
«Ωραία. Στα βάζω εγώ. Αφήστε τα μωρά να κοιμηθούν εδώ και πηγαίνετε σπίτι να φάτε και να ξεκουραστείτε…»
Η σκέψη αυτή μου φάνηκε σαν μια φρέσκια νότα μέσα στην κούρασή μου.
Πήραμε το ταπεράκι με τις ντομάτες και τις πιπεριές και ξεκινήσαμε την επιστροφή για το σπίτι μας. Σε επτά λεπτά ήμασταν ήδη εκεί με τα πόδια — όπως είπα και πριν, το γραφείο, το πατρικό και το σπίτι που μέναμε ήταν δίπλα-δίπλα.
Καθώς περπατούσαμε στον δρόμο αμίλητοι, ο αέρας άρχισε να δυναμώνει. Βλέπαμε μικρές δίνες και νιώθαμε σαν ένα αόρατο χέρι να μας σπρώχνει προς τα πίσω, σαν κάτι να προσπαθούσε να μας εμποδίσει να φτάσουμε στον προορισμό μας. Τον κοίταξα και του λέω: «Απόψε θα ’ναι μια πολύ περίεργη βραδιά. Νιώθω άβολα. Κάτι έρχεται. Κάτι μεγάλο. Μια καταιγίδα συναισθηματική, αλλά ακόμα δεν μπορώ να καταλάβω τι»
Ήταν ένας αέρας παγωμένος, έντονος, παράξενος, μέσα σε μια κατά τα άλλα πολύ ζεστή βραδιά.
Αφού φτάσαμε σπίτι, ανεβήκαμε με τον ανελκυστήρα στον δεύτερο όροφο. Η δική μας πολυκατοικία ήταν πιο μοντέρνα. Είχαμε νοικιάσει ένα πολύ όμορφο, διαμορφωμένο και μοντέρνο τεσσάρι για την εποχή του. Θυμάμαι πως, όταν το είχαμε πρωτονοικιάσει, αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν το μπάνιο: μπλε σκούρα και μπλε ανοιχτά χρώματα.
Περίεργο; Ίσως.
Καθίσαμε και φάγαμε γρήγορα, σχεδόν αμίλητοι, με άδειες σκέψεις. Η κούραση της ημέρας ήταν μεγάλη.
Ο πρώην είχε ήδη πάει να ξαπλώσει και λαγοκοιμόταν. Αποφάσισα να κάνω ένα μπάνιο, να φύγει από πάνω μου η κούραση και η ενέργεια της ημέρας. Η ώρα είχε πάει ήδη δύο μετά τα μεσάνυχτα. Η μεγαλούπολη κοιμόταν. Δεν άκουγες ούτε αυτοκίνητο να περνά απ’ έξω.
Ξάπλωσα, ξαφνικά ένιωσα πάνω μου ένα παγωμένο αεράκι, από το πουθενά. Οι μπαλκονόπορτες ήταν ήδη ανοιχτές και έμπαινε ζεστός αέρας μέσα στον χώρο. Προσπάθησα να καταλάβω από πού ερχόταν αυτό το παγωμένο ρεύμα — δεν είχαμε το air condition ανοιχτό. Τότε έπιασα στον αέρα μια νότα σαπίλας.
Η όσφρησή μου και οι άλλες τέσσερις αισθήσεις μου ήταν ήδη ανεπτυγμένες από τα ένδεκά μου χρόνια και μπορούσα να δω, να μυρίσω, να αισθανθώ, να ακούσω, να γευτώ πράγματα που άλλοι άνθρωποι γύρω μου δεν μπορούσαν. Με ενσυναίσθηση και ως διάμεσος, πάντα έβλεπα και ένιωθα διάφορα από μικρή.
Μια ανατριχίλα απλώθηκε σε όλο μου το σώμα. Σαν κάποιος να με είχε σκεπάσει με το σεντόνι του θανάτου — εκείνο που σκεπάζουν μόνο τους νεκρούς.
Ξαφνικά άκουσα τρία δυνατά χτυπήματα, σαν κάποιος να είχε πάρει ένα μεγάλο κομμάτι ξύλο και να το χτύπησε τρεις φορές δυνατά στο πάτωμα. Λένε πως έτσι χτυπά ο θάνατος, τρεις φορές, όταν θέλει να εισχωρήσει σε έναν χώρο και να πάρει μια ψυχή. Τον ξύπνησα. Είχα αρχίσει να ανησυχώ για τα μωρά, για τη μητέρα μου, για τον αδερφό μου και για τη μητέρα του, γιατί εκείνη την εποχή είχε πολλά θέματα υγείας.
Τον ρώτησα αν μυρίζει αυτή τη σαπίλα στον αέρα και αν αισθάνεται το παγωμένο αεράκι μέσα στο δωμάτιό μας αν άκουσε τους χτύπους. Μου μουρμούρισε μισοκοιμισμένος: «Έλα τώρα, Κατερίνα, μη δίνεις σημασία. Απλά είσαι κουρασμένη»
Ξαφνικά χτύπησε το τηλέφωνο. Το τηλέφωνό ήταν στην μεριά του. Αλαφιασμένος και έντρομος από τον ύπνο, το σήκωσε.
«Παρακαλώ; Ναι, παρακαλώ, ποιος είναι;»
Ακουγόταν από το ακουστικό μόνο ένας στατικός ήχος, σαν άσπρος θόρυβος — white noise, που λέμε και στα αγγλικά — με διάφορες διακεκομμένες φωνές από το υπερπέραν. Όπως το αντιλαμβάνομαι τώρα, μετά από τόσα χρόνια και με όλη την εμπειρία που έχω αποκτήσει πια πάνω στο παραφυσικό, ήταν σαν να είχα ένα spirit box και να γινόταν η μέθοδος Εστές.
Μου δίνει το τηλέφωνο τρομαγμένος και μου λέει: «Δεν μπορώ να καταλάβω ποιος μπορεί να είναι. Δεν ακούω τι λένε. Κάνει πολύ θόρυβο». Με το που παίρνω το τηλέφωνο στα χέρια μου και το βάζω στο αυτί, υπάρχει απόλυτη ησυχία. Και ξαφνικά ακούω: «Ελάτε γρήγορα». Και μετά ένα κλικ, σαν να έκλεισαν τη σύνδεση και το ακουστικό.
Γυρνάω, τον κοιτάω. Με κοιτάζει έντρομος, γιατί ήξερε τι ήμουν, ποια ήμουν. Τον είχα τρομάξει αρκετές φορές με αυτά που έβλεπα και ένιωθα — αλλά αυτά θα θα τα αφήσω για μία άλλη φορά ίσως για μια άλλη ιστορία.
«Ήταν ο πατέρας σου», του λέω. «Κάτι έχει γίνει»
Το μυαλό μου πήγε κατευθείαν στα μωρά. Όπως άλλωστε για κάθε μητέρα.
«Όχι», μου λέει, «αποκλείεται. Αν ήταν ο πατέρας μου, θα μου είχε μιλήσει. Εγώ νόμιζα ότι ήταν η κουμπάρα μας. Μήπως να την πάρεις τηλέφωνο να δεις αν έχει πάθει κάτι;»
«Είναι δύο η ώρα το βράδυ», του λέω. «Δεν θα την ενοχλήσω. Επιμένω όμως και σου λέω ότι ακούστηκε σαν τη φωνή του πατέρα σου και είπε να έρθουμε γρήγορα»
«Περίμενε», μου λέει. «Κάτσε να πάρω τηλέφωνο»
Παίρνει. Χτυπάει, χτυπάει, χτυπάει — πρέπει να χτύπησε τουλάχιστον δέκα φορές. Το σηκώνει ο τότε πεθερός μου, με νυσταγμένη και συνάμα παράξενη φωνή.
«Ποιος είναι τέτοια ώρα;»
«Πατέρα», του λέει, «όλα καλά;»
«Ναι, αγόρι μου. Τι πάθατε;»
«Τα μωρά καλά; Η μαμά;»
«Ναι, παιδί μου. Ναι, αγόρι μου», θυμάμαι πάντα μίλαγε έτσι — ευγενικά και ωραία.
«Εσείς; Όλα καλά;»
«Ναι, πατέρα. Όλα καλά. Σίγουρα είστε καλά;»
«Ναι, παιδί μου. Πήγαινε, πέσε για ύπνο και θα τα πούμε το πρωί»
Αφού έκλεισε το τηλέφωνο, μου λέει: «Είδες που δεν ήταν ο πατέρας μου;»
«Πάρε λίγο την κουμπάρα», μου λέει. «Να δεις αν είναι καλά. Νομίζω πως τη δική της φωνή άκουσα»
«Κάτσε», του λέω «αφού επιμένεις. Να πάρω να σιγουρευτούμε»
Αποφάσισα να πάρω την κουμπάρα. Καλούσε, καλούσε — δεν το σήκωνε.
«Η κουμπάρα μάλλον κοιμάται»
«Ίσως μπερδεύτηκαν οι γραμμές του τηλεφώνου με τις γραμμές του υπερπέραν», είπα μισογελώντας, ανάμεσα στο σοβαρό και στο αστείο.
«Καλά», μου λέει. «Πέσε για ύπνο…»
Με κοιτούσε μισοκοιμισμένος και λίγο έντρομος, γιατί ήξερε. Ήξερε πως όταν τέτοια φαινόμενα εμφανίζονται ξαφνικά, κάτι μεγάλο ερχόταν.
Γύρισε από την άλλη και τον πήρε ο ύπνος κατευθείαν. Εγώ άνοιξα την τηλεόραση χαμηλόφωνα, περιμένοντας το Μορφέα να με πάρει στην αγκαλιά του. Έλα, όμως, που η νύχτα είχε άλλα σχέδια για εμάς…
Εκεί που με έπαιρνε γλυκά ο ύπνος, ξαφνικά ξαναχτύπησε το τηλέφωνο. Αυτή τη φορά, όμως, ήταν πραγματικά ο πατέρας του.
«Ελάτε γρήγορα», ακούστηκε η έντρομη φωνή του.
«Η μάνα σου έφυγε» και έκλεισε το τηλέφωνο.
Σηκωθήκαμε αλαφιασμένοι. Κακήν κακώς ντυθήκαμε και τρέξαμε στο πατρικό του. Φτάσαμε σε τέσσερα λεπτά. Ο χρόνος, όμως, έμοιαζε αιώνας.
Αντίκρισα μια κατάσταση εξωπραγματική. Το ασθενοφόρο είχε ήδη έρθει. Τα μωρά έκλαιγαν. Η ατμόσφαιρα μέσα στο σπίτι ήταν αποπνικτική — δεν μπορούσες να ανασάνεις. Οι άνθρωποι του ΕΚΑΒ ήταν από πάνω της, προσπαθώντας να την επαναφέρουν. Φωνές. Κλάματα. Ένα σώμα, που όλοι προσπαθούσαν να του δώσουν μια τελευταία πνοή, μια ανάσα ζωής. Μία ελπίδα στο ζωντανούς.
Είχε ήδη φύγει. Κι όμως, εγώ την έβλεπα δίπλα στο σώμα της. Την έβλεπα να με κοιτάει, να χαμογελάει και να μου λέει: «Κατερινάκι μου, κορίτσι μου γλυκό, πες τους να μην κλαίνε. Εγώ είμαι πια ελεύθερη. Εδώ», μου λέει, «είναι η κόλασή μας. Εκεί που πάω είναι ο δικός μας παράδεισος — του καθενός μας ο παράδεισος. Εδώ υπέφερε το σώμα μου. Εκεί θα αγαλλιάσει η ψυχή μου, το πνεύμα μου. Φεύγω τώρα. Ήρθαν να με πάρουν. Δεν τους βλέπεις; Είναι δίπλα μου. Ο μπαμπάς μου, ο αδερφός μου, η κόρη μου το κορίτσι μου. Πρέπει να φύγουμε. Μας περιμένουν κι άλλοι». Ο μεγάλος της καημός ήταν η κόρη της, που την είχε χάσει όταν ήταν μόλις είκοσι οκτώ χρονών. Είχε αφήσει βαθύ πλήγμα και στην ίδια και σε ολόκληρη την οικογένεια.
Έβλεπα τη δική της παρουσία ζωντανή. Τους υπόλοιπους απλώς τους ένιωθα.
Ήταν πια χαμογελαστή. Ελεύθερη. Ψυχή και σώμα. Ήταν ακριβώς εκεί που ήθελε να είναι πάντα — με τα αγαπημένα της πρόσωπα.
«Εις το επανιδείν», της είπα, και βγήκα έξω να πάρω αέρα στο μπαλκόνι με τα μάτια δακρυσμένα.
Εκείνη την ώρα, όλα ηρέμησαν. Ούτε φύλλο δεν κουνιόταν.
Ακουγόταν μόνο η σιγή του θανάτου.
Kathrine Sorilos
