Η κάρτα των Χριστουγέννων

Παραμονή Χριστουγέννων και ο Νικόλας επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη για τις γιορτές. Οδηγεί προς το κέντρο της πόλης και η Θεσσαλονίκη τον υποδέχεται όπως κάθε Χριστούγεννα, γεμάτη φώτα, κόσμο και γιορτινή ατμόσφαιρα. Τα πεζοδρόμια ασφυκτιούν από ανθρώπους με σακούλες στα χέρια, παιδικές φωνές και γέλια. Οι μυρωδιές πρωταγωνιστούν στην εορταστική εικόνα με τα κάστανα που ψήνονται στη φουφού και φυσικά το μυρωδάτο τσουρέκι. Ο κλασικός και αγαπημένος συνδυασμός με αρώματα από μαχλέπι, κακουλέ και βανίλια.

Οι βιτρίνες είναι στολισμένες, γεμάτες με μικρά λαμπάκια και χριστουγεννιάτικα δέντρα φορτωμένα με φιόγκους, μπάλες και κάθε λογής στολίδια. Οι πλατείες είναι γεμάτες μεγάλα φωτιζόμενα δέντρα, χιονάνθρωπους, δώρα με φιόγκους και τον πρωταγωνιστή των Χριστουγέννων, τον Άγιο Βασίλη. Η γιορτινή πόλη μοιάζει να μην κοιμάται ποτέ και το καρουζέλ στην πλατεία σηματοδοτεί τη μνήμη κάθε ανθρώπου, κάθε ηλικίας.

Ο Νικόλας παρατηρεί χωρίς να βιάζεται ιδιαίτερα. Νιώθει σαν να περνά μέσα από μια εικόνα που δεν ανήκει στη δική του πραγματικότητα. Απλά σαν περαστικός. Οδηγεί προς το ξενοδοχείο όπου έχει κάνει κράτηση. Παρόλο που οι γονείς του ζουν εδώ, δεν μένει ποτέ στο σπίτι τους όταν επιστρέφει στη Θεσσαλονίκη. Έρχεται ως επισκέπτης, κρατώντας μια προσεκτική, νοητή απόσταση από όσα και όσους άφησε πίσω του.

Ήρθε στη Θεσσαλονίκη για να περάσει τα Χριστούγεννα με τους γονείς και τα αδέρφια του, την οικογένειά του τυπικά. Μέσα του ένιωθε πως όλη αυτή η διαδικασία βασίζεται στην υποχρέωση παρά στην εγκάρδια επιθυμία. Κάτι που γίνεται επειδή και μόνο έπρεπε.
Φέτος όμως υπήρχε μια ιδιαιτερότητα. Η μητέρα του, η κυρία Γεωργία, έδειχνε σημάδια άνοιας. Μικρά κενά, χαμένες λέξεις, στιγμές που το βλέμμα της ταξίδευε χωρίς προορισμό. Ο πατέρας τους τηλεφώνησε έναν έναν ξεχωριστά και τους ζήτησε να είναι όλοι κοντά τους αυτές τις γιορτές.
«Ας της δώσουμε τη χαρά να θυμάται αυτά τα Χριστούγεννα σαν κάτι ξεχωριστά όμορφο», τους είπε. «Σαν τότε που γιορτάσαμε τα πρώτα Χριστούγεννα στο καινούργιο μας σπίτι, όλοι μαζί».

Όσο κι αν ο Νικόλας κρατούσε απόσταση από τους γονείς του και από την πόλη όπου μεγάλωσε, δεν μπορούσε να παραβλέψει την ανησυχία που του γεννούσε η σκέψη πως η μητέρα του μπορεί να ξεχάσει ποια είναι χωρίς να το επιλέξει η ίδια. Όσο κι αν αντιστεκόταν, δεν μπορούσε να μην παραδεχτεί πως εκείνα τα Χριστούγεννα, τα πρώτα στο καινούργιο τους σπίτι, ήταν η πιο καθαρή και η πιο ζωντανή παιδική του ανάμνηση.

Φτάνοντας έξω από το ξενοδοχείο, πάρκαρε στο πάρκινγκ επισκεπτών και έσβησε τη μηχανή. Για μια στιγμή έμεινε ακίνητος. Ύστερα βγήκε από το αυτοκίνητο. Ψηλός, με αυστηρό πρόσωπο και κρύα γαλάζια μάτια, φορούσε ένα μαύρο μακρύ παλτό και ένα κυπαρίσσι κασκόλ, εκείνο που του είχε πλέξει η μητέρα του όταν έφυγε για σπουδές στην Αγγλία. Άνοιξε το πορτμπαγκάζ, έβγαλε τη μαύρη του βαλίτσα και την έσυρε μέχρι την είσοδο του ξενοδοχείου. Τότε χτύπησε το τηλέφωνό του. Ήταν η μητέρα του.
Τον ρώτησε αν κόντευε να φτάσει, τι ώρα υπολόγιζε να πάει στο σπίτι και τι γλυκό θα προτιμούσε για απόψε το βράδυ. Συνέχισε χαρούμενη να του λέει πως το δωμάτιό του είναι έτοιμο και καθαρό.

Ο Νικόλας της απάντησε πως μόλις έφτασε και είχε ήδη κλείσει δωμάτιο στο ξενοδοχείο, όπως και κάθε άλλη φορά. Το γλυκό δεν τον απασχολούσε καθόλου.
«Μα εγώ σε περίμενα», είπε εμφανώς απογοητευμένη η μητέρα του.
«Το ξέρω», απάντησε.

Η σιγή που ακολούθησε ήταν βαριά. Της είπε πως θα είναι εκεί γύρω στις πέντε, να τη βοηθήσει στο στήσιμο του τραπεζιού και να τα πουν πριν έρθουν οι υπόλοιποι. Όχι πως το ένιωθε ξεκάθαρα στην ψυχή του, αλλά οι ενοχές ήταν κάτι που έσφιξε πιο δυνατά τα πρέπει.

Έκλεισαν το τηλέφωνο και μπήκε στο ξενοδοχείο, σταματώντας στη ρεσεψιόν. Ο υπεύθυνος τον γνώριζε προσωπικά, οπότε κάθε τυπικότητα ήταν περιττή. Ο Νικόλας απεχθανόταν το small talk και μόλις του έδωσαν το κλειδί του δωματίου του προχώρησε προς το ασανσέρ.

Στο δωμάτιο δεν θα έμενε για πολύ. Άφησε τη βαλίτσα και βγήκε στην αγορά. Έπρεπε να βρει κάποιο δώρο για τη μητέρα του. Η περιπλάνηση στα παλαιοπωλεία ήρθε σχεδόν φυσικά, σαν κάτι που τον περίμενε από καιρό. Η μητέρα του ήταν πάντα λάτρης των παλιών αντικειμένων. Μικρά και μεγάλα, χρηστικά και άχρηστα, όλα με τη δική τους μοναδική ιστορία. Όταν ήταν παιδί, τον έπαιρνε συχνά μαζί της. Θυμόταν τα παιδικά του μάτια σε διαρκή εγρήγορση να παρατηρούν αντικείμενα άγνωστα και παράξενα.

Μπήκε σε δύο, τρία παλαιοπωλεία χωρίς να σταθεί. Στο τελευταίο όμως το βλέμμα του έπεσε σε ένα μικρό πορσελάνινο ελαφάκι. Τα κέρατά του ήταν βαμμένα με χρυσό, ελαφρώς φαγωμένο από τον χρόνο. Αναγνώρισε πως ανήκε στη συλλογή ζώων της παλιάς εταιρείας Goebel. Το κράτησε στα χέρια του και για μια στιγμή ένιωσε πως το είχε ξαναδεί.

Δίπλα υπήρχε ένας πάκος με χριστουγεννιάτικες κάρτες. Πολλές από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60. Μια του τράβηξε την προσοχή. Το φόντο της ήταν ένα χειμερινό τοπίο με χιόνι και έλατα. Ένα αγοράκι με ξανθά μαλλιά και κόκκινο σκούφο καθόταν σε ένα ξύλινο έλκηθρο. Τα ροδαλά του μάγουλα έκαναν το μεγάλο του χαμόγελο σχεδόν αληθινό. Δίπλα του ένα μικρό ελαφάκι, χαμογελαστό κι αυτό, με κόκκινη μύτη και μικρά κερατάκια. Ενστικτωδώς γύρισε την κάρτα.
Τα γράμματα ήταν καλλιγραφικά, ξεθωριασμένα μα ευανάγνωστα.

«Θεσσαλονίκη, 18 Δεκεμβρίου 1959
Αγαπημένε μου Αγησίλαε,
καιρό τώρα θέλω να σου γράψω, μα διστάζω. Φαντάζομαι πως ακόμα είσαι αναστατωμένος με όσα έχουν συμβεί. Δικαίως.
Μου λείπεις απέραντα. Μου λείπουν τα μεγάλα σου μαύρα μάτια, η αγκαλιά σου, η ζεστή σου φωνή, το άγγιγμά σου.
Ξέρω πως σε πλήγωσα. Ξέρω πως έφταιξα μονάχα εγώ. Μα σ’ αγαπώ ακόμα. Αυτές τις ημέρες των εορτών μου είναι τόσο δύσκολο που θα είμαστε χώρια. Εύχομαι το φως των Χριστουγέννων να γεμίσει άπλετο φως την ψυχή σου, ω, αυτή η όμορφη ψυχή σου.
Να ’ναι δυνατό το φως, τόσο δυνατό που να καταφέρει η καρδιά σου να με συγχωρέσει.
Δική σου για πάντα,
Πανωραία»

Στη θέση του παραλήπτη έγραφε
Αγησίλαος Λοΐζος
Επταπυργίου 12, Θεσσαλονίκη

Ένα ρίγος διαπέρασε το κορμί του. Κοίταξε ξανά την κάρτα. Δεν υπήρχε γραμματόσημο. Ούτε σφραγίδα ταχυδρομείου.
Κατάλαβε πως αυτή η κάρτα δεν είχε φτάσει ποτέ στον παραλήπτη της και μια γλυκιά λύπη τον έκανε να βουρκώσει. Αγόρασε την κάρτα και το ελαφάκι, ευχήθηκε καλά Χριστούγεννα στον παλαιοπώλη και πήρε τον δρόμο για το ξενοδοχείο. Τα βήματά του έμοιαζαν διαφορετικά και στο μυαλό του επαναλάμβανε την ιδιόχειρη αφιέρωση.

Ήταν ακόμα νωρίς, γύρω στις δύο. Ξάπλωσε χωρίς να βγάλει όλα του τα ρούχα. Ο ύπνος τον πήρε βαθιά. Κάπου ανάμεσα στο όνειρο και την εγρήγορση άκουσε μια γυναικεία φωνή, ήρεμη και οικεία.
«Αγησίλαέ μου».
Ξύπνησε απότομα. Η καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Κοίταξε γύρω του. Τίποτα. Μόνο η πόλη απ’ έξω να συνεχίζει στον ρυθμό της.

Ένιωσε πως ήταν καθήκον του να ψάξει για τον παραλήπτη της κάρτας. Παρόλες τις αμφιβολίες και τα αμέτρητα ερωτηματικά, πήρε την απόφαση. Ντύθηκε αργά. Έβαλε την κάρτα στην εσωτερική τσέπη του παλτού του και την χάρτινη σακούλα με το ελαφάκι στο χέρι.

Ο δρόμος προς την Άνω Πόλη ήταν ήσυχος. Στενά, παλιές μονοκατοικίες, χαμηλά φώτα. Η πόλη απλωνόταν από κάτω σαν πίνακας ζωγραφικής.
Χτύπησε το κουδούνι μιας πέτρινης μονοκατοικίας. Πάνω του έγραφε ‘Αγησίλαος Λοΐζος’. Περίμενε. Η πόρτα άνοιξε και ένας ηλικιωμένος, ευγενής άντρας στάθηκε απέναντί του.
«Παρακαλώ, περάστε», είπε.
«Συγγνώμη που έρχομαι έτσι απρόσκλητος. Σήμερα βρέθηκε στα χέρια μου αυτή η κάρτα. Διαβάζοντας την αφιέρωση είδα πως είστε εσείς ο παραλήπτης και πήρα την πρωτοβουλία να σας την παραδώσω».

Ο άντρας διάβασε την κάρτα σιωπηλά. Όταν τελείωσε, την κράτησε κλειστή ανάμεσα στα ρυτιδιασμένα του χέρια.
«Ήταν πάντα γενναία, ανήσυχη και γεμάτη ζωή η Πανωραία. Σας ευχαριστώ που την φέρατε. Άργησε, μα ήρθε».
Ασπάστηκε τον Νικόλα συγκινημένος. Ευχήθηκαν ο ένας στον άλλον καλές γιορτές και οι δρόμοι τους χώρισαν.

Όταν ο Νικόλας βγήκε ξανά στον δρόμο, ο αέρας ήταν καθαρός και η πόλη αλλιώτικα φωτισμένη. Η ώρα κόντευε πέντε. Σκέφτηκε τη μητέρα του, το τραπέζι που θα έστρωνε, το ελαφάκι που περίμενε τον δικό του παραλήπτη. Και αυτή τη φορά αποφάσισε να μην κρατήσει απόσταση.
Γιατί κατάλαβε, επιτέλους, πως τα Χριστούγεννα δεν είναι για να τα θυμόμαστε τέλεια. Είναι για να είμαστε εκεί.

Αγάπη Κοντοπούλου

Leave a Reply

This site uses Akismet to reduce spam. Learn how your comment data is processed.


Discover more from TheBluez

Subscribe now to keep reading and get access to the full archive.

Continue reading